Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΡΔΑΒΑΝΗ

Μιλούσαμε για διάφορα.
Όπως συνήθως φτάσαμε και στην απελπισία· για έναν κόσμο καλύτερο και δικαιότερο.
Επέμεινα στη φυσική αναγκαιότητα της ελπίδας στον νέο και το αναπόφευκτο της απελπισίας στον ώριμο, τον μεσήλικο και τον υπερήλικο· με τις πολλές εξαιρέσεις όσων λογαριάζουν και σε μιαν άλλη ζωή.
Επέμεινε στην απελπισία του από νέος -θυμίζω πως ο Γιώργος είναι ο πιο εύθυμος άνθρωπος που ξέρω.
Κουβέντα στην κουβέντα ξεπήδησε πάλι στο μυαλό μου ο Βύρων.

Του διάβασα τούτο:
..τι σχέδια μάταια, τι παιδεμοί και αγώνες που απέτυχαν
ζητώντας σωτηρία
γυρεύοντας ν’αλλάξουμε την έρημο με δέκα κόκκους άμμο
με δέκα δίκαιους τα Σόδομα της ζωής μας…

Το μόνο που μπορούμε είναι μικρές οάσεις, ο καθένας γύρω του, συνέχισε ο Γιώργος.
Η φράση του αυτή, μόνιμη επωδός των υπαρξιακών μας συζητήσεων, τραντάζει κάθε φορά το κρανίο αυτού που ενώ από έφηβος ήταν διαισθητικά σε απόγνωση, μεγαλώνοντας έφτασε να ελπίσει πως «δε μπορεί, δε γίνεται ο κόσμος να μείνει τέτοιος». Για να εμπεδωθεί κατά την ωριμότητα στο γρανιτένιο σώμα τού «όσο πίσω κι αν πάμε δε θα συναντήσουμε μηδενική αρχή / αρχινισμένος από παντα ήταν ο κόσμος».
Μια διαρκής παλινδρόμηση μέσα στα τοιχώματα του λέβητα της αυτογνωσιακής απόγνωσης.
Εμείς οι δύο, είπε, εμείς οι δύο φίλε, επανέλαβε προφανώς για να το εμπεδώσω, έχουμε την τύχη να βλέπουμε τις προσπάθειές μας να αποδίδουν καρπούς.
Τι να πουν τόσοι άλλοι;
Πηγαίνω στην κουζίνα να πιω τον πρωινό καφέ. Η οικιακή βοηθός με κοιτάζει βουρκωμένη· τα έμαθες για την κόρη μου, πρέπει να χειρουργηθεί, να της βάλουν βαλβίδα. Ήρθα στην Ελλάδα το ’98, όταν μας άρπαξαν τα λίγα λεφτά που είχαμε στην τράπεζα. Είμαι δεκαεφτά χρόνια εδώ, θέλω να γυρίσω στην πατρίδα μου αλλά με άρρωστους την κόρη μου και το εγγονάκι μου δε μπορώ. Δουλεύω, και ξέρεις πώς δουλεύω και νιώθω πως όλος ο κόπος μου πέφτει σε ένα τρύπιο βαρέλι.
Η επιβεβαίωση του Γιώργου σε λίγα δευτερόλεπτα.

Απελπισία: η πληρέστερη και οριστικότερη λέξη· ακίνητη και ευάλωτη σαν χορτάτος βόας.
Είναι μεγάλο Σάββατο. Βγαίνω λίγο έξω να ξεχολεριάσω. Στα εμπορικά, στα πεζοδρόμια, στους καφενέδες, άνθρωποι απτόητοι στο Έπος της καθημερινότητας με τις αναγκαίες ανάπαυλες «βίος ανεόρταστος μακρή οδός απανδόκευτος».
Ας λέει ο Μανόλης για τον σπαραγμό της κοινοτοπίας.
Γιατί, τι άλλο από μικρά φτερουγίσματα έξω από το τέλμα της πλήξης είναι όλες οι τελετές και οι γιορτές της Κοινότητας;
Ένα φτερούγισμα στο στήθος της Νηνεμίας είναι η τρυφερή συγκομιδή της ημέρας.
Έτσι θα βολέψω την ιδιοτροπία μου μέχρι να κυλήσει το γαστροπορθητικό όργιο του διημέρου·  η γενοκτονία των αμνοεριφίων και των σπλάγχνων τους με πρόσχημα  την Ανάσταση και το Πάσχα.

Ο Γιώργος φταίει που πάλι στρίψιασα χρονιάρα μέρα.

*Απρίλης 2015, τέτοιες μέρες…

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here