Ζωή Βαλάση: Τρία υπέροχα αγόρια και ένα κορίτσι

Toυ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

 

Μια ελληνική οικογένεια περνάει τις καλοκαιρινές διακοπές στην Ανατολική Γερμανία του ’80.Παραμυθένιες συναντήσεις, περιπέτειες που μπλέκουν τον κόσμο της φαντασίας με την καθημερινότητα, απορίες κι αμφιβολίες, κουβέντες της καρδιάς, παράξενη φύση, αλλιώτικη ζωή…Μέσα από μια –φαινομενικά- απλοϊκή ματιά, όλο το μυστήριο και το δράμα της ξενιτιάς και ο γρίφος της «πατρίδας». Από το νέο βιβλίο της Ζωής Βαλάση, -«Τρία υπέροχα αγόρια και ένα κορίτσι», εκδόσεις Κέδρος.

Η Ζωή Βαλάση (γένους Τζίμα, Αθήνα 1945) είναι συγγραφέας και κριτικός, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Σορβόννη-Παρίσι IV. Από το 1976 έχει εκδώσει περισσότερα από πενήντα βιβλία, κυρίως για παιδιά, και έχει συνεργαστεί με πολλές εφημερίδες και περιοδικά, με το Ραδιόφωνο και την Τηλεόραση, – είτε για επιστημονικά θέματα είτε με έργα μυθοπλασίας -, και με διάφορα παιδαγωγικά και ερευνητικά ευρωπαϊκά κέντρα για τη νεοελληνική λογοτεχνία και γλώσσα. Έχει προσκληθεί και έχει εκπροσωπήσει το ελληνικό παιδικό βιβλίο σε διεθνή συνέδρια και διεθνείς συναντήσεις για το βιβλίο. Έχει τιμηθεί με ελληνικά και διεθνή βραβεία (1983, 1987, 2000, 2014) και έργα της έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στο εξωτερικό. Η Ζωή Βαλάση καθιέρωσε τακτική στήλη κριτικής του παιδικού βιβλίου στην εφημερίδα Ριζοσπάστης (1975-1987), και δίδαξε επί είκοσι χρόνια στην τριτοβάθμια εκπαίδευση το μάθημα «Εισαγωγή στη μελέτη της Λογοτεχνίας και των Βιβλίων για Παιδιά».

-«Τρία υπέροχα αγόρια και ένα κορίτσι» αφηγούνται τη ζωή τους στην ξενιτειά;

Στο μυθιστόρημά μου Τρία υπέροχα αγόρια και ένα κορίτσι, οι διακοπές των παιδιών στη Γερμανία είναι το πρόσχημα, το φόντο, για να παρουσιαστούν άλλοτε πιο ζωντανά, άλλοτε κάπως υπαινικτικά, η τραγική διάσταση της ξενιτιάς των κυνηγημένων του Εμφυλίου και το αγιάτρευτο σαράκι του νόστου.

Οι μέρες που περνάνε τα Ελληνάκια εκεί είναι συναρπαστικές, γεμάτες  με αναπάντεχες συναντήσεις, πρωτόγνωρες εμπειρίες, ανακαλύψεις, αποκαλύψεις, και πολλές απορίες. Ωστόσο, αν και δεν ζουν στην ξενιτειά, κι αυτά τα τυχερά κι ευνοημένα παιδιά ώρες ώρες αναπολούν τη ζωή τους στην πατρίδα σαν να ήταν πράγματι  ξενιτεμένα!…

-Μέσα από αφηγήσεις διακοπών παρουσιάζετε το δράμα του μισεμού;

Η επιθυμία μου ήταν να γράψω όχι για διακοπές αλλά για τις πληγές της εξορίας.

Για τους ανθρώπους  που φύγανε διωγμένοι από την πατρίδα τους και μείνανε μακριά της, όχι για να κάνουν  χρήματα ή καριέρα αλλά γιατί η πατρίδα τους, που είχε γιατρέψει πια τις δικές της πληγές, σ’ εκείνους αρνιόταν την επιστροφή.  Για τα παιδιά που μεγαλώσανε γαλουχημένα από εικόνες και συνήθειες μιας Ελλάδας που είχε ολότελα αλλάξει. Για τους γέρους που αναπολούσαν τα χωραφάκια, που είχαν ήδη σφετεριστεί οι γείτονες, τα σπίτια τους, που είχαν γίνει στάβλοι, τους  συγγενείς, που είχαν πάψει πια να περιμένουν.  Και που εκείνοι δεν το ‘ξεραν…

Ή δεν ήθελα να το πιστέψουν.

-Επίκαιρο όσο ποτέ;

Η ιστορία είναι γεμάτη από διωγμούς και πικρούς μισεμούς.  Η ξενιτιά είναι πάντα παρούσα. Δεν είναι θέμα επικαιρότητας.

-Ενα μυθιστόρημα βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα;

Είναι πράγματι μυθιστόρημα με πραγματικά γεγονότα και πραγματικούς ανθρώπους. Για την ακρίβεια είναι γραμμένο ως φόρος τιμής και είναι αφιερωμένο στη μνήμη εκείνων που αγωνίστηκαν για έναν καλύτερο κόσμο, και κυνηγήθηκαν ακριβώς για το ήθος τους. Η αλήθεια ήταν ότι δεν είχαμε πάει ακριβώς για διακοπές αλλά με πρόκληση του Υπουργείου Κουλτούρας της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας, καθώς είχε κυκλοφόρησε εκεί σε χιλιάδες αντίτυπα και σε αλλεπάλληλες εκδόσεις ένα  βιβλίο  μου. Και, προτιμήσαμε αντί της κρατικής φιλοξενίας το μνημειώδες σπίτι του μεταφραστή μου με τον οποίο είχαμε γίνει φίλοι.   Έτσι, είχαμε την ευκαιρία να μοιραστούμε για μερικούς μήνες  την καθημερινότητα ενός μεγάλου κύκλου ανθρώπων και να ζήσουμε πλευρές της ζωής σε μια ανατολική χώρα τις οποίες δεν θα είχε κανείς τη δυνατότητα να γνωρίσει σε τουριστικές επισκέψεις ή σε συνέδρια.

 

-Γιατί στην Ανατολική Γερμανία του 80;

Η Ανατολική Γερμανία του ’80,  είχε μια πλούσια κι ενδιαφέρουσα πνευματική και καλλιτεχνική ζωή,  και γοητευτικό το κλίμα του Μεσοπολέμου, όπως βέβαια το ξέραμε από τις ταινίες και τα βιβλία. Γειτονιές ολόκληρες στο Βερολίνο και στη Λειψία μοιάζανε βγαλμένες από παλιές εικόνες, μπυραρίες με ακέριο όλον τον παλαιικό διάκοσμό τους, ποιητές που γράφανε στα τραπεζάκια του καφενείου, εκθέσεις καλλιτεχνών της αβαν-γκαρντ  σε υποβλητικά υπόγεια, μεγαλόπρεπα μουσεία, η Βιβλιοθήκη, το ποτάμι, , η Δρέσδη με την φλωρεντινή ομορφιά της και το ποταμόπλοιο σαν κύκνο.

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here