Zουλιέν Γκριβέλ: «Να είμαστε άνθρωποι για τους άλλους»

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

«Εμείς, οι Ελβετοί, σας ευχαριστούμε πάρα πολύ, εσάς τους Έλληνες, επειδή, κάθε πρωί, μας στέλνετε ακούραστα το ελληνικό φως. Μάλιστα μας έρχεται μια ώρα αργότερα και σίγουρα δεν μοιάζει ακριβώς με το δικό σας. Αυτό το ελληνικό φως το λένε μοναδικό χωρίς να ξέρουμε ακριβώς για ποιο λόγο. Αυτό που ξέρουμε όμως είναι ότι δεν μπορούμε να το ξεχωρίσουμε από το πνεύμα και τη δημιουργική ιδιοφυΐα της αρχαίας Ελλάδας». Λόγια του φιλέλληνα και ουμανιστή Ζουλιέν Γκριβέλ, του Ελβετού οδοντίατρου που επί τριάντα χρόνια φρόντιζε του χανσενικούς της Αγίας Βαρβάρας.

-Η Ελλάδα για εσάς;

Εμένα, η Ελλάδα με προσελκύει, μ’ εμπνέει όχι μόνο για την ιστορία της, για την αρχαιολογία της, για το λαό της ή για τις χάρες της. Η Ελλάδα έχει τα κοσμήματα του πνεύματος. Όπως το λέει ένας συγγραφέας και ποιητής ελβετός ελληνικής καταγωγής, ο Georges Haldas : «Η υποδειγματική αξία της αρχαίας Ελλάδας προέρχεται απ’ ότι, μέσα της, όλα βασίζονται στο πέρασμα από την ιστορία στο μύθο. Δηλαδή από την καθημερινότητα στο ιερό.»Επιπλέον, προσπαθώ να τα μιλάω τα ωραία ελληνικά ακόμα και αν με παιδεύουνε. Συμφωνώ με την Marguerite Yourcenar που έγραψε στο βιβλίο της «Αδριανού Απομνημονεύματα»: «Μου αρέσει αυτή η γλώσσα για την ευλύγιστη μορφή της, για το πλούτο του λεξιλογίου της και επειδή ο’ τι καλύτερο που είπαν οι άνθρωποι εκφράστηκαν στα ελληνικά.»

-Πως ξεκίνησε αυτή η ιστορία;

Ίσως, ξέρετε ή δεν ξέρετε ότι, μετά τις σπουδές μου, πριν σαράντα τέσσερα χρόνια, στη στιγμή που άνοιξα το οδοντιατρείο μου στη Γενεύη, ένας φίλος μου, που είχει έρθει στην Αθήνα για να  συμμετάσχει σε μια ταινία για τη λέπρα στην Ελλάδα, με ρώτησε εάν ήθελα να ‘ρθω στην Αθήνα για να φτιάξω τα δόντια ενός φίλου του λεπρού. Γενικά, όταν κάτι ταιριάζει με την εσωτερική μου λύρα, δηλαδή όταν κάτι μου αρέσει, το αποφασίζω και οργανώνομαι αργότερα.Λοιπόν, ήρθα στην Αθήνα, στο νοσοκομείο Λοιμωδών Νόσων «Αγία Βαρβάρα» το 1972, ήμουν τότε 29 χρονών, και έφτιαξα τα δόντια του Κου Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη (Photos 1+2). Μου άρεσε αυτή η αποστολή και ζήτησα την άδεια να εργάζομαι σε συνεργασία με τον οδοντίατρο του νοσοκομείου. Ο Υπουργός Υγείας τότε, ο Σπύρος Δοξιάδης, μου την έδωσε. Μπορεί αυτό να σας φανεί περίεργο, επειδή το νοσοκομείο είχε οδοντίατρο Έλληνα. Αλλά ο Υπουργός κατάλαβε ότι ο έρχομος ενός ξένου γιατρού θα βοηθούσε να διατηρήσει τη φλόγα της ελπίδας για τους ασθενείς και να εξαφανιστεί σιγά σιγά η προκατάληψη απέναντι αυτής της αρρώστιας. Επιπλέον, μπορούσαν να παραπονεθούν σ’ ένα ξένο αυτί. Έτσι συνάντησα αυτή την άτυχη κοινότητα.

-Πόσα λεπροκομεία είχαμε στην Ελλάδα;

Τέσσερα. Στην Αγία Βαρβάρα στο Αιγάλεω, ιδρύθηκε το 1929. Θυμάμαι τα λόγια του δασκάλου μου στη Γενεύη για τα ελληνικά. Αυτός ο πολύ καλός δάσκαλος μου έμαθε τα «κολυβογράμματα» που ξέρω. Μου έλεγε ο δάσκαλος μου: «Όταν ήμουν παιδί, μια μέρα της Μεγάλης Βδομάδας, συνόδευσα μια ομάδα αγαθοεργών γυναικών στο λεπροκομείο Αγία Βαρβάρα. Σταματήσαμε μπροστά στην πύλη που απαγόρευε την είσοδο. Είχε μια καμάρα από πάνω. Δεξιά και αριστερά είχε τοίχους με σιδερένια αγκάθια για να μη φύγουν οι ασθενείς. Είδαμε με φρίκη παραμορφωμένα πρόσωπα και ακρωτηριασμένα χέρια. Θυμάμαι, θύματα κι εμείς της άγνοιας μας και του φόβου μας, πώς τους πετάγαμε τελείως τα δώρα μας μέσα από συρματοπλέγματα που μας χώριζαν. Το θυμάμαι ακόμα και σήμερα σαν να ήταν χτες, την εικόνα δυο ιερέων άρρωστοι και αυτοί. Ήταν ντυμένοι με το τσαλακωμένο ράσο τους και το βλέμμα τους ήταν λυπημένο.» Ήταν κουφή και μου έλεγε μαντινάδες. Θυμάμαι μια από αυτές: «Δεν φτάνουν οι γιατροί, μούδε τα φαρμακεία. Μα και τα χάδια τσι πληγές, κι αυτά χουν την αξία.» Ήταν η Σπιναλόγκα Κρήτης. (1904/1957) . Όταν θα πάτε στη Σπιναλόγκα ήσυχα στο καΐκι, στον καλοκαιρινό ήλιο και θα περάσετε στο ωραίο πορθμό που ξεχωρίζει την Κρήτη από το νησί, θα σκεφτείτε ότι για αυτούς τους ασθενείς ήταν ένας ωκεανός δακρίων. Αυτοί διάβαιναν την Στύγα. Πράγματι, εκείνη την εποχή, η λέπρα ήταν αθεράπευτη, δηλαδή ήταν μια καταδίκη σε θάνατο. Αυτοί που προσβάλλονταν από τη νόσο δεν ξανάβγαιναν από το λεπροκομείο. Και είναι γι’ αυτό που τους διέγραφαν από τα μητρώα του χωριού τους. Θεωρούνταν νεκροί. Έλεγε η κυρία Μπεμπελάκη : «Ζούσαμε σε μεγάλη φτώχια. Η μητέρα μας, χήρα με 8 παιδιά, πήγαινε κάθε πρωί στο νησί. Ήταν υπάλληλος, πλύστρα, εκεί μέσα για να βγάζει το ψωμί μας. Μας έλεγε κάθε μέρα: « πηγαίνω στη φωτιά!» Ηταν ακόμη στο  Καρλόβασι Σάμου(1896). Το κτίριο βρίσκεται έξω από την πόλη, πολύ κοντά στη θάλασσα. Με τη σύζυγό μου ρωτήσαμε ένα ζευγάρι αν το διπλανό κτίριο ήταν πράγματι το λεπροκομείο. Καθώς τους εξέπληξε το ενδιαφέρον δυο ξένων για το μέρος αυτό, τους εξηγήσαμε τους λόγους του ενδιαφέροντός μας. Ο άνδρας μας διηγήθηκε ότι πριν από πολλά χρόνια ένας χανσενικός, του οποίου η γυναίκα μόλις είχε πεθάνει, όντας και αυτός ετοιμοθάνατος ζήτησε από τον γέρο, που έμενε στο σπίτι αυτό και είχε εννιά παιδιά, να κρατήσει το μωρό του. Ο παππούς δέχτηκε και κράτησε το μωρό. Του άνοιξε την πόρτα του και την καρδιά του. Το παιδί μεγάλωσε, είχε σπίτι, είχε παντρευτεί και είχε παιδιά. Ο θετός γυιος και όλα τα παιδιά του παππού είχαν την ίδια κληρονομιά. Και στη Χίο, την πατρίδα του Ομήρου(1874). Από την έρευνα για τη νόσο του Χάνσεν, θυμήθηκα ότι υπήρχε στο νησί ένα νοσοκομείο για τους χανσενικούς. Βρίσκεται  σε ένα μικρό λαγκάδι , πάνω από τις Καρυές. Βλέπετε αυτό τον τάφο που δείχνει ότι έχαναν την ταυτότητά τους και ήταν στο τέλος μόνο νούμερα.

Ένας Ιερέας είχε ζήσει πάρα πολλά χρόνια συντροφιά με τους αρρώστους και ήθελα να μάθω αν ζούσε ακόμη για να τον γνωρίσω.Έμαθα ότι είχε πεθάνει το 1960, ότι είχε ανακηρυχθεί σε άγιο « Άγιος Άνθιμος ». Είδα την Ηγουμένη Βρυαίνη, που τον είχε γνωρίσει, στο μοναστήρι της Αγίας Βοήθειας. Μου πρόσφερε ένα καφέ και δυο λουκούμια. Της εξήγησα λοιπόν την σχέση μου με τους λεπρούς. Μου ζήτησε μια χάρη: μου ανέθεσε να παραδώσω μια εικόνα του Αγίου Άνθιμου στον ιερέα του νοσοκομείου Αγία Βαρβαρα του Αιγάλεω, στον πατέρα Στέφανο, για να την τοποθετήσει στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων. Θεώρησα έξοχο και ιδιαίτερα τιμητικό το γεγονός να αναλάβει ένας ξένος μια τόσο ωραία αποστολή.Στην πραγματικότητα, τα λεπροκομεία ήταν περισσότερο μέρη εξορίας ή σωφρονιστικές αποικίες παρά νοσοκομεία.

-Όλα άλλαξαν όταν ανακαλύφθηκε το φάρμακο;

Στο 1941, στην Αμερική, ανακάλυψαν ένα φάρμακο για τη λέπρα. Να σημειώσουμε αυτή την ανακάλυψη πολύ σημαντική: ο σωματικός εκφυλισμός που προκαλεί η νόσος ήταν επιτέλους υπό έλγχο ύστερα από πενήντα πέντε αιώνες συμφοράς.Στην Ελλάδα, τα φάρμακα ήρθαν το 1947-1948. Τα αποτελέσματα ήταν εκθαμβωτικά. Έκλεισαν οι πληγές. Στην πρώτη στιγμή, ήταν σαν τρέλα η ελπίδα να ξαναβρούν την προηγούμενη ζωή. Έλεγαν: «Να φύγουμε από εδώ όλοι, οι ζωντανοί και οι πεθαμένοι». Η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική. Οι υγειονομικές αρχές συνειδητοποιούσαν τη δυσκολία της κατάστασης: οι νόμοι που, επί πενήντα χρόνια, επέβαλλαν την απομόνωση, την αστυνομική και ιατρική καταστολή είχαν τρομάξει τον κόσμο. Τώρα, αμέσως, έπρεπε ο κόσμος να τους καλωσορίσει;Το 1957, όλοι οι ασθενείς των άλλων τριών λεπροκομείων συγκεντρόθηκαν στην Αγία Βαρβάρα για εξέταση, θεραπεία, αποκατάσταση και εξιτήριο. Τι βρήκανε εκεί αυτοί που ήταν συνηθισμένοι να είναι ελεύθεροι, να έχουν μια οικογενειακή ζωή; Βρήκαν ένα οργανωμένο νοσοκομείο με κτίρια για γυναίκες, άλλα για άνδρες, με ωράριο για το νοσοκομειακό φαγητό και για όλα. Για αυτό, έχτισαν καλύβια στον κήπο του νοσοκομείου με χώμα και τσιμέντο, με λαμαρίνα από πάνω. Είχαν έτσι λαχανόκηπο, κότες, κουνέλια, φρούτα.

-Οι περισσότεροι ασθενείς που δεν είχαν οικογένεια, έμειναν μέσα στο νοσοκομείο;

Ντρέπονταν και νόμιζαν ότι η ζωή έξω ήταν τώρα αδύνατη. Δημιουγούσαν έτσι το δικό τους κλείσιμο. Στη διάρκεια (επί 26 χρόνια δυο-τρείς φορές το χρόνο) αυτής της πλούσιας εμπειρίας που συνάντησα αυτή τη θαρραλέα κοινότητα, έμαθα πολλά. Αυτή η αποστολή έχτισε τις βάσεις της ζωής μου. Ήταν το βασικό πανεπιστήμιο μου.

-«Η Σεβαστή»,  το βιβλίο σας;

Μεταφράζοντας, σαν άσκηση, το γαλλικό αντίτυπο του βιβλίου μου στα καταλεκτικά ελληνικά, έτρεφα μυστικά την ελπίδα να το δω μια μέρα μεταφρασμένο στα λογοτεχνικά ελληνικά. Κι έγινε το θαύμα! Αυτό το θαύμα έχει όνομα: Κυρία Καίτη Χιωτέλλη.Μάλιστα, είχα την καλή τύχη, στο δρόμο μου, να συναντήσω την Κυρία Καίτη Χιωτέλλη, αξιόλογη συγγραφέα και ποιήτρια, που δέχτηκε ν’ απαντήσει σ’ αυτήν την πρόκληση και που μου πρόσφερε το λογοτεχνικό της ταλέντο για να είναι πιο κατάλληλη η μετάφραση μου. Πέρασε ώρες, μέρες, μήνες για την καλυτέρευση του κείμενου μου. Λοιπόν, μαζί της έμαθα να γράψω πιο ρευτές φράσεις, να νιώσω την ουσία των λέξεων. Συνάντησα ιδίως μια καταπληκτική, ενδιαφερούσα, ενδιαφερομένη και ακούραστη γυναίκα με μια εκτεταμένη κουλτούρα, μια απλή και διακριτική γυναίκα, μια ωραία ψυχή. Δεν ξέρω πώς να την ευχαριστήσω για την υπομονή της, για τη γενναιοδωρία της, για την απεριόριστη διαθεσιμότητα της.

-Το βιβλίο εκδόθηκε υπό την αιγίδα της Βιβλιοθήκης «Μανώλης Φουντουλάκης»;

. Γνώρισα τον Μανώλη Φουντουλάκη το 1973, έκανε μια θεραπεία στην Αγία Βαρβάρα,   και μου έγινε ένας αιώνιος φίλος. Μου ανάδειξε την αγαπημένη Κρήτη του και μου σύστησε όλη τη θαυμάσια οικογένεια του. Ο Μανώλης, αρχοντάνθρωπος και άξιος, αγωνίστηκε ακούραστα εναντίον του στίγματος της νόσου του Χάνσεν. Είχα την τύχη να συμμεριστώ το βλέμμα του στον κόσμο. Σ’ όλη του τη ζωή, δοκιμάστηκε σκλήρά και όμως μου έλεγε: «Βλέπεις, με όλες αυτές τις δοκιμασίες βγαίνει όμορφα σμιλευμένη η ψυχή του ανθρώπου.» Συνάντησα μια γυναίκα 70 χρονών που μόλις είχε μάθει ότι η μητέρα της που είχε πεθάνει πριν σαράντα χρόνια, είχε προσβληθεί από λέπρα. Δεν το ήξερε μέχρι σήμερα. Αυτό που είναι τρομερό γι’ αυτούς τους ασθενείς είναι ότι είχαν προσβληθεί όχι μόνο από τη νόσο αλλά και από την προκατάληψη, από την απόρριψη. Ντρέπονταν για την αρρώστια τους. Μαρτυρία: «Μπορεί να φανταστεί κανείς τι σήμαινε το γεγονός να είσαι λεπρός, χωρίς φάρμακα, χωρίς ελπίδα θεραπείας, περιμένοντας το τελικό στάδιο της αρρώστιας, αυτό της ολόκληρωτικής σου καταστροφής; Η απέχθεια για τον ίδιο σου τον εαυτό. Καταραμένη αρρώστια. Ο φόβος. « I’am rubbish ! » μου έλεγε ένας ασθενής, ενώ δεν είχε και πολλά στίγματα.Λοιπόν, φαντάστηκα τη ζωή αυτής της μητέρας και εκείνη της κόρης που δεν ήξερε τίποτα για τη φρικτή πραγματικότητα. Πρόσθεσα αληθινές μαρτυρίες σ’ όλο το κείμενο.

-Το βιβλίο δεν είναι ένα μυθιστόρημα αλλά μια αφήγηση;

Εκφράζω τον βαθύ σεβασμό και την αγάπη μου για όλους αυτούς τους ήρωες σχεδόν όλοι ντυμένοι στα μαύρα για τον σύζυγό τους, για τους φίλους τους, για τα όνειρά τους και για την ομορφιά τους. Αυτό που είναι καταπληκτικό είναι ότι έχουν θάψει πολλούς από τους δικούς τους, αλλά ποτέ δεν έθαψαν την ψυχή τους.Αυτό που με εξέπληξε είναι το παράδειγμα που διαφαίνεται μέσα από τη γενναιότητα, την αξιοπρέπεια τους που έχουν κρατήσει μετά από όλες αυτές τις δοκιμασίες. Παρ’ όλα αυτά, έμειναν όρθιοι με μεγάλη αρχοντιά Ήθελα να δείξω την εσωτερική ομορφιά τους. Ήθελα ιδίως να καταπολεμήσω το στίγμα.Σ’ αυτό το κείμενο, δείχνω πώς, γράφοντας, έπρεπε πολύ συχνά να ξεφύγω από τη δραματική δύναμη της αφήγησης και περιέγραψα την ομορφιά και τις χάρες του τοπίου. Μεταξύ του δράματος και της ομορφιάς, αυτό μπορεί να δημιουργήσει μια συγκινησιακή απόσταση που μπορεί να ενοχλήσει τον αναγνώστη. Αλλά, για μένα, αυτό έχει νόημα στο μέτρο που αυτό αντιστοιχεί στη ευαισθησία και αιδημοσύνη των ασθενών, στην ανάγκη τους να κρατήσουν την αξιοπρέπεια τους, να συνεχίσουν να κρατήσουν ένα θετικό πνεύμα προς τη φύση, παρά τις δοκιμασίες. Είναι το συναίσθημα και μια βαθιά σκέψη που οδήγησαν την πένα μου. Μέσα σ’ αυτή τη μεγάλη συγκίνηση, οι λέξεις γίνονται εύθραυστες.

-Φόρος τιμής;

Σ’ αυτό το βιβλίο, αποτίω ένα ένθερμο φόρο τιμής σ’ αυτούς τους ανθρώπους που έχουν ζήσει στη σκιά για το κουράγιο τους, για την πίστη τους, για την επιείκεια τους, όπως το μαρτυρούν τα λόγια του Κου Ρεμουνδάκη `: «Θυμούμαι όλους που μας πίκραναν, που μας καταμαρτύρησαν άδικα, τους συγχωρώ ειλικρινά.» Υποκλίνομαι μ’ ένα απέραντο σεβασμό. Είναι άνθρωποι που δικαιώνουν τον κόσμο. Σώθηκε το λαδάκι τους αλλά δεν έσβησε το φως τους. Σ’ όλη αυτή την πλούσια εμπειρία, έμαθα ότι στη ζωή, ο μόνος τρόπος να τα βγάλουμε πέρα, είναι οι άλλοι. Και θυμάμαι τα λόγια ενός θιβετιανού μοναχού που έλεγε: «Κατά βάθος, το βασικό είναι να είμαστε άνθρωποι για τους άλλους.»

 

 

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here