Παναγιώτης Ιωάννου: « “Διά την ζωγραφίαν” του Ντα Βίντσι»

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

Στις αρχές του 18ου αιώνα μεταξύ Μοριά, Επτανήσων και, πιθανότατα, Βενετίας, ο ζωγράφος και στρατιωτικός Παναγιώτης Δοξαράς (1662-1729) μετέφρασε στα ελληνικά τις πραγματείες περί ζωγραφικής του Λεονάρντο ντα Βίντσι και του φλωρεντινού ουμανιστή Λεόν Μπαττίστα Αλμπέρτι, κείμενα που συγκαταλέγονται στις σημαντικότερες πηγές της ιστορίας της ευρωπαϊκής τέχνης, καθώς και οδηγίες για την τέχνη της τοιχογραφίας του ιησουίτη ζωγράφου Αντρέα Πότσο.

Συνάμα, εξελλήνισε χιλιάδες ονόματα ζωγράφων που περιλαμβάνονταν στο πρώτο καλλιτεχνικό λεξικό, όπως κυκλοφόρησε στα ιταλικά το 1719, και μετέφρασε μια ομιλία του Πάολο Σένιερι, επιφανούς ιησουίτη ιεροκήρυκα της εποχής. Ο Δοξαράς συγκέντρωσε τις μεταφράσεις αυτές, καθώς και κάποια μικρότερα κείμενα, σε ένα εικονογραφημένο χειρόγραφο, με τον τίτλο «Τέχνη Ζωγραφίας», το οποίο, άγνωστο για ποιους λόγους, δεν εκδόθηκε τότε και έφτασε ώς εμάς σε δύο απόγραφα: ένα στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας και ένα, από πολλές απόψεις πληρέστερο, στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος. Στον παρόντα τόμο εκδίδονται για πρώτη φορά, με διπλωματική μέθοδο, τα κείμενα που απαρτίζουν το απόγραφο της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Η πρωτοβουλία του Δοξαρά, ο οποίος συνήθως προσδιορίζεται ως ο πρώτος νεοέλληνας ζωγράφος ή ως ο «μεταβυζαντινός» που έγινε «δυτικός», εκτός του ότι συνιστά μια δυνάμει παρέμβαση στο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι των ελληνόφωνων πληθυσμών, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε τεχνικό επίπεδο, παρουσιάζει επιπλέον ένα γενικότερο ενδιαφέρον: ως προς τη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε, καθώς μεταγλωττίστηκαν για πρώτη φορά λέξεις που αντιστοιχούσαν σε όρους και έννοιες δίχως αναλογία στον κόσμο για τον οποίο προορίζονταν οι μεταφράσεις, και ως προς τη διάχυση θρησκευτικών και, με την ευρεία έννοια, πολιτικών ιδεών από τον δυτικό στον ανατολικό-ορθόδοξο κόσμο.

Ας σημειωθεί, τέλος, ειδικά για την πραγματεία του Ντα Βίντσι, ότι η μετάφραση του Δοξαρά είναι από τις πρώτες που εκπονήθηκαν σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και ότι παραμένει, ακόμα, η μόνη διαθέσιμη στην ελληνική γλώσσα. «Δια την ζωγραφίαν», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Μιλάμε με τον Παναγιώτη Ιωάννου, επίκουρο καθηγητή της Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ο οποίος συνεργάζεται ως ερευνητής με το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας.

-Τι περιλαμβάνεται στον εικονογραφημένο κώδικα «Διά την ζωγραφίαν» τον οποίο επιμεληθήκατε;

Στον κώδικα «Τέχνη Ζωγραφίας», τίτλος που δόθηκε από τον συντάκτη του, Παναγιώτη Δοξαρά στα 1720, περιλαμβάνονται πρώτα απ’ όλα μεταφράσεις κειμένων περί τέχνης, συγκεκριμένα: 1) της «Πραγματείας Περί Ζωγραφικής» του Λεονάρντο ντα Βίντσι, 2) του βιβλίου του Λεόν Μπαττίστα Αλμπέρτι, «Περί Ζωγραφίας», 3) μέρους της πραγματείας «Προοπτική για τους ζωγράφους και τους αρχιτέκτονες» του Αντρέα Πότσο• και τα τρία αυτά απευθύνονται κατά κύριο λόγο σε ζωγράφους, γράφτηκαν ωστόσο σε διαφορετικές εποχές: το πρώτο, του Λεονάρντο ντα Βίντσι στα τέλη του 15ου και στις αρχές του 16ου αιώνα, εκδόθηκε δε για πρώτη φορά, και μάλιστα εν μέρει, μόνο ενάμιση αιώνα αργότερα. Το δεύτερο γράφτηκε στα 1435 και εκδόθηκε για πρώτη φορά στα 1540. Το τρίτο δημοσιεύθηκε, σε μια υπερπολυτελή έκδοση, στα 1700. Όλα αυτά τα κείμενα γνώρισαν από τη στιγμή της έκδοσής τους και μετά αλλεπάλληλες εκδόσεις και μεταφράσεις σε όλες τις γλώσσες, ευρωπαϊκές και μη.

-Γιατί θεωρείται από τα σημαντικότερα της ιστορίας της ευρωπαικής κουλτούρας;

Στον κώδικα περιλαμβάνονται και άλλα κείμενα. Μεταγλωττίζονται στα ελληνικά όλα τα ονόματα που υπήρχαν στο πρώτο εγκυκλοπαιδικό βιογραφικό λεξικό καλλιτεχνών, όπως κυκλοφόρησε, σε δεύτερη συμπληρωμένη έκδοση, το 1719 (η πρώτη έγινε το 1704) από τον Πελλεγκρίνο Αντόνιο Ορλάντι. μεταφράζονται ακόμα: οι βιογραφίες του Λεονάρντο και του Αλμπέρτι, όπως περιλήφθηκαν σε μια έκδοση των πραγματειών τους, στο Παρίσι το 1651, έκδοση από την οποία αντλεί ο Δοξαράς επίσης την εικονογράφηση του κώδικά του και από όπου μεταφράζει επίσης τα αφιερωματικά κείμενα. Επίσης αποδίδεται στα ελληνικά ένας λόγος, ένα κήρυγμα ουσιαστικά, του πιο διάσημου εκείνη την εποχή ιησουίτη, του Πάολο Σένιερι, κείμενο φαινομενικά ασύνδετο με τα υπόλοιπα περιεχόμενα του κώδικα. Τέλος, στην αρχή του κώδικα βρίσκουμε και δύο προλογικά κείμενα, το ένα υπογράφεται από τον ίδιο τον μεταφραστή Δοξαρά, το άλλο από έναν μοναχό, ονόματι Λεόντιο, αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος αναλαμβάνει να παρουσιάσει στο αναγνωστικό κοινό τον Παναγιώτη Δοξαρά, καθόσον είναι σαφές, και στα δύο προλογικά κείμενα, ότι το πόνημα προοριζόταν να τυπωθεί, πιθανολογούμε σε κάποιο από τα ελληνικά τυπογραφεία της Βενετίας.

-Σε αυτόν περιλαμβάνονται και πραγματείες περί ζωγραφικής του ντα Βίντσι;

Ειδικά τα δύο πρώτα κείμενα, του Λεονάρντο και του Αλμπέρτι, συνιστούν δύο ακρογωνιαίους λίθους της ευρωπαϊκής τέχνης, τόσο από θεωρητικής όσο και από καθαρά πρακτικής, ζωγραφικής πλευράς. Από τη μια συστηματοποιούνται οι κατακτημένες μέχρι την εποχή της συγγραφής τους γνώσεις της περιόδου που αποκαλούμε «Αναγένηση», από την άλλη προτείνονται ριζικές καινοτομίες που αφορούν σε πλείστους τομείς: στη θέση της καλλιτεχνικής παραγωγής εντός του κοινωνικού συνόλου, στη χρήση της αρχαιότητας για καλλιτεχνικούς και με την ευρεία έννοια για πολιτικούς λόγους, στην αναβάθμιση των ίδιων των καλλιτεχνών μέσα από την αναγνώριση της πνευματικής υπόστασης της δουλειάς τους.

-Αν ολοκλήρωνε την πραγματεία του περι ζωγραφικής θα συνιστούσε μειζον μνημείο περί τέχνης;

Ως προς τη σημασία ειδικά της πραγματείας του Λεονάρντο. Είναι γνωστή, ωστόσο δεν θα σταματήσει ποτέ να μας εκπλήσσει, η εκπληκτική ευρύτητα του πνεύματος του Λεονάρντο. Οι έρευνες αυτού του αγράμματου ανθρώπου –όπως αποκαλούσε ο ίδιος τον εαυτό του («omo sanza lettere»)– απλώνονται σχεδόν σε κάθε τομέα του επιστητού. Βασική έγνοιά του παραμένει η ζωγραφική, ως η κατεξοχήν πράξη δημιουργίας. Μέσα από αυτήν, υποστηρίζει ο ντα Βίντσι, ο άνθρωπος γίνεται ο ίδιος ένας θεός, καθότι δημιουργός. Ο Λεονάρντο, και αυτό είναι κάτι που τον διαφοροποιεί ριζικά από τον Αλμπέρτι (από τον οποίο επηρεάζεται αρχικά σε πολλά ζητήματα), αλλά και από τους περισσότερους συγχρόνους του, δεν δέχεται καμία αυθεντία: οι αναφορές του στην αρχαιότητα είναι ελάχιστες, το ίδιο και στη θρησκεία. Και αυτό είναι κάτι που πάει πολύ πιο πέρα από την τέχνη της ζωγραφικής, εκκινά ωστόσο από την αναζήτηση λύσεων στην εικαστική απόδοση της διαρκώς μεταβαλλόμενης φύσης, την οποία ο Λεονάρντο δεν σταματά να εξερευνά, σε κάθε πτυχή της, σε κάθε ζωντανό οργανισμό, σε κάθε φυσικό φαινόμενο. Τις παρατηρήσεις του αυτές αποτυπώνει σε χιλιάδες φύλλα σημειώσεων που έγραψε και σχεδίασε. Οι σημειώσεις του περί ζωγραφικής αποτυπώνουν ακριβώς αυτό το καθολικό πνεύμα. Αφιερώνει βέβαια μεγάλο μέρος σε τεχνικά ζητήματα, προοπτικής, αναλογίας, απόδοσης της κίνησης, έκφρασης των συναισθημάτων. Μια τέτοια καθολικότητα πνεύματος δεν ξανασυναντάμε σχεδόν σε όλη την γραμματεία περί τέχνης, όπου μπορούμε βέβαια να βρούμε κείμενα συστηματικά, οργανωμένα με μια αυστηρή δομή, και με πλήθος αναφορές σε άλλους συγγραφείς, κατεξοχήν τους αρχαίους. Αντίθετα, στις, σε μια πρώτη ματιά, χαοτικές σημειώσεις του ντα Βίντσι θα βρούμε μόνον τις δικές του παρατηρήσεις, συχνά δυσνόητες, ενίοτε απροσπέλαστες, πάντοτε γραμμένες με έναν ποιητικό, λυρικό τόνο. Όλα αυτά βέβαια συνιστούν δυσκολίες για κάθε μελετητή στην προσπάθεια να προσεγγίσει το έργο του.

Και ο Δοξαράς ως μεταφραστής θα είχε ακόμα περισσότερες δυσκολίες στις αρχές του 18ου αιώνα. Πρώτα απ΄ όλα: θα έπρεπε να αποδώσει τις συχνά ελλειπτικές σημειώσεις του ντα Βίντσι, γεννημένες από μια προσωπική διαρκή αναζήτηση που δημιουργούσε μια αναλόγως προσωπική αλληλουχία, σε μια γλώσσα που ακόμα δεν είχε αντίστοιχες λέξεις, εφόσον δεν είχε ανάλογες έννοιες. Για παράδειγμα: η έννοια της προοπτικής. Ο Δοξαράς ωστόσο αποφασίζει να βουτήξει στα βαθιά – ας σκεφτούμε εδώ ότι η μετάφρασή του είναι ουσιαστικά το πρώτο κείμενο περί τέχνης στα ελληνικά (ακόμα, εκτός από τη δική του εργασία που έμεινε ανέκδοτη για τρεις αιώνες, δεν διαθέτουμε άλλη μετάφραση των κειμένων του ντα Βίντσι, είμαστε ίσως η μοναδική χώρα του δυτικού κόσμου που συμβαίνει κάτι τέτοιο, και παρότι μάλιστα η μετάφραση του Δοξαρά είναι μια από τις πρώτες που εκπονούνται σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο). Εξάλλου, ο Δοξαράς έχει την πεποίθηση ότι στον κώδικα του που, όπως είπαμε, προτίθετο να εκδώσει για να το καταστήσει κοινό κτήμα στους ελληνόφωνους, περιλαμβάνονται όλα όσα πρέπει να γνωρίζουν οι ζωγράφοι. Μια από τις κυριότερες αρετές της μετάφρασής του είναι ότι ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό, αν και υπόρρητα, τον λυρικό τόνο του Λεονάρντο, ίσως επειδή ήταν και ο ίδιος ζωγράφος, στο σύνολο της βιβλιογραφίας χαρακτηρίζεται μάλιστα ως ο «πρώτος νεοέλληνας ζωγράφος».

-Πως ασχοληθήκατε με αυτό το θέμα και πόσο καιρό σας πήρε η συγγραφή του έργου; Τι δυσκολίες αντιμετωπίσατε;

Η έκδοση του «Τέχνη Ζωγραφίας» χρειάστηκε αρκετά χρόνια προετοιμασίας, στη διάρκεια των οποίων διαμορφώθηκε η τελική του μορφή: διπλωματική έκδοση του κειμένου, όπως αυτό περιέχεται στο χρονολογημένο το 1724 απόγραφο της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος, το οποίο είναι και πληρέστερο –άλλο ένα υπάρχει στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας, συνταγμένο τέσσερα χρόνια νωρίτερα– εκτενής εισαγωγή, όπου αναλύονται ζητήματα σχετικά με τον συντάκτη Δοξαρά και τον «κόσμο» του, με τη μεταφραστική του τακτική, με τις προϋποθέσεις της σχεδιαζόμενης τότε έκδοσης και τους πιθανούς αποδέκτες της, αναλυτικό γλωσσάριο τεχνικών και καλλιτεχνικών όρων που συναντάμε στον κώδικα.

-Ενας τέτοιος πολύμοχθος και πολύτιμος τόμος αφορά μόνο φοιτητές Ιστορίας Τέχνης;

Μια τέτοια δουλειά ότι δεν αφορά μόνον τους ιστορικούς της τέχνης. Νομίζω ότι αφορά επίσης τους ιστορικούς αλλά και τους φιλόλογους που ασχολούνται με την ιστορία της γλώσσας, θα έλεγα μάλιστα και τους ίδιους τους καλλιτέχνες: σε πολλά ζητήματα (για παράδειγμα, όταν ο Λεονάρντο περιγράφει καταλεπτώς πως συμβαίνει και η σκιά έχει χρώμα και πως θα πρέπει ανάλογα να αποδοθεί στην εικαστική επιφάνεια, ενδιαφέρει κυρίως τους ζωγράφους.

-Διδάσκετε Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Τελικά τι προσφέρει η Τέχνη στη ζωή μας,  ομορφιά, αυτογνωσία, ελευθερία….

Το τί προσφέρει η τέχνη στη ζωή μας δεν μπορώ να το απαντήσω, εξαρτάται από το είδος των αναγκών που έχει ο καθένας. Δεν συμβαίνει ακριβώς το ίδιο με την ιστορία της τέχνης, επιστήμη με την οποία μελετούμε τις προϋποθέσεις και τους τρόπους παραγωγής των έργων, μέσα στο ποτάμι, και όχι στο πλαίσιο, της ιστορίας, επιχειρώντας να ερμηνεύσουμε τις εικόνες. Θα μπορούσε βέβαια να πει κάποιος ότι τόσο η τέχνη όσο και η ιστορία της είναι παντελώς περιττά. Ας προσέξουμε όμως, γιατί δεν είναι μόνον το γεγονός πως ότι βάλουμε τελευταίο (ή το εξορίσουμε από τη ζωή μας) εκεί θα παραμείνει, το τελευταίο πράγμα στη ζωή μας και το τελευταίο πράγμα στον κόσμο –για να παραφράσουμε τον Πάβιτς– είναι επίσης ότι υπάρχει ο ορατός κίνδυνος να απαξιώσουμε τα πάντα, να τα ακυρώσουμε, να φτάσουμε στην κυνική αδιαφορία, βαθμηδόν και ίσως ανεπαίσθητα, να αυτοκαταργηθούμε.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here