Η Καταστροφή της Νήσου των Ψαρών (20 Ιουνίου 1824)

 

 

 

του Ιωάννη Κατσαβού

Υπαξιωματικού ΠΝ – Νοσηλευτή

                                                     Ιστορικού – Ερευνητή – Συγγραφέα

 

 

Πρόλογος

Οι Τουρκοαιγύπτιοι έδιναν πρωταρχική σημασία στις κατά θάλασσα επιχειρήσεις,  γιατί αν δεν καταστρεφόταν ο Ελληνικός στόλος και δεν εξουδετερώνονταν οι ναυτικές βάσεις των Ελλήνων, δεν θα ήταν δυνατό να ευδοκιμήσουν οι κατά ξηρά προσπάθειές τους. Αποφασίστηκε λοιπόν, ο Αιγυπτιακός στόλος υπό τον περιβόητο Χουσεΐν να προσβάλλει την Κάσο και ο Τουρκικός υπό τον Χοσρέφ Πασά τα Ψαρά. Ο Χοσρέφ είχε εντολή από τον σουλτάνο να εξαφανίσει από προσώπου γης τα Ψαρά, που τόσα προβλήματα δημιουργούσαν στον δυσκίνητο Τουρκικό στόλο.

Τα Ψαρά, ένα μικρό νησί στα βορειοδυτικά της Χίου, είχε σπουδαία θαλασσινή παράδοση και ήταν η τρίτη ναυτική δύναμη της Ελλάδας, μετά την Ύδρα και τις Σπέτσες, με ονομαστούς πυρπολητές, όπως ο Παπανικολής, ο Κανάρης και ο Πιπίνος. Tο ισχυρό αυτό κατά θάλασσα προπύργιο απέναντι στον Οθωμανικό στόλο κατά τον Αγώνα του 1821, ήταν, κυρίως λόγω της γεωγραφικής της θέσης, του έμπειρου πολεμικού της στολίσκου και των τολμηρών κατοίκων της, ο φόβος των Οθωμανών. Για αυτό και επέσυρε την οργή και την εκδικητική τους μανία. Έτσι, τον Ιούνιο του 1824 η Οθωμανική Κυβέρνηση αποφάσισε να εξαλείψει το εμπόδιο αυτό και να στείλει κατά των Ψαρών τον Οθωμανικό στόλο, τον οποίο εφοδίασε με 10.000 στρατό. Από αυτούς, οι 3.000 ήταν εκλεκτοί Αλβανοί υπό τους Ισμαήλ Πασά Πλιάσα και Μπανούς Σέβρανη, τους οποίους είχε στείλει ο Κιουταχής Ρεσίτ Μεχμέτ Πασάς στην Κωνσταντινούπολη κατά διαταγή του Σουλτάνου. Η επιτόπια αρχή της νήσου, όταν έμαθε την προετοιμασία των Τούρκων συγκάλεσε συνέλευση, η οποία όμως διχογνώμησε. Άλλοι υποστήριξαν ότι η υπεράσπιση του νησιού έπρεπε να γίνει με τον στρατό της ξηράς, ενώ άλλοι ήθελαν να χρησιμοποιήσουν και πλοία. Οι μεν πρώτοι πρότειναν μάλιστα να αφαιρέσουν τα πηδάλια από τα πλοία για να ενισχύσουν την αποφασιστικότητα των αγωνιστών και να τους κάνουν να πολεμήσουν πιο γενναία. Αυτή η γνώμη υπερίσχυσε και η οποία, δυστυχώς, οδήγησε τελικά στην απώλεια των Ψαρών.

 

Το χρονικό της καταστροφής

Ο Τούρκος ναύαρχος Χοσρέφ πασάς, που ήταν επιφορτισμένος με την ευθύνη της εκστρατείας, είχε πετύχει να πληροφορηθεί λεπτομέρειες για την οχύρωση των Ψαρών από κατασκόπους του, που είχαν εγκατασταθεί από καιρού στο νησί και του είχαν στείλει αναλυτικούς χάρτες. Το πρωί της 20ης Ιουνίου ο Τουρκικός στόλος, αποτελούμενος από 176 πλοία (πολεμικά και φορτηγά), απέπλευσε από το Σίγρι Μυτιλήνης με προορισμό τα Ψαρά. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, η Τουρκική αρμάδα κατέπλευσε στα ανοικτά των Ψαρών. Ενεργήθηκαν δυο αποβατικές προσπάθειες από βορρά στην περιοχή του Κανάλου μέχρι και αργά τη νύχτα της ίδιας μέρας, αλλά αποκρούστηκαν με επιτυχία από τη φρουρά του νησιού. Εν τω μεταξύ, προτάσεις Γάλλου αξιωματούχου που επέβαινε σε γαλλικό πολεμικό σκάφος, με το οποίο θα δινόταν η ευκαιρία φυγάδευσης για τουλάχιστον τα μέλη της εντόπιας Βουλής δεν έγιναν αποδεκτές και οι Ψαριανοί βουλευτές δήλωσαν αποφασισμένοι να μην εγκαταλείψουν τους συμπατριώτες τους.

Οι Τούρκοι επέμειναν στις προσπάθειές τους να δημιουργήσουν ένα προγεφύρωμα στο νησί και την τρίτη φορά το πέτυχαν. Με πολλή οργάνωση και μεθοδικότητα, προσέγγισαν τον ελάχιστα φυλασσόμενο από τους νησιώτες όρμο του Ερινού, στα βορειοανατολικά και αποβίβασαν με επιτυχία ένα ισχυρότατο σώμα από 3.000 έμπειρους Τουρκαλβανούς υπό τους Ισμαήλ Πλιάσα και Πασόμπεη, οι οποίοι και τελικά έκαμψαν την αντίσταση των υπερασπιστών Θεσσαλομακεδόνων. Σύντομα οι ελληνικές μάχιμες δυνάμεις (1.300 ντόπιοι, 700 πάροικοι και 1.000 περίπου μισθωτοί άνδρες από Β. Σποράδες, Εύβοια και Μακεδονία, σύνολο 3.000 αγωνιστές) βρέθηκαν μεταξύ δυο πυρών και αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν προς το εσωτερικό, καταδιωκόμενοι από υπερτριπλάσιο αριθμό αντιπάλων. Οι μαχητές των Ψαρών, υπέπεσαν σε ένα σοβαρό λάθος, καθώς αποφάσισαν να περιοριστεί ο αγώνας στην άμυνα της νήσου. Έτσι, έθεσαν σε απραξία τον στόλο και δεν χρησιμοποίησαν καθόλου τα πυρπολικά. Στα πυροβολεία της περιοχής Φτελιό δόθηκαν σκληρές μάχες, έως ότου και οι ελάχιστοι διασωθέντες έβαλαν φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και ανατινάχθηκαν μαζί με πολλούς εισβολείς που τους είχαν περικυκλώσει.

Οι άμαχοι (ντόπιοι και πρόσφυγες από Χίο, Κυδωνίες και Μοσχονήσια) εγκατέλειψαν πανικόβλητοι την πρωτεύουσα σπεύδοντας προς τα παράλια για να σωθούν βρίσκοντας καταφύγιο στα παροπλισμένα λόγω της αφαίρεσης των πηδαλίων τους, ελληνικά καράβια. Περισσότερα από τα γυναικόπαιδα σφαγιάσθηκαν καθ’ οδόν από τους διώκτες τους Οθωμανούς. Ωστόσο, αρκετά ελληνικά σκάφη κατόρθωσαν να ξεφύγουν και να διασωθούν, έμφορτα από ναύτες και αμάχους. Το τελευταίο αμυντικό προπύργιο των Ψαρών ήταν το λιμάνι του Παλαιοκάστρου. Εκεί βρίσκονταν 150 Έλληνες μαχητές, ενισχυμένοι από κανόνια και πυροβόλα τα οποία είχαν τοποθετηθεί σε ισχυρή οχυρωματική θέση, η οποία περιελάμβανε τους αυλόγυρους των εκκλησιών του Αγίου Ιωάννη και της Αγίας Άννας. Ύστερα από ολονύκτια (21ης προς 22α Ιουνίου) πολιορκία, οι Τούρκοι μπόρεσαν να αναρριχηθούν επί των τειχών μόλις το απόγευμα της δεύτερης ημέρας, για να ακολουθήσουν συμπλοκές εκ του συστάδην. Και εδώ η τελική απόφαση των αμυνομένων ήταν ο θάνατος παρά η αιχμαλωσία, έτσι ανατίναξαν τις δυο αποθήκες με πυρομαχικά που υπήρχαν και τινάχθηκαν στον αέρα μαζί με πολλούς εισβολείς.

Απώλειες

Από τους περίπου 7.000 γηγενείς που αποτελούσαν τον ντόπιο πληθυσμό των Ψαρών σφαγιάσθηκαν περισσότεροι απ’ τους μισούς, ενώ 3.000 διέφυγαν. Όσον αφορά στην τύχη των προσφύγων (συνολικά 23.000 άνθρωποι) οι απώλειες (νεκροί και αιχμαλωτισθέντες) έφτασαν στους 15.000. Παράλληλα, από τα περίπου 100 πλοία των Ψαριανών, μόνο 16 διασώθηκαν, καθώς και 7 πυρπολικά με τον Κανάρη. Ο Χοσρέφ πασάς, θέλοντας να προσφέρει αδιαφιλονίκητα διαπιστευτήρια της νίκης του κατά των Ψαρών, έστειλε στην Πόλη 500 κεφάλια Ψαριανών και 1.200 αυτιά, όπως και τις δυο σημαίες του νησιού που έπεσαν στα χέρια των ανδρών του. Οι Τούρκοι είχαν συνολικά 4.000 νεκρούς, από τους οποίους οι μισοί σκοτώθηκαν στο Παλαιόκαστρο. Η Ελληνική κυβέρνηση όταν έμαθε το δυστύχημα των Ψαριανών έσπευσε να δώσει στους διασωθέντες κάποια περίθαλψη, και προσωρινά τους παραχώρησε την Μονεμβασία για να κατοικήσουν. Οι πρόσφυγες αργότερα πήγαν στην Αίγινα και εξακολούθησαν τον αγώνα κατά του εχθρού υπέρ της απελευθέρωσης της Ελλάδας, ενώ αργότερα εγκαταστάθηκαν στην Εύβοια (Ερέτρια). Την εικόνα της καταστροφής δίνει με τον πιο παραστατικό τρόπο ο Εθνικός ποιητής Διονύσιος Σολωμός στο περίφημο επίγραμμά του:

 

Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη

περπατώντας η Δόξα μονάχη

μελετά τα λαμπρά παλληκάρια

και στην κόμη στεφάνι φορεί

γινωμένο από λίγα χορτάρια

πούχαν μείνει στην έρημη γη.

Επίλογος

Μετά την καταστροφή των Ψαρών, ο Οθωμανικός στόλος έπλευσε στην Μυτιλήνη. Στις 3 Ιουλίου η Ελληνική Μοίρα με αρχηγό τον Μιαούλη ξημέρωσε έξω από τα Ψαρά και αποβίβασε 300 ναύτες. Οι Οθωμανοί που είχαν παραμείνει στο νησί, όταν είδαν τους Έλληνες, διακόσιοι κλείστηκαν σε μερικά σπίτια, οι υπόλοιποι έτρεξαν στα πλοία, έκοψαν τις άγκυρες και, αποπλέοντας βρέθηκαν ανάμεσα στον Ελληνικό στόλο. Τότε άλλαξαν πορεία και έριξαν τα πλοία στην στεριά, όπου και τα έκαψαν. Στις 7 Ιουλίου εμφανίσθηκε όλος ο εχθρικός στόλος. Οι Έλληνες απέπλευσαν, γιατί τους τελείωσαν οι τροφές, οι δε Οθωμανοί παρέλαβαν τους δικούς τους, που είχαν απομείνει στα Ψαρά και έφυγαν για την Μυτιλήνη.

Η καταστροφή των Ψαρών υπήρξε δεινό πλήγμα για την Επανάσταση, συγκλονίζοντας την επαναστατημένη Ελλάδα και ιδιαίτερα τα νησιά, που απειλούνταν πλέον άμεσα από τον Οθωμανικό στόλο. Το νησί θα παραμείνει υπό Οθωμανική κυριαρχία ως το 1912, όπου θα ενσωματωθεί στον Εθνικό κορμό κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:

  1. Κόκκινος Δ.: «Η Ελληνική Επανάστασις», Αθήναι 1967-1969.
  2. Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος Larousse Britannica», Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996.
  3. Σίμψας Μ.: «Το Ναυτικό στην Ιστορία των Ελλήνων», Τόμοι Γ’- Δ’, Αθήνα 1982.
  4. Τρικούπης Σ.: «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», Αθήναι 1926.
  5. Μελετόπουλος Ι.: «Το Ναυτικόν του 1821», Αθήναι 1971.
  6. Κώνστας Π.: «Η Ναυτική Εποποιΐα του 1821», Αθήναι 1971.
  7. Φωκάς Δ.: «Το Ναυτικό του 1821», Αθήναι 1951.
  8. «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Τόμος ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1975.
  9. Δεληγιάννης Π.: «Ο Ναυτικός Αγώνας της Επανάστασης», Εκδόσεις Περισκόπιο, Αθήνα 2009.
  10. https://www.sansimera.gr/articles/156 .

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here