Μαρία Στασινοπούλου, «Χαμηλή βλάστηση. Θάμνοι, πόες και μπονσάι», Κίχλη, Αθήνα 2018

 

 

Η Μαρία Στασινοπούλου με το νέο της βιβλίο ιδρύει, όπως θα έλεγε και ο Φρανσίς Πονζ (Francis Ponge, 1899-1988), τη δική της «ρητορική», μια ρητορική που της επιτρέπει να πει αυτό ακριβώς που η ίδια θέλει να πει. Οικεία πράγματα και καταστάσεις που είναι δίπλα μας, κοιτάζουμε, αλλά δεν τα βλέπουμε ή και όταν τα βλέπουμε, πολλές φορές αποστρέφουμε το βλέμμα· μας λείπει η γενναιότητα ή η φυσικότητα ή η ειλικρίνεια ή το χιούμορ ή και όλα μαζί που απαιτούνται για να χαϊδέψουμε και τα πράγματα και τις καταστάσεις.

Το βιβλίο της Μαρίας Στασινοπούλου, το δεύτερο, μετά το «Κυρία με θυμάστε;» με την ίδια, προσωπική, «ρητορική» μόλις εμφανίστηκε στα βιβλιοπωλεία φαίνεται να αγαπήθηκε αμέσως όσο και το πρώτο και από τους αναγνώστες και από την κρτική. Το πρώτο ως προς το είδος και το ύφος, γιατί η Μαρία Στασινοπούλου είναι πολυγραφότατη και η συμβολή της στη βιβλιογραφία και την κριτική είναι μεγάλη· και στην εκπαίδευση, προσφορά που δεν πρέπει να ξεχνάμε να προσμετράμε στις αρετές της. Εξάλλου βρίσκει τρόπο η «Κυρία» να τρυπώσει κι εδώ (σελ. 33-34, 105, 110).

Ο τίτλος, «Χαμηλή βάστηση», ευρηματικός· και ο υπότιτλος «Θάμνοι, πόες και μπονσάι». Πρόκειται πράγματι για χαμηλή βλάστηση, αν ως κριτήριο ορισθεί η έκταση των κειμένων. Έκταση που στα τρία μέρη, στα οποία χωρίζεται το βιβλίο (πρώτο μέρος «Θάμνοι», δεύτερο μέρος «Πόες» και τρίτο μέρος «Μπονσάι») ακολουθεί κατιούσα κλίμακα έως ότου φθάσει στα «Μπονσάι» που κάποια αναπτύσσονται σε λιγότερες από τρεις γραμμές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι ισχνότερα από τα άλλα είδη της «Χαμηλής βλάστησης»· ίσα ίσα που στην πυκνότητά τους μας λένε πολύ περισσότερα από άλλα απλόχωρα κείμενα. Αν και πιστεύω ότι το επίθετο λειτουργεί περισσότερο μεταφορικά. «Χαμηλός» τόσο ώστε η αναζήτηση να γίνεται στο ύψος του ώμου μας, στο μπόι του ανθρώπου (κάπως έτσι θα το έλεγε ο Καζαντζάκης), ούτε ψηλότερα, ούτε χαμηλότερα από εμάς. Η Μαρία Στασινοπούλου εξάλλου με τον τρόπο που κρίνει τα βιβλία των άλλων κρίνει – και αυστηρότερα – τον εαυτό της. Παρουσιάζει το βιβλίο της ακριβώς ως αυτό που είναι χωρίς μεγαλοστομίες· «εστιάζει στο απλό και στο αλλότριο» που με μια δεύτερη ματιά αναγνωρίζεται ως εξαιρετικά οικείο.

Φωτογραφίες δρόμου, κι ας ακούγεται το «κλικ» στον ιδιωτικό της χώρο. Η συγγραφέας με μια ελάχιστη κλίση του φακού τον καθιστά και προσωπικό μας χώρο. Είναι αυτά τα μικρά περιστατικά που ανυπομονούμε με ένα φλυτζάνι στο χέρι να τα διηγηθούμε σε φίλη καρδιακή· «έλα να σου πω …», «θυμάσαι …», «θυμάμαι τότε που …» … Ένα «κλικ» που ακινητοποιεί, και έτσι το διασώζει, το κατέβασμα μιας φωτογραφίας, το καινούργιο ζευγάρι παπούτσια, μια τσάντα Louis Vuitton, μια μακό μαύρη κιλότα με δαντελίτσα στο τελείωμα, τον πρωινό καφέ, ένα χάδι, ένα φιλί, ένα τραγούδι, ένα ωραίο σερβάν, μια κυρία με το βελονάκι της στον Οδοντωτό, έναν περιπτερά, έναν ταξιτζή, ένα γκαρσόνι, έναν φίλο, μια φίλη. «Δρόμοι που γνωρίσαμε» και μας θέλγει να τους περπατήσουμε προς τα πίσω νοσταλγικά, με πικρία ή ευφροσύνη.

Υπάρχουν και πολλά «κάδρα» στα οποία φιγουράρει ο θάνατος. Πώς να τον αντιμετωπίσεις και να τον αποδεχτείς σ’ αυτόν τον ουρανό και με αυτή τη λογοτεχνική παράδοση που από τον Όμηρο ακόμη δεν «υπογράφει»; Κι όμως σε όλες τις ανταμώσεις της με τον θάνατο, και είναι πολλές, η Μαρία Στασινοπούλου έχει έναν τρόπο να μας τον δείξει ακόμη κι αυτόν με επιείκεια, αφού έτσι κι αλλιώς και εμείς δεν θα του ξεφύγουμε. Ούτε στην αθάνατη ψυχή του Σωκράτη καταφεύγει, ούτε στην αδιατάραχτη ακινησία των στωικών· στέκεται απέναντί του με τα δικά της όπλα, το χιούμορ, το σαρκασμό και πάνω απ’ όλα την αποδοχή του αναπότρεπτου με τα μέτρα του Ανθρώπου. Τα «κάδρα» της, όλα εικόνες της καθημερινής μας ζωής με αμεσότητα, με κατανόηση, με χιούμορ και αγάπη.

Ο σχεδιασμός του εξωφύλλου από την Ούρσουλα Φώσκολου και η επιμέλεια της Γιώτας Κριτσέλη καθιστούν την «Κίχλη», για άλλη μια φορά, από τους πιο «ωδικούς» εκδοτικούς οίκους της χώρας.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here