To παραθυρόφυλλο

Του ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΜΠΟΥΡΗ

Μαθητή Γ΄ Γυμνασίου Γλυκών Νερών

 

Ένα παραθυρόφυλλο. Ένα παραθυρόφυλλο γυρτό κατά το δρομάκι της πλατείας. Παραθυρόφυλλο προστάτης. Εκεί κρύβονταν κι έβλεπε. Εκεί έπνιγε το θυμό του. Εκεί σφούγγιζε τα δάκρυά του. Εκεί σκούπιζε τη γροθιά του για να μην το σπάσει. Εκεί έκρυβε από τα μάτια του κόσμου τον πόνο του, για ό,τι τον πλήγωνε βαθιά, για ό,τι τσαλάκωνε σαν χαρτί την περηφάνια του.

Αγάπη και μίσος σιγόκαιγαν σκέψη και ψυχή. Πύρινες φλόγες τα γελάκια και τα μισόλογα των γειτόνων, τα κρυφοκοιτάγματα πίσω από τις μισόκλειστες κουρτίνες. Μίσος άσβεστο για το πιοτό, για τον καφενέ του κυρ Ανέστη, για όλο το σκηνικό που στήνονταν στην άκρη της πλατείας του χωριού. Μίσος για το πιοτό που λάτρευε ο πατέρας του Κωστή. Το πιοτό που στάλαζε αλλιώτικα στη δική του ζωή.

Περήφανος ο Κωστής. Πάντα καθαρός, πάντα προσεκτικός. Μόλις έντεκα ετών. Έχτιζε την εικόνα του ψηφίδα-ψηφίδα. Αξιοπρεπής μέσα στη φτωχική ζωή του. Τα  μαθήματά του ήταν η βασική προτεραιότητά του. Και ταυτόχρονα οι δουλειές του σπιτιού και οι δουλειές στο χωράφι των δικών του. Παντού βοηθός, παντού σαν εικοσάχρονος στα έντεκά του. Όπου χρειάζονταν, ήταν παρών. Στο «έπρεπε», το «θέλω» και το παιδί υποχωρούσαν. Και τούτο γιατί έπρεπε να στέκει και να αντιστέκεται. Έπρεπε τα βήματά του να ‘ναι στέρεα, γιατί του πατέρα του τρέκλιζαν. Έπρεπε να μην πέφτει ο Κωστής σαν σκόνταφτε, γιατί η εικόνα του πεσμένου πατέρα από το ποτό στους δρόμους του χωριού ήταν πληγή ανοιχτή. Έπρεπε παντού ν’ αναπληρώνει το κενό. Έπρεπε τα μπράβο, η αναγνώριση και η αποδοχή που έπαιρνε να ισορροπούν τη ζυγαριά της εκτίμησης των χωριανών και όλου του μικρόκοσμού του. Μια ζυγαριά που πάντα έγερνε προς τον περίγελο, τον οίκτο και τα σχόλια.

Τον αγαπούσε o Κωστής τον πατέρα του. Άνθρωπος καλός, πονετικός, έξυπνος και με χιούμορ. Νοιαζόταν για τη φαμίλια του. Μα τούτο το πάθος δεν είχε τέλος. Πόσες φορές η υπόσχεση. Πόσες φορές η ελπίδα. Πόσες φορές το «δεν θα ξαναγίνει». Αλλά οι φωνές του καφετζή, του κυρ Ανέστη αντηχούσαν πάλι στο χωριό. «Κωστή, κυρά Λένη, ελάτε να τον πάρετε, δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του. Δεν μπορώ μόνος μου, πρέπει να κλείσω τον καφενέ.». Και τότε έφτανε σαν ηχώ σπασμένη η φωνή της κυρά Λένης «Πάμε Κωστή… πάμε παιδί μου… δεν μπορώ μονάχη …»

Άξαφνα ο θυμός σφράγιζε τη ψυχή, νέκρωνε το μυαλό σαν παγωνιά χειμωνιάτικη, κλείδωνε την κατανόηση, έσβηνε την αγάπη. Μια πέτρινη αμηχανία τα έβαφε όλα γκρίζα. Περπάταγε με βλέμμα χαμηλωμένο για να μη βλέπει γύρω του, για να μην ανταμώνει την ντροπή. Τα βήματα βαριά, άβουλα σέρνονταν στον καφενέ. Για να τον σύρουν. Να τον φέρουν στο σπίτι. Να τον ξαπλώσουν στο κρεβάτι. Για να ‘ρθει ο ύπνος ο βαθύς να σβήσει τα σημάδια του ποτού, να λυτρώσει τον νου από τη ζάλη.                                                                                                            Σιωπηλό οχυρό αξιοπρέπειας η μάνα. Τα δάκρυά της που στάλαζαν στην ψυχή και όχι στα μάγουλα τον πόναγαν ακόμη περισσότερο. Περήφανη γυναίκα. Δεν έδινε δικαιώματα. Τούτο το κακό που την ήβρε δεν ήταν του χεριού της. Δεν μπορούσε να το κουμαντάρει. Πάντα έπινε ο Θωμάς. Μα τα τελευταία χρόνια, το παράκανε. Μαράζωνε σαν έβλεπε πιωμένο τον άνδρα της.

Δύσκολη η ζωή του. Ορφάνεψε νωρίς. Στα επτά έχασε τον πατέρα του. Μεγάλες ευθύνες.  Μόνος αυτός δίπλα στη μάνα του με τα τρία μικρότερα αδέλφια του. Στάθηκε ο άντρας του σπιτιού απ’ τα επτά του. Πάλεψε με την φτώχεια και την ανέχεια στα πέτρινα χρόνια για την Ελλάδα των δεκαετιών ‘30 με ‘50. Αγώνας και αγωνία η ζωή του. Πάλευε καθημερινά για το αναγκαίο. Έξυπνο παιδί. Έμαθε λίγα γράμματα. Ίσα-ίσα κουτσοδιάβαζε και έκανε λογαριασμούς! Δεν υπήρχαν περιθώρια για περισσότερα. Η ζωή προπορευόταν. Η δική του και των αδελφών του. Πάλεψε πολύ για να περάσει από το τίποτε στο κάτι. Όλοι τον χρειάζονταν, η μάνα, τα αδέλφια και κείνος φιλότιμος πρόστρεχε. Ξέχασε τον Θωμά. Πορεύτηκε τον δρόμο του καθήκοντος και του χρέους. Δουλευταράς και ικανός. Καλοπάντρεψε την αδελφή του, τακτοποίησε τ ’αδέλφια του και μετά κοίταξε τον εαυτό του. Παντρεύτηκε, έφτιαξε το δικό του σπιτικό. Και σαν ήρθε ο γιος του, ο Θωμάς γέμισε περηφάνια και χαρά. Ένοιωσε γεμάτος, πετυχημένος. Και τότε αφέθηκε, χαλάρωσε, έπεσαν οι άμυνες και ξύπνησε το πάθος.

Το πιοτό έγινε σύντροφος καθημερινός. Έστηνε τη δική του παράσταση που στην ψυχή του Θωμά εκτυλίσσονταν σε δράμα. Δράμα που είχε κορύφωση αλλά όχι κάθαρση, που είχε διάρκεια αλλά όχι τέλος.

Και όλο τούτο το δράμα, το ατέλειωτο, το βασανιστικό γέννησε την αντίδραση. Βλέπεις… ο νόμος της δράσης και της αντίδρασης ισχύει παντού. Ο Κωστής αδύναμος να πείσει τον πατέρα του, άλλοτε ικετεύοντας, άλλοτε κλαίγοντας και άλλοτε φωνάζοντας υποχώρησε στη σιωπή και την αξιοπρέπεια. Ύψωσε τείχη γύρω του αόρατα, στεγανά. Σα να μην έβλεπε, σα να μην άκουγε, σα να μην βίωνε. Σαν όλα να σχετίζονταν με κάποιον άλλον. Χώθηκε στα βιβλία. Αγκάλιασε τη μελέτη. Κλείστηκε στον εαυτό του. Ταγμένος στην επιτυχία. Δεν είχε περιθώρια να ’ναι δεύτερος. Έπρεπε να είναι παντού πρώτος. Για να έρθει ισορροπία. Για να αλλάξει την εικόνα στο κάδρο της ζωής. Κι όταν ερχόταν η καταξίωση, έσβηνε κάτι από την περιφρόνηση που είχε βιώσει, ψήλωνε, ένοιωθε λυτρωμένος. Τα «μπράβο» στο παιχνίδι, στο σχολείο, στα μαθήματα, στις δουλειές, στους σχολικούς αγώνες, στις εξετάσεις, το κάθε μπράβο χωριστά ζέσταινε λίγο την παγωνιά που είχε στοιχειώσει τη σκέψη και την ψυχή του.

Πήγε μακριά κυνηγώντας το αντίδοτο στην απόρριψη, στην απαξίωση, στην περιφρόνηση, στον ξεπεσμό. Με πυξίδα το μπράβο ταξίδεψε σε θάλασσες επιτυχίας μακρινές. Γιατί ήθελε ν’ ατενίζει από το παραθυρόφυλλο την επιδοκιμασία, την αναγνώριση προσπαθώντας να κλείσει εκείνο τ’ άλλο παραθυρόφυλλο προς την πλατεία του χωριού. Πρώτος στην Ιατρική, πρώτος στην αποφοίτηση. Διαβάζοντας τον όρκο ατένιζε μάτια να τον θαυμάζουν και προσπαθούσε να ξεχάσει τα μάτια του χθες που τον πονούσαν. Υποτροφίες, μεταπτυχιακό, διδακτορικό και τόσες άλλες περγαμηνές. Γύρω του άνθρωποι καλλιεργημένοι, γεμάτοι ποιότητα, κουλτούρα, άνθρωποι ευκατάστατοι, καταξιωμένοι, ο δικός του κόσμος πια, η δική του ζωή. Παντού άνετος, χαμογελαστός, κοινωνικός, άριστος γιατρός, εξαίρετος επιστήμονας, άνθρωπος μοναδικός, έχτιζε όνειρα για να γκρεμίσει αναμνήσεις. Έχτιζε και άνοιγε παράθυρα ζωής για τον ίδιο και τους άλλους για να κλείσει εκείνο το παραθυρόφυλλο της δικής του ζωής.

Έχτισε με τα μπράβο το δικό του σκηνικό και στο μικρό χωριό του. Όλα τ’ άλλαξε από νωρίς. Ο κυρ Θωμάς σαν ο Κωστής πέρασε στο πανεπιστήμιο ξέκοψε από το πιοτό, σαν να τον παρέσυρε το ποτάμι με τα μπράβο του γιου του. Κι η κυρά Λένη περήφανη άφησε πίσω τη θλίψη και την αμηχανία. Ξανάνιωσε το χαμόγελο και η χαρά φώτισαν το βλέμμα της και την ψυχή της. Τα μπράβο του Κωστή απλώθηκαν παντού. Όλοι τον σέβονταν. Όλοι του απέδιδαν τιμές. Όλοι του ζητούσαν βοήθεια. Όλοι ξέχασαν τα πέτρινα χρόνια με τη θηλιά του ποτού στο λαιμό του.

Εκείνος όμως ξέρει…. Σαν απλώνει να πάρει το ποτήρι να πει στην υγειά, το χέρι μένει μετέωρο, γιατί η μνήμη λειτουργεί σαν καταλύτης που σαρώνει τα πάντα. Σαν βρεθεί άνθρωπος ανάμεσα στους ασθενείς που του κάνει λόγο για ποτό το βλέμμα αδυνατεί να εστιάσει στο πρόσωπο του ασθενή. Γυρνάει πίσω, σε μνήμες άσβηστες, σε στιγμές που σαν βαθιές χαρακιές πάνω στην κόλλα μένουν ανεξίτηλες. Και σαν η κορούλα του γελάει φωνάζοντας του «μπαμπά, ποιο κρασί να φέρω για να ευχηθούμε στη μαμά;» μένουν οι λέξεις ανέκφραστες και τα χείλια δεν σαλεύουν. Βλέπεις… τελικά όλη μας η ζωή είναι η παιδική μας ηλικία…

Το διήγημα βραβεύθηκε στον Λογοτεχνικό Διαγωνισμό με τίτλο: «Ξετυλίγοντας το νήμα της δικής σου ιστορίας  με λέξεις, εικόνες κι αριθμούς».

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here