Η περίπτωση του Μιχάλυ Μπάμπιτς και η δική του Ευρώπη

 

(Mihály Babits,1883-1941)

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Ο Μιχάλυ Μπάμπιτς γεννήθηκε στις 26 Νοεμβρίου του 1883 στο Σέκσαρντ, μια γραφική κοινότητα της Ουγγαρίας, από μια διανοητική οικογένεια που ανήκε στη μεσαία τάξη. Στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης, όπου σπούδαζε, συναντήθηκε με τους Gyula Juhász (1883–1937) και Dezső Kosztolányi (1885-1936), δύο εξέχοντες ποιητές, όπου απέκτησε γνώσεις για την σύγχρονη ευρωπαϊκή και κλασσική ποίηση. Απέφυγε ενσυνείδητα να αναλάβει το ρόλο ενός πολιτικά δεσμευμένου ποιητή. Ωστόσο, όπως αποκάλυψε στην ποίησή του, παραμένοντας μακριά από τα κρίσιμα πολιτικά και κοινωνικά  ζητήματα που απασχολούσαν καθημερινά την πλειονότητα του κόσμου και των συνανθρώπων του, του στοίχισε από ψυχολογικής σκοπιάς. Στην πραγματικότητα, όμως, το κύριο θέμα της ποίησης του Μιχάλυ Μπάμπιτς ήταν πώς να συσχετίσει τον εαυτό με τον έξω κόσμο και απ’ αυτή την άποψη το πρόβλημά του ήταν ουσιαστικά το ίδιο με αυτό που μπερδεύει τον νεαρό Γκέοργκ Λούκατς  στα φιλοσοφικά του δοκίμια. ‘Εγώ έχω να γράψω ποίηση για το σύμπαν/δεν μπορώ ακόμα να ξεπεράσω τον εαυτό μου’, έγραφε σ’ ένα ποίημά του.

* * * * *

Στην πρώιμη ποίησή του, ο Μπάμπιτς εισήγαγε την  έννοια της ομορφιάς που μέχρι τότε ήταν άγνωστη στην ουγγρική λογοτεχνία. Το ταλέντο του πάνω σ’ αυτό το θέμα, διαμορφώθηκε από τους κλασσικούς περιορισμούς  και  την παράδοση, αλλά ταυτόχρονα δημιούργησε νέες παραδόσεις και άνοιξε νέους δρόμους. Η συλλογή του ‘Πρίγκιπα, τι  θα γίνει σαν έρθει χειμώνας’, περιέχει ίσως το καλύτερο φιλοσοφικό του ποίημα, την ‘Απογευματινή απορία’ σχετικά με την κοσμική ματαιότητα της ζωής που αναγεννάται μόνη της.

Το τελικό ερώτημα: ‘Γιατί μεγαλώνει το γρασίδι αφού θα μαραθεί;/ Γιατί μαραίνεται, αφού πρόκειται να αναπτυχθεί και πάλι;’ δεν είναι μια πηγή αμηχανίας ή αμηχανία, αλλά προτείνει ότι η ενατένιση της ομορφιάς δεν είναι μια μάταιη εμπειρία. Ο Μπάμπιτς, περνώντας μοναχικά χρόνια σε ανυπότακτα επαρχιακά γυμνάσια ως δάσκαλος, το εκλεπτυσμένο μυαλό του αναγκάστηκε συχνά να καταγράψει τους πολυποίκιλους περιορισμούς του περιβάλλοντός του. Έτσι δεν είναι τυχαίο που αρκετή αδιαφορία αλλά  και απαισιοδοξία, ταυτόχρονα,  συγχωνεύονται στην εγγενή θλίψη αυτών των ποιημάτων. Τα ποιήματα που γράφονται κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (‘Στα χέρια του Θεού’) έμειναν στη μνήμη για την ειρηνική τους ευγλωττία και για την ανθρώπινη αποτροπή της βίας όταν περιγράφει, για παράδειγμα μια διαδήλωση που έγινε γνωστή στην ιστορία του εργατικού κινήματος ως ‘Αιματηρή Πέμπτη’:

 

….. Στους δρόμους της Πέστης  άνθρωποι  που τρέχουν, πυροβόλα όπλα,

Αστυνομικοί, το σπασμένο γυαλί, η φωνή του λαού,  η επανάσταση,

Και υπολογίζω αβοήθητος μονάχος  τα λεπτά.

Δεν υπάρχουν ειδήσεις, ούτε εφημερίδες, το αυτοκίνητο μου αργεί.

Ζω σε ένα σιωπηλό χωριό όπου ακόμη και τα σκυλιά δεν γαβγίζουν ….

 

* * * * *

Το θέμα της αντιπολεμικής ποίησης και των πανηγυρισμών για την ειρήνη, συνεχίζεται και στην επόμενη συλλογή του, ‘Η κοιλάδα των ταραχών’  (1920). Ορισμένοι  από τους στίχους του, είναι υπέροχη έκφραση της συναισθηματικής έκκλησης του Μπάμπιτς για λογική και πίστη στο πεδίο μάχης όπου εμφιλοχωρεί η άσκοπη καταστροφή. Επιπλέον, στη συλλογή αυτή βρίσκονται ποιήματα βουκολικής ηρεμίας, σκηνές ανενόχλητων τοπίων που κυριαρχούνται από γήινα αρώματα, παστέλ χρώματα και ησυχία, απόδειξη της ενστικτώδους επιθυμίας του ποιητή να καταφύγει στην ασφάλεια ενός σαφώς διαφορετικού κόσμου από εκείνον του περιβάλλοντός του. Εδώ αναλύεται από τον ποιητή ο βαθύς σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που κινδυνεύει να καταρρεύσει, έχοντας ο ίδιος δει και βιώσει εκ του σύνεγγις το ανθρώπινο ζώο σε δράση, μια τόσο βίαιη αντίθεση με τα ιδανικά που αγαπήθηκαν στον κόσμο πριν από την έναρξη της πρώτης μεγάλης πολεμικής σύγκρουσης, το 1914. Ο Μπάμπιτς, μετά  απ’ αυτό το διάστημα, αρνήθηκε σθεναρά να υποκύψει σε πολιτικά ιδανικά, πείθοντας τον εαυτό του ότι η μόνη ελευθερία που έμεινε για ανθρώπινη αξιοπρέπεια ήταν να απομονωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο από την υπόλοιπη γύρω του ‘σκληρή ανθρωπότητα’. Είναι αλήθεια ότι η ποίησή του στερείται ερωτικών ποιημάτων και δείχνει ελάχιστο αυθορμητισμό, αλλά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για την ένταση των συναισθημάτων του. Σταδιακά (1925), η απελπισία του υποχωρεί, παρόλο που ο υποσυνείδητος αγώνας του ενάντια στην αβεβαιότητα συνεχίζεται. Επιπλέον, ένα βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα τροποποίησε την ποιητική στάση του.  Το θέμα του αυτοκάθαρσης και του αυτο-εξαγνισμού, τον έφερε από την υπερηφάνεια στο χώρο της πεποίθησης, και στα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του βρήκε τελικά ασφάλεια και σκοπό στο χώρο της πίστης. Ο ποιητής μεταμορφώνεται  τώρα στο κερί του Θεού που ‘δεν μπορεί να σβήσει ο αέρας’!

Τα τελευταία χρόνια του επισκιάστηκαν από τον καρκίνο του λάρυγγα, γεγονός που του προκάλεσε μεγάλη και αναπόφευκτη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία. Παράλληλα,  η άνοδος ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος στη Γερμανία, με τις αναπόφευκτες επιπτώσεις του στην Ουγγαρία, τον γεμίζουν με απελπισία. Ωστόσο, την ίδια στιγμή η ασθένειά του αποδείχτηκε πηγή δύναμης. Το τελευταίο ποιητικό του έργο, ‘Το βιβλίο του Ιωνά’ (1939), με την επισήμανση και υστερόγραφο ‘Η προσευχή του Ιωνά’, είναι μια συνοπτική και ποιητική αποτύπωση των αξιών, του πεπρωμένου, του προορισμού, του έσχατου κύρους και της τελικής εγκυρότητας των μηνυμάτων του ποιητή.  Ενώ ο Ιωνάς είναι το σύμβολο της ανικανότητας του ανθρώπου, ανίκανος να δει βαθύτερα και ν’ ανακαλύψει τις προθέσεις του Αιώνιου, είναι ταυτόχρονα και αυτοπροσωπογραφία, δηλαδή  η πικρή μετάνοια του Μπάμπιτς  για την απόσυρσή του στον μικροσκοπικό κόσμο του εαυτού του.  Εδώ όμως αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι κανένας ποιητής δεν μπορεί να αποφύγει να αναλάβει την βασική ευθύνη, ‘επειδή αυτός που σιωπαίνει είναι συνεργός των ενόχων/ ο αδελφός καλείται να λογοδοτεί για τις πράξεις των αδελφών του’. Έχοντας βουλιάξει  στον πόνο και την ταλαιπωρία από τον προελαύνοντα καρκίνο που μέρα με τη μέρα τον οδηγούσε ανεπιστρεπτί στο θάνατο, το τελευταίο ποιητικό έργο του Μπάμπιτς μαρτυρεί μια ηρωική βούληση του ποιητή να αρθρώσει και πάλι τη φωνή του και ο αναγνώστης δεν μπορεί να αποφύγει να δει ιδίοις όμασι   την τραγική τύχη ενός μεγάλου ποιητή που φαίνεται να έχει πληγεί με τον τρόπο των μακρυνών ελληνικών τραγωδιών. Η τελευταία κραυγή του στην ‘Προσευχή του Ιωνά’, αναμφισβήτητα δεσμεύει τον ποιητή με την ηθική υποχρέωση έξω από τα δόντια:

 

‘Κι εγώ, πριν  εξαφανιστώ, θα μπορούσα να βρω

σε μια αιώνια Φάλαινα τα μάτια της οποίας είναι τυφλά

η παλιά μου συνηθισμένη φωνή, τα λόγια μου αραδιασμένα

σε άψογη σειρά μάχης, όπως Εκείνος

Οι ψίθυροί του καθαροί, μ’ όλη  τη δύναμη του φτωχού  μου λαιμού

Θα μπορούσα να μιλάω, ακούραστος μέχρι τη νύχτα,

όσο ο παράδεισος και η Νινευή συμμορφώνονται

με τη λαχτάρα μου να μιλήσω και να μην πεθάνω’.

 

* * * * *

 

Ο Μπάμπιτς πέθανε στις 4 Αυγούστου 1941, όχι πολύ καιρό μετά την είσοδο της Ουγγαρίας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο από την πλευρά της Γερμανίας, γνωρίζοντας ελάχιστα πράγματα όσον αφορά τις περαιτέρω τερατουργίες που περίμεναν στη γωνία  την Ευρώπη και φυσικά την πατρίδα του.  Η ποιητική του κληρονομιά, αγνοήθηκε από μερικούς συναδέλφους του συγγραφείς και αυτό σε μια εποχή όπου η ηθική υποχρέωση όλων να διαμαρτυρηθούν δεν ήταν πλέον ένα ζήτημα περιορισμένο στη λογοτεχνία, αλλά ευρύτερα κοινωνικό. Τελειώνοντας πρέπει να πούμε ότι ενώ η ποίηση του Μπάμπιτς είναι αναμφισβήτητα το πιο σημαντικό μέρος της ζωής του, όπως και άλλες σημαντικές προσωπικότητες της γενιάς του, δεν υπήρξε μόνο ποιητής, γιατί τα  μυθιστορήματα, τα δοκίμια και οι μεταφράσεις του είναι επίσης μέρος της πλούσιας λογοτεχνικής του κληρονομιάς. Έτσι στο πρώτο του μυθιστόρημα έδειξε το ενδιαφέρον και την περιέργειά του για το υποσυνείδητο.  Το πιο φιλόδοξο μυθιστόρημά του είναι, ωστόσο, ‘Οι Υιοί του Θανάτου’ (1927). Χρησιμοποιώντας έναν μεγάλο καμβά και έναν πλούτο αυτοβιογραφικών  λεπτομερειών, ο Μπάμπιτς απεικονίζει την τραγική  φθορά και αποσύνθεση της παραδοσιακής ουγγρικής μεσαίας τάξης, η οποία δεν έχει ούτε τη ζωτικότητα της αγροτιάς, αλλά και  ούτε τις πολιτιστικές φιλοδοξίες της νέας, σε μεγάλο βαθμό εβραίας, μεσαίας κοινωνικής τάξης.

‘Μπροστά μας ομίχλη, πίσω μας ομίχλη, και κάτω μας μια βυθισμένη χώρα’, έλεγε κάποτε.  Κι ακόμα ότι, ‘Η ιστορία είναι ένας συνεχής πόλεμος μεταξύ δύο στρατοπέδων, το ένα με το σύνθημα συντηρητισμός και το άλλο με την  πρόοδο στις σημαίες του’. Ο Μπάμπιτς πάντα ενδιαφερόταν για τη λογοτεχνία άλλων εθνών, και πίστευε ότι το καθήκον του μεταφραστή είναι πολύ σοβαρό αφού οι πολιτιστικές αξίες δεν πρέπει να ‘κλειδώνονται’ στη γλώσσα στην οποία δημιουργήθηκαν. Οι εξειδικευμένες γνώσεις του για τους κλασσικούς, και τη γαλλική, γερμανική, αγγλική, αμερικανική και ιταλική λογοτεχνία, πιστοποιούνται όχι μόνο από τις πολυάριθμες μεταφράσεις του αλλά από τα λαμπρά δοκίμια του για τη λογοτεχνία αυτή καθ’ εαυτή. Για παράδειγμα, να αναφέρουμε ότι η μετάφραση της Θείας Κωμωδίας κέρδισε το Βραβείο του Σαν Ρέμο, που απονεμήθηκε από την ιταλική κυβέρνηση το 1940 ως η καλύτερη ξένη μετάφραση του Δάντη. Ιδιαίτερης προσοχής, αξίζουν επίσης οι μεταφράσεις του από τον Σαίξπηρ, τον Γκαίτε και τον Σοφοκλή. Ενδιαφερόταν κυρίως για την ευρωπαϊκή λογοτεχνία και  δεν είχε χρόνο για τις ‘εξωτικές’ λογοτεχνίες, πιστεύοντας ακράδαντα ότι μόνο η Ευρώπη αντιπροσωπεύει την κορυφή του ανθρώπινου πολιτισμού.

* * * * *

Ας διαβάσουμε ένα ακόμα ποίημα του Μιχάλυ Μπάμπιτς, το   ‘Ο επίλογος του λυρικού ποιητή’ που φανερώνει μερικές βαθύτερες σκέψεις του ποιητή:

 

‘Είμαι ο μόνος ήρωας των στίχων μου/ο πρώτος και ο τελευταίος που σε κάθε γραμμή κατοικεί:/τα ποιήματά μου ελπίζουν να τραγουδήσουν τα Σύμπαντα/αλλά ποτέ δεν φτάνουν πέρα απ’ το μοναχικό κελί μου.

Υπάρχουν άλλοι εκεί έξω, ν’ αντέξουν  τις κατάρες/Που γεννηθήκαμε;  Εάν μπορούσε μόνο ο Θεός να πει./Ένα τυφλό καρύδι στις σκοτεινές διασταυρώσεις του κελύφους/Δεν θέλω να Τον περιμένω να σπάσει το ξόρκι.

Ένας μαγικός κύκλος με δένει σαν μια αλυσίδα/και όμως, τα ιπτάμενα όνειρά μου αψηφούν το βάρος /αλλά ευσεβή όνειρα, ξέρω, μπορεί να λέω και ψέμα.

Μια φυλακή για τον εαυτό μου πρέπει να μείνω/το θέμα και το αντικείμενο. Βαριά μοίρα:/το άλφα και το ωμέγα είμαι εγώ’.

* * * * *

Ο Μιχάλυ Μπάμπιτς,  έγινε εκδότης του Nyugat το 1919 και διατήρησε αυτή τη θέση μέχρι το θάνατό του το 1941, όταν το περιοδικό έπαψε να κυκλοφορεί. Υπήρξε αναμφίβολα μια εξαιρετική προσωπικότητα της ουγγρικής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα. Σ’ όλη τη ζωή του στο μυαλό του βρισκόταν η σκέψη της υπαίθρου δυτικά του Δούναβη πλημμυρισμένη με νοσταλγική επιθυμία. Είναι λοιπόν κατανοητό ότι, αφήνοντας πίσω του την γρήγορη και νευρική  ζωή της πόλης, ο Μπάμπιτς  και η σύζυγός του προσπάθησαν να χαλαρώσουν στην εξοχή και να γνωρίσουν τον τόπο τους, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια των μηνών που επικρατούσαν καλύτερες καιρικές συνθήκες. Στο σπίτι τους στο Έστεργκομ, ο Μιχάλυ Μπάμπιτς ασχολείτο με την επιμέλεια του περιοδικού μέσω του ταχυδρομείου. Η πόλη και το σπίτι τους στο λόφο, τον ενέπνευσαν και εμφανίζονται άμεσα σε μεγάλο μέρος της ποίησης και της πεζογραφίας του.

Βιβλιογραφία σχετικών παραθεμάτων και αναφορών

 

  • Joseph Remenyi: Mihaly Babits, Hungarian Poeta Doctus (1883–1941). Slavonic and East European Review American Series, 1944; 3(4): 111-131
  • József Jankovics: Classicism and neoclassicism in the poetry of Mihály Babits. Hungarian Studies. 2012; 26 (1): 79-91.
  • George F. Cushing: Mihály Babits: ‘All great poets are decadent’. Hungarian Studies. 1986; 2(1): 47-63.

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here