Του Δημήτρη Σεβαστάκη

 

Η ανάλυση είναι γνωστή: Η Νέα Δημοκρατία προσπαθεί να ενσωματώσει την Ακροδεξιά, γι’ αυτό την κολακεύει, γι’ αυτό καπελώνεται από την ακρότητα στον δημόσιο λόγο της. Άλλοι λένε ότι η εμφάνιση ακροδεξιού κόμματος, χωρίς τους παραδοσιακούς χουλιγκανισμούς, είναι αναπότρεπτη.

Έχει συμβεί στην Ευρώπη. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην εισαχθεί το φαινόμενο. Ανασφαλής, λοιπόν, και αθροιστική στη λογική της, η Νέα Δημοκρατία τρέχει πίσω από τα πράγματα προσπαθώντας να μαζέψει όλα τα κομμάτια, προσπαθώντας να κλείσει χαραμάδες και πορτούλες.

Φάνηκε περίλαμπρα στην υπόθεση του “Μακεδονικού”, όπου θαυμάζει κανείς την τεράστια πολιτικάντικη στροφή προς τον αφαλό της. Το εσωτερικό ενός στενού κομματικού (και εκδικητικού, ρεβανσιστικού) ακροατηρίου. Υπάρχει πράγματι ακροδεξιά στροφή στον κόσμο; Ναι. Το έχω γράψει εκατό φορές. Όχι ενσυνείδητη, αλλά μέχρι στιγμής υποσυνείδητη. Εννοώ ότι δεν τρέχει να πλακώσει ο ίδιος ο μικροαστός, αλλά αισθάνεται μικρή εύνοια προς αυτόν που πλακώνει. Δεν έχει ζήσει ο ίδιος προσφυγική πίεση, αλλά πιέζεται ιδεολογικά από τη «φήμη», την ειδησεογραφία του προσφυγικού, του «άλλου», από την πολιτισμική επίδραση της «αλλότητας», που μάλιστα τη συνδέει απολύτως με την οικονομική του κατάπτωση, αλλά και τη μείωση του φαντασιακού εαυτού του, τη μείωση της διεθνούς εικόνας του.

Ο πολυκαταπιεσμένος, πολυδιαψευσμένος πολίτης, είναι ο εύπλαστος και επιρρεπής στο να βρει έναν διάβολο, να βρει ένα ευδιάκριτο κακό. Τμήμα της ελληνικής Δεξιάς, που μάλιστα, μεταδικτατορικά και με ενοχές για τις μαύρες μετεμφυλιακές δεκαετίες, πολιτεύτηκε γενικώς με μια κοινοβουλευτική εγκράτεια, μερικές φορές με ποιότητα, σήμερα έχει απασφαλίσει.

Η παρατήρηση δεν αφορά όλους – έχει ευτυχώς η συντηρητική παράταξη αρκετούς σοβαρούς και εχέφρονες ανθρώπους (που συχνά σιωπούν σήμερα), με κουλτούρα θεσμικής σταθερότητας και όχι αντίληψη τραμπούκου. Όμως τα «μπουμπούκια» δεν είναι μόνο οι εκ φύσεως ακραίοι, αλλά και οι βαθιά και αθεράπευτα καιροσκόποι, που μπορούν να γλιστρήσουν στον ακροδεξιό εθνικισμό όπως και να παριστάνουν τους ψύχραιμους και μειλίχιους.

Μπορούν να μεταμφιεστούν σε ό,τι θες, αρκεί να επιβιώσουν (είναι ακριβώς αυτοί που μέμφονται τους αριστερούς για «καρέκλα», «θεσούλα» κ.λπ. επειδή δεν την αδειάζουν για να κάτσει ο δεξιός, αφράτος κ…). Αυτή η αβαθής πολιτική συμπεριφορά αποκαλύπτει την κινδυνώδη δυναμική του προβλήματος. Υπάρχει, λοιπόν, το φαινόμενο της συντηρητικής ριζοσπαστικοποίησης ευρέων λαϊκών στρωμάτων -ιδίως με πρόφαση το προσφυγικό-, αλλά το πολλαπλασιάζουν οι πολιτικοί γλείφτες του, οι κόλακές του.

Η αντίδραση στο Σκοπιανό (των απλών, εύπιστων και συναισθηματικών, όχι των ακροδεξιών και αδίστακτων καριεριστών) βασίζεται σε φαντασιώσεις, σε παρανοήσεις, στο νεφελώδες αίσθημα ότι χάνονται όλα. (Εν τω μεταξύ παγιώνεται με τον στρουθοκαμηλισμό το χειρότερο: Όνομα, παραποίηση, αλυτρωτισμός και λαθρεμπορική μπίζνα -για να μην ξεχνιόμαστε με τον υλικό μηχανισμό κίνησης της Ιστορίας).

Το θέμα μας είναι η εκδοχή της υπανάπτυκτης Δεξιάς. Έχοντας συγκροτηθεί ως μηχανισμός πολιτικού και επαγγελματικού βιοπορισμού, δεν ξέρει άλλη τέχνη αντιπολίτευσης από αυτήν της ανεστραμμένης κυβέρνησης. Ως κυβέρνηση μοιράζει δουλειές στα δικά της παιδιά, ως αντιπολίτευση διεκδικεί δουλειές για τα δικά της παιδιά. Ο νους της δεν πάει στο ότι οι δουλειές διεκδικούνται και τις δικαιούνται δημοκρατικά όλοι.

Το καιροσκοπικό καβάλημα του εθνικισμού αποτρέπει το να δει την αγωνία αυτοπροσδιορισμού. Την αγωνία αυτοδικαίωσης. Επομένως το μόνο που μένει είναι ο απλοϊκός ενοχοποιητικός λόγος ως εκδοχή της αντιπολίτευσης. Σαν τη δεκαετία του 1960. Όσοι δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας, για να συνεχίζεται το πλιάτσικο στα νοσοκομεία και τα χρηματοδοτικά προγράμματα.

Από Αυγή

 

Print Friendly, PDF & Email

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here