Γεωργία Κακούρου Χρόνη: «Διαβάζοντας» τον ρακοσυλλέκτη γάτο του Χρήστου και της Φωτεινής

 

 

 

Η πρώτη ανάγνωση του παραμυθιού (Χρήστος Μπουλώτης, «Ο ρακοσυλλέκτης γάτος Μπαμ-Μπουμ και το φεγγάρι», ζωγραφιές Φωτεινή Στεφανίδη, Καλέντης, Αθήνα 2017), και οι πολλές άλλες που ακολούθησαν, έγιναν μέσα από τις ζωγραφιές της Φωτεινής Στεφανίδη. Περιμένω λίγο ακόμη να μεγαλώσει ο εγγονός μου, που τώρα είναι τεσσάρων χρονών, για να ακούσει το παραμύθι όπως του πρέπει, με τις λέξεις του Χρήστου Μπουλώτη που γνωρίζει πολύ καλά πώς να τις συνθέτει και πώς να τις νοηματοδοτεί. Η παρατήρηση αναφέρεται στην ηλικιακή ομάδα που, κατά τη γνώμη μου, μπορεί να απολαύσει το κείμενο.

Ένα τρυφερό βιβλίο που δεν κλείνει τις σελίδες του στα προβλήματα του τώρα, αλλά που ξέρει πώς να αφυπνίζει τα παιδιά (και τους μεγάλους) σταλάζοντας ταυτόχρονα το βάλσαμο της αγάπης και της ελπίδας. Ένα παραμύθι που μπορούν να διαβάσουν μόνα τους τα παιδιά του δημοτικού και να το ακούσουν από τους γονείς τους τα παιδιά του νηπιαγωγείου.

Ο αρχαιολόγος και ο γλυκόλαλος παραμυθάς είναι πάλι εδώ· η διττή ταυτότητα του Χρήστου Μπουλώτη (μάλλον η τριπλή, γιατί και η αγάπη του για τα παιχνίδια που «αναστηλώνει» η κυρία Ρίνα είναι παρούσα) μας χαρίζει, για μια ακόμη φορά, ένα πολύ ωραίο παραμύθι για τα παιδιά που, όπως όλα τα ωραία παραμύθια, διαβάζεται με το ίδιο ενδιαφέρον κι από τους μεγάλους.

Ένα παραμύθι είναι και από μόνη της η εικονογράφηση της Φωτεινής Στεφανίδη. Η μαμά γάτα που μεταφέρει τα μωρά της από στέγη σε στέγη για να τα σιγουρέψει σε ένα ασφαλές μέρος. Ο μικρός Μπαμ-Μπουμ που ξέμεινε κάτω από τον σκουπιδοντενεκέ για να γίνει ο φίλος του μικρού Νικόλα. Ο Νικόλας με τα μπλε – με τα μπλε μάτια και τα μπλε ρούχα – και η μπλε πολυκατοικία.

H καλοζωισμένη τελικά μαμά του γάτου Μπαμ Μπουμ που πέρναγε «ζωή και ψάρι» στην ταβέρνα και που της άρεσε η μοντέρνα τέχνη. Ευτυχώς! Γιατί μπορεί και να έλειπαν το ποδηλατάκι, το λιτό μπουκετάκι από ένα ασπρολούλουδο της ταπεινότητας και μια παπαρούνα, με τον μαύρο σταυρό κατάστηθα, σχεδόν σε κάθε ζωγραφιά, όψια και ανάποδα· οι νεραντζιές φορτωμένες με άνθη και καρπούς ταυτόχρονα και αυτά τα ιδιόχειρα σκόρπια γραμματάκια που όλο και σου αποκαλύπτουν τους κώδικες ανάγνωσής τους και μαζί ένα ξαφνιασμένο μουτράκι με του κόσμου τα μικρά θάματα και τα μεγάλα.

Το παλιό μας τόπι, η κόκκινη κλωστή (τι παραμύθι ν’ αρχινίσει χωρίς την κόκκινη κλωστή …)· το νεράντζι, ή πορτοκάλι (της Σπάρτης οι πορτοκαλιές λόγια, τραγούδια του έρωτα) καρφωμένο με μια ελληνική, χάρτινη σημαιούλα για να μυρίζει πατρίδα! Κι εκείνη η μικρή παραφορτωμένη βαρκούλα, να ταξιδεύει τις ψυχές καταμεσίς στο πέλαγος με τιμόνι την ελπίδα και μόνο σύμμαχό της το ολόγιομο φεγγάρι.

Άρεσαν πολύ στη μαμά του Μπαμ-Μπουμ αυτές οι ζωγραφιές. Της θύμιζαν και πολλούς από τους ζωγράφους που αγαπούσε – ας πούμε έναν που τον έλεγαν Μαρκ Σαγκάλ – και έτσι πολλαπλασιαζόταν η χαρά της.

Και τι ζωγράφος αυτή η Φωτεινή, σκεπτόταν η μαμά του Μπαμ-Μπουμ, που σε αφήνει να διαβάσεις πίσω από το χρώμα το χρώμα, πίσω από το χρώμα τις γραμμές, πίσω από τις γραμμές να παρακολουθείς το δικό της χέρι, προέκταση της καρδιάς της· και της ευαισθησίας της και της ικανότητάς της να «διαβάζει» με το δικό της μοναδικό τρόπο τις λέξεις του Χρήστου Μπουλώτη κρατώντας μια εξαιρετική ισορροπία με το κείμενο· ούτε να το υπερτονίζει, ούτε να του υπολείπεται.

Και τι ωραία που ζωγράφισε τον κύριο Ευτύχιο και την κυρία Ρίνα. Τον κύριο Ευτύχιο που «ήταν άπιαστος να βγάζει φως από το μαύρο» και που στη ζωγραφιά κρατάει το πολύχρωμο χειρόγραφό του «Η αγάπη ήρθε και στρογγυλοκάθησε στην καρδιά». Τι κομψός που είναι ο κύριος Ευτύχιος, με το κόκκινο πουά παπιγιόν του και τα ολοστρόγγυλα γυαλάκια του. Αλλά και η κυρία Ρίνα τι όμορφη που είναι κι αυτή, με το πράσινο καπέλο της, την κόκκινη μπλούζα και το γαλάζιο της φόρεμα με τις βούλες· αγαπούσε κι αυτή τις βούλες, όπως κι ο κύριος Ευτύχιος. Το λαιμό της στόλιζε το άσπρο της φουλάρι, αλλά τα πολλά στολίδια τα είχε το πράσινο καπέλο της, πουλιά και λουλουδάκια, που ταίριαζαν τόσο ωραία στα σγουρά κόκκινα μαλλάκια της.

Από πουθενά δεν λείπει το φεγγάρι, ολόγιομο ή λειψό, συντροφεύει τους τέσσερις φίλους, τον γάτο Μπαμ-Μπουμ, τον μικρό Νικόλα, την κυρία Ρίνα και τον κύριο Ευτύχιο ακόμη κι όταν σκαρφαλωμένοι στην ταράτσα της μπλε πολυκατοικίας βλέπουν στην οθόνη (του κινηματογράφου, όχι του υπολογιστή) τις ταινίες που τους αρέσουν. Αχ, αυτό το φεγγάρι που ολόγιομο κατέβηκε στη γη και χάρισε και στον Μπαμ-Μπουμ έναν φίλο της γενιάς του, τον γατούλη Μπαμ-Μπαμ που ήρθε από τον ΠΟΛΕΜΟ. Τον είδαμε τον ΠΟΛΕΜΟ, γιατί η Φωτεινή ζωγράφισε εκείνη τη μικρή παραφορτωμένη βαρκούλα, που ταξίδευε τις ψυχές καταμεσής στο πέλαγος, με τιμόνι την ελπίδα και μόνο σύμμαχό της το ολόγιομο φεγγάρι, από κοντά· και είδαμε έτσι τα μάτια του Τζελάλ, τα μάτια της μαμάς και του μπαμπά του, τα μάτια του γατούλη Μπαμ-Μπαμ.

Γιορτή στην επόμενη ζωγραφιά! Τα δυο γατάκια με παραδίπλα το φεγγάρι, με την κόκκινη κλωστή, την νεραντζιά, τα παιχνίδια που έσωσε η κυρία Ρίνα από τον κάδο των σκουπιδιών, το πορτοκάλι, το μπουκετάκι με τη μαργαρίτα και την παπαρούνα, το σημαιάκι, όλα μαζί παραστέκουν στο νιαούρισμα του γατούλη Μπαμ-Μπουμ και του γατούλη Μπαμ-Μπαμ που τραγουδάνε την ΕΙΡΗΝΗ.

Το ίδιο φεγγάρι που τους ανεβοκατεβάζει πάνω του με την ανεμόσκαλά του, τους καθίζει ανάποδα στην επιφάνειά του, για να βλέπουν από εκεί όψια τη γη. Τι ωραία θέα: η Ακρόπολη με τον Παρθενώνα· μπορεί και το Σούνιο με το ναό του Ποσειδώνα· και το τραίνο· και η θάλασσα· και τα καράβια· και ο ουρανός· και τα βουνά· ακόμη κι ένα αγγελάκι με την παπαρούνα και τη μαργαρίτα του που τρέχει με το άλογό του να προλάβει τον κύριο Ευτύχιο, την κυρία Ρίνα, τον Νικόλα και το γάτο Μπαμ-Μπουμ πάνω στο φεγγάρι, γιατί πάνω στο φεγγάρι τους βλέπει καλύτερα.

 

Τι άλλο είδαν από εκεί ψηλά; Τον κύριο Λαλάκη που έφτιαχνε καραμελωμένα μήλα και έγραφε πάνω σε όλα τη λέξη «Ρίνα». – Μπα ερωτευμένος με την κυρία Ρίνα θα ήταν φαίνεται ο κύριος Λαλάκης. Είδαν κι έναν κλόουν που αγαπούσε πολύ τα παιδιά και τους έκανε αστεία για να γελάνε. Είδε και τη μαμά του ο γάτος Μπαμ-Μπουμ, στην ταβέρνα «Το Ακρογιάλι» που ήταν δίπλα στη θάλασσα και όπου η μαμά του πέρναγε «ζωή και ψάρι».

Τι χαρές ήταν αυτές; Τρελάθηκαν τα πουλάκια και τα λουλούδια στο καπέλο της κυρίας Ρίνας· γέμισε μαργαρίτες το σχολικό λεωφορείο· οι παπαρούνες κοκκίνισαν το φεγγάρι· το καράβι από την καπνοδόχο του αντί για καπνό έβγαζε το μπουκετάκι με την παπαρούνα και τη μαργαρίτα κι ένα άλλο, μικρότερο, με τον καπνό του σχημάτιζε στον ουρανό κερασάκια. Αλλά πάνω από όλους χαιρόταν το μικρό αγγελάκι που είχε στήσει την κούνια του ανάμεσα γη και ουρανό, γιατί το χαμόγελό του εξαρτιόταν απολύτως από τη χαρά όλων των άλλων, ανθρώπων και ζώων· δεν τα ξεχώριζε αυτά τα δυο το μικρό αγγελάκι.

«Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», έτσι τέλειωνε η πρώτη αυτή ανάγνωση που έγινε μέσα από τις εικόνες. Αλλά είναι ποτέ πλήρης μια ανάγνωση που δεν διαβάζει τις λέξεις; Και μάλιστα τις λέξεις του Χρήστου Μπουλώτη;

 

 

Print Friendly, PDF & Email

3 ΣΧΟΛΙΑ

  1. «Σε ωραίο, μαύρα μου μάτια
    Σε ωραίο περιβόλι
    Σε ωραίο περιβόλι
    αγαπώ ‘να χελιδόνι… » Δημοτικό της Πελοποννήσου

    Σε ωραίο περιβόλι μεταμορφώσατε και οι τρεις σας, Φωτεινή, Χρήστο, Γεωργία αλλά κι εσύ Γιώργο Κιούση, την πολύπαθη γειτονιά των Εξαρχείων. Αστράφτει και μοσχοβολά αγάπη και συμμετοχή. Άνθρωποι ωραίοι, λουλούδια, πουλιά, γατάκια της υπομονής αλλά και της προσμονής, παιδιά, σημαιούλες, πλεούμενα και αρχαίοι ναοί μακρινοί αλλά και τόσο κοντινοί στις καρδιές,αγάπες, ο ουρανός ο γαλανός που αντί για σύννεφα τον κεντούν κεράσια, φως, τι να πρωτοπώ, πώς να σας ευχαριστήσω και να σας συγχαρώ; Στη μιζέρια και στον ζόφο, αυτά προσφέρουν ανάσες βαθιές, ευεργετικές για μικρούς και μεγάλους.
    Πάντα καλά, καλοί μου

  2. H περιγραφή σαν ακτινογραφία της καρδιάς σου, Ελένη μας πολυαγαπημένη, της γενναιόδωρης καρδιάς σου!
    Σ’ ευχαριστώ!

  3. Έφερες ξανά βροχούλα αγαπημένη Γεωργία. Κανονική ποτιστική βροχή, που εκτός από την καρδιά που διψάει καλοσύνη και δεν χορταίνει ποτέ, και την δρόσισε όσο δεν λέγεται, έφτασε να βρέξει μάγουλα και ρούχα. Μύρια τα ευχαριστώ και σ’ εσένα, και στον εγγονούλη, και στον Γιώργο μας που φιλοξένησε το συννεφάκι αυτό το απαλό με τη βροχούλα σου των καλών κι ευγενικών και πολύ παρατηρητικών σου λέξεων! Και πόσες ευχαριστίες από τον Χρήστο, πολλές μου μήνυσε από το γραφείο σήμερα! Σ’ ευχαριστούμε!

    Τι να πρωτογράψω εδώ, Ελένη μου… Για την πολύπαθη γειτονιά που ωστόσο βαστάει τις νεραντζιές και τα παλιά της σπίτια τα νεοκλασικά και εκλεκτιστικά, μουντζουρωμένα, αμαυρωμένα αλλά ζωντανά, με τους γαλανομάτηδες Νικολάκηδες να σκάνε μύτη από τις ωραίες ξύλινες πόρτες, και τους κύριους Ευτύχιους που μόνο εκεί τους συναντάμε. Βλέπεις η ευτυχία θέλει και τη δυσκολία δίπλα για να λάμψει, να έχει να φωτίσει! Χίλια ευχαριστώ για τ’ όμορφο σχόλιο, για τις ευχές και τον καλό τον λόγο!

    Πάντα καλά, αγαπημένες φίλες, πάντα καλά όλος ο κόσμος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here