Πανεπιστημιακός: Δημόσιος Λειτουργός ή Κρατικός Υπάλληλος;

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟΥ*

Το ερώτημα είναι ρητορικό, αφού συνταγματικά τουλάχιστον δεν υφίσταται. Ωστόσο η ακαδημαϊκή πρακτική ενίοτε καταδεικνύει ότι οι συνταγματικές προβλέψεις δεν παραπέμπουν σε ανάλογο συμπεριφορικό πλαίσιο, οπότε ένας δημόσιος λειτουργός μπορεί να συμπεριφέρεται ως κρατικός υπάλληλος. Μία τέτοια υπερβατική συμπεριφορά ξεπερνά καταστατικά τον προσδοκώμενο και απόλυτα αναμενόμενο λειτουργικό του ρόλο. Δυστυχώς σε κάποιες περιπτώσεις ο συνταγματικός προσδιορισμός «δημόσιος λειτουργός» έχει σημασία μόνο ως ονομαστικής αξίας σημαίνων, αφού δεν παραπέμπει σε ανάλογα ηθικο-κανονιστικά σημαινόμενα. Πάνω από όλα δεν παραπέμπει στη ρητή δέσμευση προάσπισης του δημόσιου συμφέροντος, της ελευθερίας έκφρασης, των ατομικών ελευθεριών, της ακαδημαϊκής αξιοπρέπειας, της αξιοκρατίας.

Όπως εύστοχα επισημαίνεται, «ο κρατικός υπάλληλος εκτελεί εργασία και υπακούει σε διαταγές ενός προϊσταμένου. Ο δημόσιος λειτουργός προσφέρει έργο, κοινωνικά ωφέλιμο» μέσα από πρακτικές που τον καθιστούν πρότυπο. «Ο δημόσιος υπάλληλος έχει για εργοδότη κάποιον ανώτερο δημόσιο υπάλληλο». Στον αντίποδα ο δημόσιος λειτουργός υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον απαιτώντας από την πολιτεία να του προσφέρει τα απαραίτητα οργανωτικά και λειτουργικά εχέγγυα προκειμένου να το πράξει απρόσκοπτα.

Ορθά υποστηρίζεται ότι «σε ό,τι αφορά τη θέση των δημόσιων λειτουργών στα οργανογράμματα των υπηρεσιών, ισχύουν περίπου αυτά που ισχύουν και για τους δημόσιους υπαλλήλους.  Οι κρατικοί λειτουργοί ωστόσο (ακόμα και διαισθητικά αν ερμηνεύσουμε τον τίτλο και το ρόλο τους) έχουν άλλο κύρος, διατηρούν σε μεγαλύτερο βαθμό την ατομικότητά τους και μπορούν να λάβουν περισσότερες πρωτοβουλίες». Τα παραπάνω παραπέμπουν σε ένα θεμελιώδες λειτουργικό προαπαιτούμενο. Ότι η πολιτεία και τα όργανα της θα λειτουργήσουν ως υπέρτατοι θεματοφύλακες ενός κανονιστικού περιβάλλοντος η λειτουργία του οποίου δεν θα προσδιορίζεται από πολιτικές, προσωπικές ή κομματικές σκοπιμότητες με τη χρήση κάθε μέσου.

Ωστόσο κάποια πράγματα δεν έχουν δυστυχώς αυταπόδεικτη ισχύ ακόμα και εντός των ΑΕΙ, οργανωτικές χωροταξίες όπου νομοτελειακά θα έπρεπε να αποτελούν πρότυπα ελευθερίας, ισονομίας, αξιοκρατίας και πλουραλισμού. Εμπειρικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι υπάρχουν δημόσιοι λειτουργοί που λειτουργούν με όρους εξάρτησης.

Ο τίτλος δημόσιος λειτουργός κερδίζεται και δεν μπορεί ή δεν πρέπει να αποτελεί λάφυρο συνταγματικών προβλέψεων ή διαδικαστικών διεργασιών. Ιδιαίτερα δε όταν αυτές εκμεταλλεύονται νομικά κενά προκειμένου να προβούν σε άνομες πράξεις. Συνεπώς το ειδικό βάρος του τίτλου «δημόσιος λειτουργός», τουλάχιστον σε επίπεδο σημαίνοντος, είναι αμελητέο αν τα ηθικο-κανονιστικά σημαινόμενα δεν το δικαιολογούν σε επίπεδο συμπεριφοράς και επιλογών.

Η ακαδημαϊκή ελευθερία «εγγυάται την αδέσμευτη επιστημονική σκέψη, έρευνα και διδασκαλία, νοείται δε όχι μόνο ως ατομικό δικαίωμα του πανεπιστημιακού δασκάλου, αλλά και ως οργανωμένη δραστηριότητα». Το άρθρο 16 παρ. 6 του Συντάγματος επισημαίνει ότι «βασική προϋπόθεση της ακαδημαϊκής ελευθερίας αποτελεί η αναγνώριση των μελών του ΔΕΠ των ΑΕΙ ως δημόσιων λειτουργών με ιδιαίτερα καθήκοντα και ευθύνες, αλλά και εγγυήσεις της προσωπικής και λειτουργικής τους ανεξαρτησίας».

Ορθά επισημαίνεται ότι το «βασικό χαρακτηριστικό της έννοιας του δημόσιου λειτουργού (και όχι του δημοσίου υπαλλήλου) [2], είναι η χαλαρή εξάρτηση τους από την προϊσταμένη αρχή, η θεραπεία του δημόσιου συμφέροντος σε ανώτερες βαθμίδες πολιτειακής δομής» και σύμφωνα με τον Δ. Τσάτσο «ο εξοπλισμός με νομική ευχέρεια επιλογών, αξιολογήσεων και πρωτοβουλιών».

Στην πλέον αξιόπιστη γνωμοδότηση [1] που αφορά τα μέλη ΔΕΠ και την ακαδημαϊκή ελευθερία επισημαίνεται:

«Η ακαδημαϊκή ελευθερία έχει ως λογικό υπόβαθρο το ιδιαίτερο προσωπικό καθεστώς και την κατοχύρωση της νομικής θέσεως του διδακτικού προσωπικού, ιδιαίτερα του καθηγητικού προσωπικού των ΑΕΙ».

«Τα μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ είναι δημόσιοι λειτουργοί και απολαμβάνουν λειτουργικής ανεξαρτησίας κατά την άσκηση των διδακτικών και ερευνητικών καθηκόντων τους».

«Η ακαδημαϊκή ελευθερία νοείται και ως ατομικό δικαίωμα του πανεπιστημιακού ερευνητή ή διδασκάλου» [3].  

Έγκριτοι νομικοί επισημαίνουν ότι «ο νομοθέτης είναι υποχρεωμένος, όταν ρυθμίζει τα θέματα της υπηρεσιακής καταστάσεως των μελών ΔΕΠ να σεβασθεί την από το Σύνταγμα απορρέουσα ιδιαίτερη οργανική και λειτουργική θέση τους ως δημόσιων λειτουργών που απολαμβάνουν συγκεκριμένες εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας». Αυτό αποτελεί την κορωνίδα της απρόσκοπτης άσκησης των ακαδημαϊκών τους καθηκόντων.

Όπως εύλογα επισημάνθηκε, «στα δημόσια αξιώματα συχνά υπάρχουν (α) εμπαθείς και κακότροποι άνθρωποι (β) άνθρωποι που δεν καταλαβαίνουν τη συμβολική σημασία του αξιώματος που κατέχουν (γ) άνθρωποι που δεν ξέρουν να διαχειριστούν φειδωλά την οποιαδήποτε εξουσία τους δίνεται και (δ) άνθρωποι που απλά δεν έχουν ηθικο-κανονιστικά εργαλεία προκειμένου να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της θέσης τους» και συνεπώς στο λειτούργημα τους.

Δυστυχώς και ατυχώς συναντώνται σε ανώτατα αξιώματα άνθρωποι που συνδυάζουν όλα αυτά, ταυτόχρονα. Το αποτέλεσμα δεν προάγει το δημόσιο συμφέρον και δεν δικαιολογεί τον τίτλο τιμής και θέση ευθύνης του δημόσιου λειτουργού. Σε συνθήκες πολυεπίπεδης κρίσης όπως η παρούσα τα φαινόμενα αυτά μπορεί να εκλάβουν εκφυλιστική μορφή και να μετατρέψουν έναν δημόσιο λειτουργό σε απλό κρατικό υπάλληλο ή κομματικό εντολοδόχο.

 

[1] Βουλή των Ελλήνων, Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών, Τμήμα Νομοτεχνικής Επεξεργασίας Σχεδίων και Προτάσεων Νόμων, Έκθεση επί του Σχεδίου Νόμου

[2] Την ιδιότητα αυτή το Σύνταγμα προσδίδει μόνο στους δικαστικούς λειτουργούς και στους καθηγητές των ΑΕΙ

[3] Βλ. Μάνεσης, ιδιώνυμο ατομικό δικαίωμα της ακαδημαϊκής ελευθερίας.

 

  • O κ. Βοσκόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαικών Οικονομικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας A
Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here