Α quiet passion-Το ήρεμο πάθος: Η εμπνευσμένη βιογραφία της μεγάλης αμερικανίδας ποιήτριας, Εμιλι Ντίκινσον

 

Σκηνοθεσία: Terence Davies

Ηθοποιοί: Cynthia Nixon, Jennifer Ehle, Duncan Duff

 

Παρότι τα ποιήματα της Έμιλι Ντίκινσον  ακούγονται ελάχιστα από το στόμα της εξαιρετικής φιλμικής της ενσάρκωσης Σίνθια Νίξον, το φιλμ του Τέρενς Ντέιβις μοιάζει αισθητικά βουτηγμένο στην αιθέρια ευαισθησία τους, αποτυπώνοντας σε αυτή τη συνολικά εμπνευσμένη βιογραφία, τη δημιουργική φλόγα μιας γυναίκας καταδικασμένης σε αιώνια μοναξιά.  

Δύο φαινομενικά αντιφατικές λέξεις μοιάζουν να συνθέτουν τον τίτλο της τελευταίας κινηματογραφικής δημιουργίας του σκηνοθέτη του «Βαθύ Μπλε του Έρωτα» Τέρενς Ντέιβις. Δεν θα μπορούσε όμως να χαρακτηριστεί με πιο γλαφυρό και ακριβή τρόπο η φαινομενικά ασήμαντη και γκρίζα προσωπική ζωή, σε συνδυασμό με την γοητευτική επιδεξιότητα των έργων μιας από τις πιο αναγνωρισμένες Αμερικανίδες ποιήτριες, της Έμιλι Ντίκινσον. Μιας γυναίκας της οποίας σχεδόν ολόκληρο το έργο παρέμεινε ανέκδοτο μέχρι το θάνατο της, ο οποίος την βρήκε πρόωρα, στο σπίτι όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, στο Άμερστ της Μασαχουσέτης στα τέλη του 19ου αιώνα. Μιας ποιήτριας που κατάφερε να εκφράσει την λαχτάρα της ελευθερίας από τις δυσβάσταχτες συμβάσεις μιας σκληρά πατριαρχικής κοινωνίας, αλλά και τη δυσλειτουργική συνύπαρξη ενός ελεύθερου πνεύματος εγκλωβισμένου μέσα σε ένα μόνιμα άπειρου συναισθηματικά σώματος, αποσυρμένου πολύ νωρίς από τη ζωή και καταδικασμένου στην αιώνια απομόνωση της ερωτικής μοναξιάς.

Η μεταφορά της βιογραφίας ενός λογοτέχνη στο σινεμά, αποτελεί εκ των προτέρων πρόκληση, ακόμη κι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται περί διασκευής, αλλά το αυθεντικό σενάριο υπογράφεται από τον ίδιο τον σκηνοθέτη. Παρόλα αυτά, ο Ντείβις κάνει ό,τι μπορεί για να προσδώσει στο εγχείρημά του μια σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια και ευαισθησία, ιδίως μετά το πρώτο μισό του φιλμ, το οποίο μας οδηγεί από την νεαρή ηλικία της ποιήτριας (υποδυόμενη πειστικά από την Έμμα Μπελ) και την αποχώρησή της από το πουριτανικό χριστιανικό σχολείο με τη συγκατάθεση της φιλελεύθερης οικογένειάς της, ως τη στιγμή την έναρξης των σοβαρών προβλημάτων υγείας που θα την οδηγήσουν πρόωρα στο θάνατο, σε ηλικία μόλις 56 ετών. Την ενήλικη εκδοχή της ποιήτριας αναλαμβάνει να ερμηνεύσει η Σίνθια Νίξον (κυρίως γνωστή για το ρόλο της στην υπερ-επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά «Sex and the City») μέσα από ένα πανέξυπνο οπτικό τρικ της σκηνοθεσίας, σε μια σκηνή που σχετίζεται τη φωτογράφηση ολόκληρης της οικογένειας της ποιήτριας. Από εκεί και πέρα το βάρος πέφτει ξεκάθαρα στους δικούς της ώμους και η ίδια με την εξαιρετική ερμηνεία της αποδεικνύεται ίσως το μεγαλύτερο ατού της ταινίας, συνδυάζοντας ταυτόχρονα φθαρτότητα και θάρρος, εσωστρέφεια αλλά και μοναδικό συναισθηματικό πλούτο. Αποτυπώνοντας με διαύγεια -ίσως και ευγνωμοσύνη- τη θλιβερή και ματαιωμένη ζωή ενός καλλιτέχνη, περνά σχεδόν ανεπαίσθητα από την επίθεση στην άμυνα, καθώς βλέπει σταδιακά την ηρωίδα της να χάνει όλους εκείνους που αγαπά, να μένει μόνη και να βυθίζεται όλο και περισσότερο στον ψυχικό αλλά και σωματικό πόνο που θα την μετατρέψει σε ένα φάντασμα ντυμένο σε ένα απόκοσμο λευκό, χαμένο κάπου ανάμεσα στις γραμμές των συγκλονιστικών της ποιημάτων.

Ο Ντέιβις αποφασίζει τολμηρά να μετατρέψει αυτήν την ιδιότυπη biopic κυρίως σε ένα φιλμ δωμάτιου, που κινείται από τα σταθερά ταμπλό της πρώτης πράξης στους καυστικούς και ευφυέστατους διαλόγους που σε στιγμές αγγίζουν τα όρια μιας εκκεντρικής κωμωδίας, και από εκεί στο ξεκάθαρα μπεργκμανικό φινάλε, το οποίο, παρότι αποδίδει δραματουργικά, το οδηγεί μοιραία σε μονοπάτια πολύ γνωστά για το είδος. Αυτές οι αλλαγές στον τόνο και το ύφος έχουν τις επιπτώσεις τους, ιδίως όταν ο χαρακτήρας της καυστικής και εξίσου αντιδραστικής καλύτερης φίλης της πρωταγωνίστριας Βράιλιν Μπάφαμ (Κάθριν Μπέιλι) εισάγεται από το σενάριο, όμως σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε κανείς να πει ότι το «Ήρεμο Πάθος» δεν αντιμετωπίζει τη σπουδαία προσωπικότητα που μελετά με το σεβασμό και την ευαισθησία που της ταιριάζουν. Και ίσως πέρα απ’ όλα, μέσα από μια λεπτομερέστατη καταγραφή των συναισθημάτων και των προσωπικών -αλλά και κοινωνικών- της περιορισμών, καταφέρνει να μεταδώσει έναν βαθύ και ειλικρινή θαυμασμό για αυτό που πραγματικά ήταν, αλλά και για το βαρυσήμαντο ρόλο που έμελλε να παίξουν τα έργα της.

 

3,5/5 αστέρια

 

Πάνος Αχτσιόγλου

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here