Του ΝΙΚΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΌΠΟΥΛΟΥ

Καθώς το 2017 έληγε, ήδη φαινόταν ότι το «πόθεν έσχες» των δικαστών αποτελεί μια σημαντική συγκυρία της Δικαιοσύνης. Η βόμβα στο Εφετείο Αθηνών, που θα μπορούσε να είναι θανατηφόρα, λογικά μετατόπισε το επίκεντρο της συζήτησης. Τελείως άστοχα, η βίαιη αυτή πράξη συνδέθηκε σε ανακοίνωση δικαστικής ένωσης με την ασκούμενη από τον υπουργό και άλλους κριτική σε βάρος των έργων της Δικαιοσύνης. Λάθος! Η κριτική είναι εργαλείο της δημοκρατίας, η βία εργαλείο του αυταρχισμού. Αλληλοαποκλείονται.

Οι δηλώσεις «πόθεν έσχες» έχουν όντως εξελιχθεί σε βασικό εργαλείο ελέγχου όσων ασκούν εξουσία για ζητήματα διαφθοράς. Σωστά, χωρίς άλλο. Πολλοί λειτουργοί (κυβερνητικοί, δικαστές, βουλευτές, διοικητές οργανισμών κ.λπ.) είναι αρμόδιοι να παίρνουν αποφάσεις με σημαντικές οικονομικές συνέπειες (οφέλη, ζημίες) για τρίτους. Κάποιοι «τρίτοι» έχουν κίνητρο να δωροδοκήσουν για να κερδίσουν, κάποιοι λίγοι ανέκαθεν το επιχειρούν.

Αυτή η ανάγκη ελέγχου του «πόθεν έσχες» αφορά κατεξοχήν και τους δικαστές. Οχι βέβαια επειδή είναι ειδικά ευάλωτοι, αλλά επειδή κρίνουν πολύ βαριά οικονομικά θέματα χωρίς κανέναν έλεγχο για ενδεχόμενα ουσιαστικά λάθη (οι αποδείξεις στο δικαστήριο της ουσίας κρίνονται κατά συνείδηση, δηλαδή πρακτικώς ανέλεγκτα). Ετσι όμως ο ορίζοντας θολώνει: μια κρίση που δεν επιτρέπεται να διαψευστεί δεν μπορεί καν να ονομάζεται επιστημονική.

Φυσικά, επίσης, η επίκληση της συνείδησης του κρίνοντος δεν καθιστά την κρίση επιστημονική. Αν ρωτηθούν ψυχολόγοι για το νόημα της συνείδησης, θα αναφερθούν σε συνονθύλευμα αρχών, λαθών και παθών, και όχι σε κάτι αλάθητο και θεόπνευστο.

Με δυο λόγια: η διάκριση μεταξύ «διακριτικής εξουσίας κρίσης» και αυθαιρεσίας δεν είναι εύκολη. Γι’ αυτό η έννομη τάξη διαθέτει εγγυήσεις ορθοδικίας, όπως η αιτιολόγηση των αποφάσεων, η δημοσιότητα και η λειτουργική ανεξαρτησία του δικαστή. Στις έμμεσες αυτές εγγυήσεις υπάγεται και ο έλεγχος του «πόθεν έσχες».

Περιμένει λοιπόν η κοινωνία από τον δικαστή να είναι πρόθυμος να υπαχθεί στον έλεγχο της περιουσίας του, όπως και τόσοι άλλοι λειτουργοί που διαχειρίζονται κρίσιμα δημόσια οικονομικά συμφέροντα. Κάτι όμως τώρα ξενίζει. Δεν αναφέρομαι σε απροθυμία υποβολής σχετικών δηλώσεων, αυτές υποβάλλονται εδώ και χρόνια. Δύσπεπτη δικαστική θέση, όπως φαίνεται, είναι εκείνη που αναφέρεται στη θεσμική καθιέρωση της πλειοψηφίας δικαστών στη σύνθεση της Επιτροπής που ελέγχει τις δηλώσεις «πόθεν έσχες» των δικαστών.

Δεν πρόκειται εδώ για ένα συνηθισμένο, αλλά για θεμελιακό νομικό σφάλμα. Ο κανόνας να έχει ο κρίνων θέση τρίτου έναντι των κρινομένων είναι καταστατικός για το δίκαιο. Αισθάνεται όμως «τρίτος» αμερόληπτος ο δικαστής που κρίνει συλλογικά αιτήματα των συναδέλφων του; Οσο πιο εξωτερικός είναι ο έλεγχος (δηλαδή από όργανα εκτός δικαστικού σώματος) τόσο περισσότερη αμεροληψία εξασφαλίζει.1

Ας γίνουμε λίγο πιο αναλυτικοί. Πώς διακρίνουν η Ιστορία και η Θεωρία του δικαίου την εκδίκηση από το δίκαιο; Το σαφέστερο κριτήριο είναι το διαδικαστικό: Η εκδίκηση γίνεται δικαιοσύνη (δηλαδή ποινή) από τη στιγμή που παύουν να δικάζουν τον φόνο οι συγγενείς και στη θέση τους κρίνουν πρόσωπα ξένα προς τις εμπλεκόμενες οικογένειες.2

Με δυο λόγια: ούτε εκείνοι που συνδέονται με δεσμούς συγγένειας, ή αργότερα φιλίας ή συντεχνίας, είναι κατάλληλοι ως κριτές ούτε αντίστροφα όσοι έχουν θέση αντιπάλου. Οσο πιο «τρίτος» είναι από κοινωνική άποψη ο κριτής τόσο επιβεβαιώνεται η ιδέα του δικαίου.

Ισως κάποιος σκεφτεί ότι τα παραπάνω είναι ξεπερασμένα. Ας προσέξουμε λοιπόν κάποια εγχώρια παραδείγματα του παρόντος χρόνου: Διάχυτη είναι π.χ. η δυσπιστία για τις διοικητικές εξετάσεις (ΕΔΕ) που γίνονται από συναδέλφους των εξεταζόμενων υπαλλήλων και σπάνια φτάνουν σε αποτελεσματικές κυρώσεις.

Παραδείγματα όμως συναδελφικής στάσης έχει εισφέρει και η ίδια η Δικαιοσύνη: όταν ίσχυε -υπέρ όλων των αρχών αδιακρίτως- έγκλημα «περιύβρισης της αρχής» (ευτυχώς η αυταρχική αυτή ρύθμιση καταργήθηκε), οι καταδίκες έφτασαν να αφορούν σχεδόν αποκλειστικά «περιυβρίσεις» της Δικαιοσύνης. Οι πολιτικοί, ασκούντες νομοθετική ή εκτελεστική εξουσία, ήταν πιο ανεκτικοί και απέφευγαν ανάλογες μηνύσεις.

Χαρακτηριστικά, στην Εισηγητική Εκθεση του νόμου 2172/19933 που κατάργησε τη σχετική διάταξη του Ποινικού Κώδικα, σημειώνονταν τα εξής: «Η ποινική επιστήμη εξαρχής άσκησε κριτική για τη ρύθμιση του άρθρου 181 του Π.Κ.

»Η πείρα εξάλλου από την εφαρμογή της διάταξης έδειξε ότι η χρήση της σε περιπτώσεις προσβολής των αναφερόμενων πολιτικών αρχών ήταν μάλλον σπάνια, ενώ αντίθετα συχνότερες ήταν οι καταδίκες για περιύβριση των δικαστικών αρχών. Οι περιπτώσεις όμως όπου στη θέση του παθόντος βρίσκονται οι ίδιες οι δικαστικές αρχές είναι αναπόφευκτα προβληματικές για την απονομή της δικαιοσύνης, ακριβώς επειδή οι κρίνοντες την περιύβριση αρχής δικαστές καλούνται να δικάσουν προσβολές σε βάρος συναδέλφων τους».

Αλλο παράδειγμα «συναδελφικών» κρίσεων προσφέρουν τα μισθολογικά αιτήματα των δικαστών. Η εμπειρία έδειχνε ότι τα αιτήματα αυτά αντιμετωπίζονται πάντοτε θετικά και μάλιστα με αναδρομική ισχύ των αποφάσεων. Γι’ αυτό το Σύνταγμα όρισε ότι ειδικά οι σχετικές με αποδοχές και συντάξεις δικαστών διαφορές δικάζονται από ειδικό δικαστήριο (άρθρο 99 Συντάγματος) με συμμετοχή επιπλέον ενός καθηγητή και ενός δικηγόρου.

Ακόμη λοιπόν και επιβεβαιωμένη από το κύρος ενός ανώτατου δικαστηρίου, η πρόβλεψη μιας πλειοψηφίας δικαστών στη σύνθεση επιτροπής που κρίνει συλλογικά θέματα δικαστών δεν αντέχει στην κριτική: δεν καταξιώνεται ούτε κοινωνικά, ούτε ιστορικά, ούτε φιλοσοφικά.

(1) Ετσι, Μ. Σταθόπουλος, άρθρο «Νέα Σελίδα», 17/12/2017. (2) V.Vlavianos, Zur Lehre der Blutrache, Jena 1924, ιδίως σελ. 26. (3) Το άρθρο 181 Ποινικού Κώδικα καταργήθηκε με το άρθρο 34 του Ν. 2172/1993.

Από: Εφημερίδα των Συντακτών

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here