Του Αλέξανδρου Ασωνίτη,
 
                συγγραφέα,
                συντονιστή της σχολής σεμιναρίων «Ανοιχτή Τέχνη»,    info@anoixtitexni.gr,www.anoixtitexni.gr
 
     Πολύ, πάρα πολύ,  θα θέλαμε όλοι, ο Ηλίας Καζάν (Καζαντζόγλου), το 1952, να είχε αρνηθεί να καταθέσει στην επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών του διαβόητου ακροδεξιού γερουσιαστή Μακάρθι, όπου επιβεβαίωσε την «κόκκινη» ιδεολογία οκτώ φίλων και συναδέλφων του στο περίφημο «Γκρούπ Θήατερ» (Στέλλα και Λούθηρος ΄Αντλερ, Λι Στράσμπεργκ Κλίφορντ Οντέτς κα). Αλλά, δυστυχώς, απεδείχθη ότι δεν ήταν τόσο γενναίος (αν και στην πρώτη κλήση του αρνήθηκε να παραστεί), όπως βέβαια δεν ήταν και αθώος. Δεν ήταν όμως και χαφιές, όπως καθιερώθηκε να λέγεται και να θεωρείται. Το «Γκρουπ Θέατερ» ήταν «κόκκινο», όλοι το ήξεραν, και τίποτα δεν θα άλλαζε, αν το επιβεβαίωνε ή όχι ο Καζάν που είχε πάψει να είναι «κόκκινος».
       Ωστόσο, η περίπτωσή του, πρόσφυγας στην Αμερική από την Μικρασία, θα μας έκανε σοφότερους, αν μάς ωθούσε να ιχνηλατήσουμε τον τρόπο με τον οποίο κάθε μακροχρόνια κατάκτηση επιδρά ψυχολογικά στους κατακτημένους, πώς αλλοιώνει τον ψυχισμό των υποδούλων μετατρέποντάς τους σε ανθρώπους (συχνά γλοιώδεις και χαμερπείς) που τρέμουν σε κάθε τους δημόσια κίνηση μην εκτεθούν. Διαβρώνει  και μεγαλοφυείς, όπως ο Καζάν. Που διέπραξε και δεύτερο ολίσθημα, όταν καταχώρησε πληρωμένη επεξηγηματική επιστολή στους «Νιου Γιορκ Τάϊμς», αιτιολογώντας την κατάθεσή του με την ιδεολογική  απόσταση που είχε πλέον απ’ τον κομμουνισμό (προπολεμικά ήταν μέλος του ΚΚ), όπως  είχε κάθε  λόγο και δικαίωμα, βέβαια.
   Ο Καζάν που, κατά τα λεγόμενά του, ποτέ δεν έπαψε να θεωρεί τον εαυτό του μετανάστη, κατατρεγμένο και πρόσφυγα -και πρέπει να λέει την αλήθεια, γιατί αυτός ο φόβος που κατατρώει τα φυλλώματα του θάρρους τον έκανε δουλοπρεπή κι απέναντι στην Τουρκία, προς την οποία δεν ύψωσε ποτέ φωνή διαμαρτυρίας για τα εγκλήματά της, αν και δεν την είχε καμμία ανάγκη, ούτε καν για γυρίσματα:
     «….στο άρθρο που έγραψε για τους «New York Times», με το οποίο έβγαζε ψεύτη τον σεναριογράφο του «Εξπρές του μεσονυκτίου»…  ο Καζάν τα βρήκε όλα ρόδινα και έβγαλε το συμπέρασμα ότι εκείνα που είδε το κοινό στο «Εξπρές του μεσονυκτίου» ήταν όλα ψεύτικα και υποβολιμαία από εχθρούς της Τουρκίας.  ΄Οταν τελείωσα το διάβασμα του άρθρου, του το πέταξα στα μούτρα λέγοντας ότι, αν το έστελνε για δημοσίευση, η εντύπωση που θα έβγαινε θα ήταν ότι είχε πληρωθεί από την τουρκική κυβέρνηση. Για μερικά χρόνια δεν του ξαναμίλησα.» (Θόδωρος Κρίτας, καλλιτεχνικός μάνατζερ, δημοσιογράφος http://www.tovima.gr/ opinions/article/?aid=90297) 
    «…δεν μπορώ να ισχυριστώ πως η προσωπική του συνεισφορά στα καλέσματα της Ελλάδας, όταν υπήρχαν ή υπάρχουν προστριβές ή συγκρούσεις με την Τουρκία ήταν υπέρ της μιας  ή της άλλης χώρας, ούτε έχει τείνει χείρα βοηθείας ή συμπαράστασης στον ελληνισμό της Αμερικής ή γενικά στον Ελληνισμό…»  (Γιώργος Γιάνναρης, συγγραφέας, πανεπιστημιακός, Οδός Πανός, τ. 123, 2004: Ο Ελία Καζάν στον ΄Ολυμπο)     
       Ο Καζάν, λοιπόν,  αυτοχαρακτηριζόταν «Ανατολίτης» -και Ρωμιός να έλεγε θα ήταν το ίδιο: «Με τις ελιές, την φέτα του, το ούζο Μυτιλήνης… ένας γνήσιος Ρωμιός… (Γ. Γιάνναρης, ό.π). Με την λέξη αυτή, «Ανατολίτης», είναι και τίτλος μυθιστορήματός του, φαίνεται να υπονοεί έναν υποτελή προσανατολισμό της ψυχής, μια ανεπεξέργαστη ψυχική αστάθεια κι ευπείθεια, την ακούσια υποταγή του ανθρώπου σε μια εξουσία που αναγκάζεται να αποδεχθεί προκειμένου να επιβιώσει. Και, ως γνωστόν, όποιος δεν πολεμά για την ανεξαρτησία του, δεν κινδυνεύει μεν να σκοτωθεί, αλλά αυτοεγκλείεται  στο στρατόπεδο μιας διαρκούς ανυποληψίας.
     Αλλά όλα αυτά αιτολογούν την επί πενήντα χρόνια παγκόσμια στοχοποίηση του Καζάν ως χαφιέ, καταδότη και δηλωσία; Έχουμε πικρή πείρα απ’ τους «δηλωσίες» της Μακρονήσου, απ’ το προσωπικό δράμα τους, τον ψυχικό αυτοχειριασμό και κατακερματισμό  τους, απ’ την περίπτωση του «δηλωσία» Βελουχιώτη.  Ξέρουμε ότι πολλές φορές η άσκηση ψυχικής βίας ισοδυναμεί με την σωματική, και το έμμεσο με το άμεσο.        
      Ο επίσης μεγαλοφυής Ουέλς, ένας απ’ τους τρεις μεγάλους μεταπολεμικούς σκηνοθέτες των ΗΠΑ: Καζάν, Ουέλς, Χιούστον, είχε πει για τον Καζάν, σε ομιλία του σε πανεπιστήμιο του Παρισιού, που μεταδόθηκε απ’ την τηλεόραση, την άνοιξη του 1983: «Dont talk to me about this cynical!». Κυνικός, δηλαδή συμφεροντολόγος, εγωϊστής, αδίστακτος, όχι χαφιές, “stool” “peagon” “canarie” κλπ, λέξεις που ακούγονται κατά κόρον και στο «Λιμάνι της Αγωνίας» (μουσική: Λέοναρντ Μπερνστάιν).
    Αντίθετα απ’ τον Ουέλς, ο αείμνηστος Ζύλ Ντασέν, στον οποίον χρωστάμε πολλά για την προσπάθεια επαναπατρισμού των γλυπτών του Φειδία (αλλά, απείρως περισσότερα, βέβαια, στην Μελίνα που, επιπλέον, κράτησε τον Ντασέν στο προσκήνιο επί δεκαετίες. άλλοι θεωρούν ότι εξ αιτίας της παράτησε την σκηνοθεσία), αποκαλούσε συχνά, και χωρίς αφορμή, τον Καζάν: χαφιέ, προδότη, καταδότη. Στην διαδικτυακή «εγκυκλοπαίδεια» διαβάζουμε μάλιστα, με πηγή τηλεοπτική εκπομπή (!) που ‘χει μεσότιτλο «Ο ΄Ελληνας καταδότης» (!!), ότι ο Καζάν  κατέδωσε τον Ντασσέν και  κατέστρεψε την καριέρα του! Καμμία σχέση με την αλήθεια: ποτέ πουθενά δεν τον ανέφερε, ποτέ δεν διασταυρώθηκαν: «…(Ο Ντασσέν) δεν ανέδειξε κανέναν συγγραφέα, κανέναν ηθοποιό… τον λυπάμαι». Καμμία σχέση δεν είχαν και ως σκηνοθέτες. Κορυφαίος των κορυφαίων ο Καζάν, πολύ καλός σκηνοθέτης νουάρ, κυρίως, ο Ντασέν. Άλλη κατηγορία. (Ιστορική θα μείνει η σιωπηλή σκηνή των 33 λεπτών στο «Ριφιφί», καθώς και το «Η Πόλη και η Νύχτα»). Αλλά εμπόδισε την Ελλάδα να τιμήσει τον Καζάν επισείοντας διαρκώς την ιταμή κατάθεσή  του. Δεν τον κέρδισε στα στούντιο του Χόλλυγουντ, και πήρε εκδίκηση μέσω της Μελίνας. Τον απέκλεισε απ’ την Ελλάδα, όπως ο Καζάν συνέβαλε στο να αποκλεισθούν απ’ το Χόλλυγουντ τα μέλη του «Γκρουπ Θήατερ». Ανθρώπινα. 
    Κι ωστόσο ο Καζάν ήταν χαφιές, και μάλιστα μεγάλος, και σ’ αυτό οφείλεται η στοχοποίηση και το μένος εναντίον του.
      Γιατί κατέγραψε στο σελιλόιντ και κατέδωσε σ’ όλη την υφήλιο το άρρωστο κύτταρο του Αγγλοσαξωνισμού, τον αρρωστημένο ψυχισμό αυτών που ποδηγετούν τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό, τα σάπια αποστήματα που πυορροούν ανεξάντλητα μέσα τους, τις φοβίες τους, την ολοκληρωτική εξάρτησή τους από την Βίβλο (θυμηθείτε τον υιό Μπους), τον χριστιανογενή αντισιωνισμό ή σιωνισμό τους (παράδοξο αλλά και ενδεικτικό, ότι ο Ντασσέν παρέβλεπε την καταγγελία του αντισημιτισμού στην ταινία του Καζάν «Συμφωνία Κυρίων», ήδη από το 1947, και την επόμενη κατά του ρατσισμού, «Πϊνκυ», με υπότιτλο «Λευκός Νέγρος», τίτλος μεταγενέστερου δοκιμίου του Νόρμαν Μέηλερ), την φεουδαρχικού τύπου ιεραρχημένη σκέψη τους, τις ρυτίδες της πειθήνιας ανελεύθερης ψυχής τους, την υποκρισία και την ανειλικρίνειά τους, τον ανεκρίζωτο ρατσισμό τους, τις συμμορίες κάθε είδους που σ’ όλα τα επίπεδα λυμαίνονται την κοινοβουλευτική δημοκρατία τους, που δεν παύει να είναι σπουδαία σε αρκετά σημεία της.
      Ο Καζάν, λοιπόν, αποδιάρθρωσε και κατέδωσε πάνω στις οθόνες όλης της υφηλίου την σκληρή, ταξική δομή της κοινωνίας των ΗΠΑ, απογύμνωσε την παρανοϊκή ηθικολογία τους (έχουν παρακρούσεις με το τσιγάρο, επιτρέπουν όπλα και πυρηνικά), ανέδειξε τον στρεβλό, συμπλεγματικό  τρόπο που αντιμετωπίζουν τον κόσμο, περιδεείς και τρομοκρατημένοι πάντα ότι κάτι/κάποιος θα τους επιτεθεί (από αέρος, από ‘κει θεωρούν τον εαυτό τους ευάλωτο) και θα τους εξοντώσει. Αυτός είναι ο εφιάλτης των Αγγλοσαξώνων που κατέκτησαν μιαν ήπειρο εξολοθρεύοντας εκατομμύρια αυτοχθόνων ερυθρόδερμων, όπως έκαναν στον Νότο Ισπανοί και Πορτογάλοι, προπομποί των ολοκαυτωμάτων του Χίτλερ.
      Επιπλέον, ο  Καζάν δεν αποσυνέδεσε ποτέ  το ατομικό από το συλλογικό, δεν ήταν (δεν θέλησε) υπαρξιακός αλλά κοινωνικός σκηνοθέτης, άλλωστε ο υπαρξισμός δεν είναι και ποτέ δεν ήταν χαρακτηριστικό του ελληνικού πολιτισμού. Και στις συγκλονιστικές ταινίες του δεν πρωταγωνιστούν γυναίκες καλλονές, αλλά γυναίκες αληθινές, με καθημερινή ομορφιά, με ψυχική υγεία και θάρρος που συχνά υπερβαίνει αυτό των  ανδρών, που δεν είναι όλοι τους  γενναίοι, πολλοί είναι δειλοί, άνανδροι κι εγκληματίες.
       Μιλώντας σχηματικώς, θα λέγαμε  ότι ο Καζάν κατέδωσε, ώστε να μπορέσει να καταδώσει και να διασύρει διεθνώς τον Αγγλοσαξωνισμό.  Το τι ήταν στην πραγματικότητα,  το έδειξαν, πολύ εγκυρότερα απ’ την κατάθεσή του, οι ταινίες του και τα μυθιστορήματά του -και η επιλογή των θεμάτων του, διηνεκές μάθημα για κάθε σκηνοθέτη και συγγραφέα.
      Γιατί είναι εύκολο  να κατηγορεί κάποιος απ’ την ασφάλεια της απόστασης και των συνθηκών, δύσκολο είναι να μην υποκύψει  στις κρίσιμες στιγμές, όπου κρίνονται όλοι κι  όλα. Αλλά εμείς, ευτυχώς, δεν βρεθήκαμε ποτέ στην θέση του: «Ό,τι και να διάλεγα, ήταν καταστροφή». Διάλεξε να μην καταστραφεί αυτός, γνωρίζοντας ότι θα καταστρέφονταν άλλοι κι ότι θα είχε μικρό μερίδιο ευθύνης κι εκείνος. «Cynical.» Το ήξερε: «Φαίνεται ότι είχα ξεπεράσει ορισμένα βασικά όρια ανοχής για τα ανθρώπινα λάθη και τις αδυναμίες». «Μισούσα τους κομμουνιστές. Θα θυσιαζόμουνα για κάτι που δεν πίστευα; Ό,τι έκανα ήταν σωστό, ήταν όμως και δίκαιο;» Ψεύτικα αναρωτιόταν, ήξερε ότι δεν  ήταν. «Δεν άλλαξα γνώμη γι’ αυτό που έκανα… δεν έπαψα να πιστεύω στις πολλές κοινωνικές θέσεις του κομμουνισμού. Τα ονόματα που ανέφερα ήταν ήδη γνωστά στην επιτροπή… δεν συμφωνώ με τις μεθόδους της, βέβαια».
     Αλλά όσοι τον αποδοκίμασαν και διαδήλωναν εναντίον του, κατά την απονομή του Όσκαρ το 1999 για την συνολική προσφορά του στον κινηματογράφο, καλό θα ήταν να πουν στον εαυτό τους, και σε μας, πώς αντέδρασαν όταν έγινε πρόεδρος των ΗΠΑ ο Ρήγκαν, επικεφαλής του σωματείου ηθοποιών που ξεκίνησε την αντικομμουνιστική υστερία και την μαύρη λίστα του Χόλλυγουντ. Ο Ρήγκαν, ο ατάλαντος αγράμματος ηθοποιός που διαπόμπευσε τον μαρξιστικό παράδεισο με τον «Πόλεμο των ΄Αστρων». Πόσοι, λοιπόν, απ’ τους διαμαρτυρόμενους κατά του Καζάν έφυγαν απ’ τις ΗΠΑ λόγω Ρήγκαν, πόσοι σταμάτησαν να κάνουν ταινίες, πώς έδειξαν  την διαφωνία τους; Υποτασσόμαστε, δηλαδή, στο πρωτοπαλλίκαρο-τσιράκι του μακαρθισμού, τον Ρήγκαν, και χτυπάμε επ’ άπειρον τον μη αγγλοσάξωνα Καζάν, δικαιώνοντάς τον στην ουσία.  Η γνωστή αγγλοσαξωνική γενναιότητα που απαγχόνιζε 19χρονους στην Κύπρο και στην Κεφαλλονιά, τον 19ο αιώνα, κι έκαιγε με ναπάλμ Βιετναμέζικα χωριά.  
    Ο Καζάν, όπως ο άλλος μεγάλος Έλληνας των ΗΠΑ, ο μεγαλοφυής εικαστικός Λουκάς Σαμαράς, ένοιωθε πάντα ξένος στην κοινωνία τους, δεν ενσωματώθηκε, δεν θέλησε να ενσωματωθεί ποτέ. Κι αυτό ενοχλούσε επιπλέον τους  Αγγλοσάξωνες κυριάρχους του πλανήτη, τους  περιβόητους Wasps, που ποτέ δεν συμφιλιώθηκαν με το γεγονός ότι στην κολοσσιαία τους βιομηχανία θεάματος, τον άοπλο (πολιτιστικό) βραχίονα της πολεμικής βιομηχανίας και του ιμπεριαλισμού τους, εκείνος που είχε την πιο καθοριστική παρουσία ήταν ένας μη Αγγλοσάξωνας, ένας ΄Ελληνας, κατατρεγμένος απ’ την Τουρκία μάλιστα, ένας κοντός μελαχροινός πρόσφυγας με μεγάλη μύτη. Που κάρφωσε κιόλας!       
     Αλλά ο μυταράς βρωμιάρης ήταν αυτός που ανέδειξε και καθιέρωσε τους μεγαλύτερους θρύλους του βορειοαμερικάνικου θεάτρου και σινεμά: Μάρλον Μπράντο, Τζέημς Ντην, Γουώρεν Μπήττυ, Ρόμπερτ ντε Νίρο, Νάταλι Γουντ, Βίβιαν Λη αλλά και τον Στάθη Γιαλελλή (2 Όσκαρ σκηνοθεσίας, 9 Όσκαρ οι ηθοποιοί του και 21 υποψηφιότητες!), αυτός μετέφερε στο πανί μυθιστορήματα μεγάλων συγγραφέων τους, Στάϊνμπεκ, Φιτζέραλντ, έργα μεγάλων δραματουργών τους, Τενεσσή Ουίλιαμς («Λεωφορείον ο Πόθος», το σκηνοθέτησε και στο θέατρο, από ‘κεί ξεκίνησε κι εκεί έγινε θρύλος), Άρθουρ Μίλλερ («Ήταν όλοι τους παιδιά μου»), αυτόν παρακάλαγαν οι πιο σπουδαίοι ηθοποιοί τους να παίξουν στις ταινίες του, αυτός  ίδρυσε, με άλλους, το διάσημο «Άκτορς Στούντιο». Αυτός υπήρξε συγγραφέας υψηλότατου επιπέδου, αν κι όχι μυθοπλασίας αλλά βιωματικός.
     Ο Καζάν ένοιωθε, ήξερε και διασκέδαζε με την δυσφορία τους, με  την δυσανεξία των μετριοτήτων κι όλων αυτών που δεν συμφιλιώνονται με την πραγματικότητα. Γι’ αυτό κράτησε μέχρι τον θάνατό του μια στάση περιφρόνησης και αλαζονείας προς τους επικριτές του. Ούτε τον συγχωρούσαν ούτε τους συγχωρούσε. Ήταν καλύτερός τους,  το ήξερε και απαιτούσε. Το ήξεραν κι οι άλλοι, που ήταν περισσότεροι και μέρος του συστήματος στο οποίο ποτέ δεν δεν θέλησε να  ανήκει ο Καζάν, παρά την απόλυτη επικράτησή  του στα πλατώ. Όπως όλοι ήξεραν ότι δεν ήταν αυτός ο Μακάρθι κι ο Ρήγκαν, ότι ήταν θύμα και θύτης ταυτόχρονα,  ότι τίποτα δεν θα άλλαζε για τους διωχθέντες συναδέλφους του στο Γκρουπ Θήατερ, αν δεν επιβεβαίωνε την ιδεολογία τους.
        Το ηθικό θέμα, στο οποίο πάρα τις όποιες αιτιολογίες ήταν ένοχος, αναμίχθηκε με το καλλιτεχνικό, με το ταλέντο, στο οποίο υπερτερούσε καταφανώς. Παραδοχή του ενός έγερνε την ζυγαριά προς το άλλο, κι ισορροπία δεν ήταν δυνατόν να βρεθεί ποτέ. Αν δεν λεγόταν  Καζάν, κι αν ήταν Αγγλοσάξωνας, η στάση του θα είχε ξεχαστεί,  όπως προς τιμήν του ζητούσε ο Άρθουρ Μίλλερ, κι όπως  ξεχάστηκαν οι ανάλογες παλινωδίες του Μπόγκαρτ, π.χ. Ποιος μιλάει ποτέ γι’ αυτές;  Αλλά αν είχε διαπράξει ό,τι ο τραγικός Πάουντ (ή ο Σελίν), θα τον είχαν κρεμάσει απ’ το Εμπάιερ μπίλντινγκ.     
      Γιατί αυτός  ο Έλληνας μετανάστης από την Μικρασία, πριν την καταστροφή, διέλυσε με χολλυγουντιανή λάμψη τον μύθο ότι οι Αγγλοσάξωνες είναι ανώτεροι όλων σε όλα, όπως κομπορρημονούν με την  συμπεριφορά τους (και τα σοβαρά επιτεύγματά τους). Κι ήταν υποχρεωμένοι να τον ανεχθούν, όπως ανέχθηκαν τον Ουέλς, γιατί με το ένα χέρι βοηθούσε εξ αντικειμένου το Χόλλυγουντ, άρα  τον πυρήνα της πολιτικής των ΗΠΑ, και με το άλλο τους κατήγγειλε (όπως σήμερα  ο Τσόμσκι και παλιότερα ο Χένρυ Μίλλερ).
     Με αποκορύφωμα, ίσως, την προτελευταία ταινία του, 1972, όχι πολύ γνωστή, τους «Επισκέπτες» (σενάριο του γιου του Κρις, πρώτη εμφάνιση του Τζέημς Γουντς). Ένας βετεράνος του Βιετνάμ απομονώνεται σ’ ένα κτήμα και ζει ήρεμα  με την γυναίκα του και τον γιο τους. Τον επισκέπτονται δυο συμπολεμιστές του που του καταλογίζουν κάτι πολύ σοβαρό: Ότι «κάρφωσε» έναν εκ των δύο για βιασμό και δολοφονία μιας Βιετναμέζας και τον έστειλε στο δικαστήριο, όπου και κατέθεσε εναντίον του  (το θέμα της κατάδοσης επανέρχεται στις ταινίες του).
      Τι  θα έκαναν, λοιπόν, με τον Καζάν; Τους διευκόλυνε ο ίδιος, για δεύτερη φορά, με γενναιότητα τώρα: Αποσύρθηκε σε ηλικία μόλις 67 ετών, μετά την επόμενη ταινία του: «Ο τελευταίος μεγιστάνας», το περίφημο μυθιστόρημα του Φιτζέραλντ, σενάριο Χάρολντ Πίντερ, 1976, βλέποντας ότι αλλάζει οριστικά ο αμερικάνικος σινεμάς κι ότι πέρασε ο καιρός του. Δεν τον άφησαν να αλλάξει λέξη στο σενάριο. Την ταινία για την Μικρασιατική καταστροφή, βασιζόμενη στο  μυθιστόρημά του «Πέρα απ’ το Αίγαίο» (εκδ. Καστανιώτης, μετφ: Μανώλης Κορνήλιος), δεν την γύρισε ποτέ, δυστυχώς, και  δικαιούμαστε να τον επικρίνουμε. Ο Καζάν χάθηκε, όπως ο «μεγιστάνας» ντε Νίρο στο σκοτάδι του γκαράζ (σκηνή που «υπέδειξε» και το τέλος στο «Κάποτε στην Αμερική» του Σέρτζιο Λεόνε), αλλά δεν έσβησε. Δεν ήταν και δεν είναι δυνατόν να σβήσει ο Καζάν. Πώς θα τον αντιμετώπιζαν, λοιπόν;
       Οι υπέρμαχοι του καπιταλισμού αποφάσισαν να τον κατηγορούν εσαεί, επειδή στήριξε τον καπιταλισμό. Αλλά όσο  περίτεχνα ή άκομψα μεταμφίεζαν την αλήθεια, τόσο αυτή ξεγλυστρούσε: Είχε φτιάξει 19  ταινίες που συντάρασσαν και ταρακουνούσαν τους θεατές, το πιστό καλό χριστιανικό τους ποίμνιο –και το παγκόσμιο κοινό. ΄Εμπαιναν στο σινεμά ανύποπτοι, κι έβγαιναν σακαταμένοι.  Ο Καζάν έλεγε την αλήθεια για τον   Αγγλοσαξωνικό εαυτό τους χωρίς αλληγορίες, με την τελεσίδικη ωμότητα ενός πυγμάγχου. Οι θεατές, πριν καν δουν το κροσέ του, το ένοιωθαν στο πηγούνι τους,  όπως  άλεθαν τα ποπ-κορν  τους.     
      Πώς, λοιπόν, θα τον έβαζαν στο περιποιημένο, άμωμο, προτεσταντικό ή καθολικό, Αγγλοσαξωνικό σπιτικό τους, το διακοσμημένο με φτερά δολοφονημένων Ινδιάνων, την άσπρη κουκούλα των Κου-Κλουξ-Κλαν και την κουνιστή πολυθρόνα για την γιαγιά στην ξύλινη βεράντα; Τον άφησαν, παρά τα Όσκαρ, στον προθάλαμο.
     Αλλά δεν ξεμπέρδεψαν ούτε πρόκειται να ξεμπερδέψουν με τον Καζαντζόγου, Έλληνα, κι όχι ελληνικής καταγωγής. ΄Οσο υπάρχουν οι ταινίες του, οι θεατές τους θα καταλαβαίνουν τι σημαίνει Αγγλοσαξωνισμός και τι είδους άνθρωποι διέπραξαν  τα μυριάδες, ατιμώτητα εγκλήματά του, τις γενοκτονίες και τις εθνοκτονίες σ’ όλον υον πλανήτη.
      Ηλίας Καζάν, ο χαφιές, ο αρχιχαφιές!
 
   ΥΓ: Το Σάββατο 3-2, στις 6μμ, η Ανοιχτή Τέχνη διοργανώνει ημερίδα για τον Καζάν.http://www.anoixtitexni.gr/2018/01/29/i-anichti-techni-tima-ton-ilia-kazan/ Συμμετέχουν οι: Βασίλης Βαφέας, Δημήτρης Βερνίκος, Δημήτρης Σταύρακας, Τάσος Γουδέλης, Χρήστος Μήτσης, Αλέξανδρος Ασωνίτης, Κώστας Γεωργουσόπουλος. Θα ακουστούν αποσπάσματα από την συνέντευξη του στον Αχιλλέα Κυριακίδη και θα προβληθούν αποσπάσματα από ταινίες του. Θ’ ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό. Κρατήσεις θέσεων στο: info@anoixtitexni.gr
Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here