YOLT-You Only Live Twice

      

Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΑΜΠΟΥΡΗ

Μαθητή Γ’ Γυμνασίου Γλυκών Νερών

 

                                                                                                       

Ολημερίς περίμενε στο μπαλκόνι. Σαν έγειρε ο ήλιος τα μάτια του τρυπούσαν το μισόφωτο και σάρωναν τα πρόσωπα που διάβαιναν τον δρόμο. Αναζητούσε τον Εμμανουήλ. Κι άλλες φορές είχε αργήσει. Μα σήμερα η διαίσθηση δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Σαν κάτι να πλανιόταν στην ατμόσφαιρα και του μίλαγε για τα μελλούμενα. Τα μεσάνυχτα μαζεύτηκε στη γωνιά του με την ακοή του σε πλήρη εγρήγορση. Ανίχνευε τους βηματισμούς π’ ακούγονταν, σκάναρε τις φωνές των περαστικών. Μα  ο Εμμανουήλ πουθενά.

Ξημέρωνε… θα ‘ταν κοντά πεντέμισι. Αφουγκράστηκε το τηλέφωνο του σπιτιού να χτυπά. Κάτι έσπασε μέσα του. Σαν να νοιωσε το κακό που χτύπησε την πόρτα. Να μπορούσε να τρέξει στην πλατεία να βρει τον Εμμανουήλ με την παρέα του. Να τον δει, να νοιώσει το χέρι του πάνω του…

Τα λόγια της κυρίας Μαρίας, της μαμάς του Εμμανουήλ έπεσαν σαν κεραυνός .                         «Που να ‘ναι ο Εμμανουήλ; Τι του συνέβη; Τι θέλει η αστυνομία; Τέλειωνε τη βάρδια στο καφέ στις 5. Στις 6 θα ‘ταν σπίτι. Έτσι μου πε χθες πριν φύγει. Μακάρι να μην είναι κάτι κακό. Τι την ήθελε τη δουλειά; Δεν είχε ανάγκη να ξενυχτά… Ήθελε να ‘ναι ανεξάρτητος οικονομικά έλεγε.»

Και δίπλα της αμήχανος ο σύζυγός της ο κύριος Πέτρος που είχε ξυπνήσει από τον ήχο του τηλεφώνου. Ο αξιωματικός υπηρεσίας είπε πως ήθελε να τους δει για πέντε λεπτά ,τίποτε περισσότερο. Και προσπαθούσαν να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Οι πόρτες του σπιτιού  άνοιξαν, οι κουρτίνες τραβήχτηκαν. Ο YoLt όρμησε από το μπαλκόνι στα πόδια του κυρίου Πέτρου και από κει ολομόναχος σφεντόνα στο δρόμο. Κατευθείαν στην πλατεία. Τον ήξερε τον δρόμο, τον είχε καταγράψει στο gps του μυαλού του. Η όσφρηση του, πυξίδα στην πορεία. Παντού η μυρωδιά του Εμμανουήλ.

Έφτασε νωρίτερα στην πλατεία απ’ ότι το περιπολικό στο σπίτι. Και νοιωσε το κακό που γινε πριν ανακοινωθεί στους γονείς. Εντόπισε μικρές σταγόνες αίματος πεσμένες σ’ εκείνη τη γωνιά. Κι’ ήρθε κλαίγοντας βουβά και ξάπλωσε κει κοντά τους. Σαν να ‘θελε να ζεστάνει το αίμα του Εμμανουήλ, να το κάνει να ξανακυλήσει ζεστό. Να ξαναβρεί το φίλο του που ‘χε χαθεί κείνο το πρωινό τόσο άδικα. Δεν ήξερε ο YoLt λεπτομέρειες, μα το νοιωθε πως ο Εμμανουήλ ταξίδευε για την γειτονιά των αγγέλων.

Κι ο YoLt ο πιστός του σκύλος, το φιλαράκι της ζωής του, έκλαιγε εκεί δίπλα του. Δίπλα σ΄ ο,τι είχε απομείνει από τον Εμμανουήλ σ’ εκείνη την πλατεία, τη δική τους πλατεία. Κι έγλειφε τις σταγόνες μ’ αγάπη και νοσταλγία.

Ο νους του ταξίδευε σε παλαιότερες μέρες. Έβλεπε τον Εμμανουήλ παντού γύρω του.

Δυνατό, γελαστό να τρέχει, να τον φωνάζει, να τον εκπαιδεύει, να τον παίρνει αγκαλιά, να τον καθοδηγεί να προσέχει τους κακούς ανθρώπους…

Ήταν καλός ο Εμμανουήλ. Ήταν κοινωνικός, καταδεκτικός, ευαίσθητος. Ήταν ανοιχτόκαρδος και νέος… Ρίσκαρε, δοκίμαζε. Έκανε φίλους και εμπιστευόταν εύκολα. Εκεί έκανε το λάθος.

Γιατί ο Εμμανουήλ δεν άκουγε τον YoLt; Πόσες φορές του γάβγιζε να προσέχει αυτούς που συναντούσαν στην πλατεία. Πόσες φορές ο YoLt  τους γρύλιζε. Τότε ο Εμμανουήλ τον μάζευε με τη γνωστή του ατάκα «φρόνιμα Yo, ο Εμμανουήλ ξέρει». Και σαν έβλεπε ο YoLt κείνα τα χαρτάκια π’ άλλαζαν χέρια και περνούσαν και στα χέρια του Εμμανουήλ, ορμούσε. Σάλταρε στον Εμμανουήλ να μην τα ακουμπήσει. Και πάλι η φωνή του «έλα μικρέ Yo, ήσυχος. Ο φίλος σου… μην ανησυχείς, ξέρει. Ο Εμμανουήλ μπορεί, όποτε θέλει, να σταματήσει. Γιατί ο φίλος σου είναι δυνατός… Δεν υπάρχουν εξαρτήσεις… Αυτές είναι για τους χωμένους. Εγώ δεν είμαι…»

Μα το κακό ήρθ΄ απ΄ αλλού. Τον μαχαίρωσαν εν ψυχρό. Ξεκαθάρισμα λογαριασμών χαρακτηρίστηκε επίσημα… Βρώμικα κυκλώματα ανεπίσημα… Πρόσωπα χωρίς ήθος και όρια. Πρόσωπα που δεν υπολογίζουν τη ζωή. Θυσία όλα στο βωμό του χρήματος. Ποιος θα κερδίσει τη ρεβάνς.

Έτσι έφυγε ο Εμμανουήλ. Ένα ακόμα θύμα στην ατελείωτη λίστα των ναρκωτικών και μάλιστα όχι των σκληρών. Μόλις είχε μπει σ’ αυτή τη μακρινή και αχανή λεωφόρο της λευκής σκόνης. Δεν πρόλαβε να πάει παρακάτω… Δεν τον άφησαν.

Γίνονται ολοένα και πιο σκληροί, πιο απαιτητικοί οι προμηθευτές. Τα θέλουν όλα και στην ώρα τους. Δεν επιτρέπουν αντιδράσεις, δεν ανέχονται μαγκιές,  όπως  λένε. «Πλήρωσε για νάχεις,. Όλα εδώ και τώρα…»

Δεν υπάρχουν πρόσωπα, δεν υπάρχουν παιδιά, δεν υπάρχουν νέοι, υπάρχει μόνο πάρε δώσε και χρήμα. Ανθρώπινη ζωή, ποιος νοιάζεται… Παιδιά εξαθλιώνονται και σέρνονται πίσω από ένα τσιγαριλίκι, από μια σύριγγα. Όλα στο Θεό του κέρδους.

Κι ο Εμμανουήλ δεν πρόλαβε να σπάσει την αλυσίδα της εξάρτησης να ξεφύγει. Κι έτσι χάθηκε.

19χρονος με μία μαχαιριά νεκρός στην πλατεία του Λουτρακίου, έγραψαν οι εφημερίδες. Πρώτη είδηση στα δελτία ειδήσεων. Συγκλονίστηκε το πανελλήνιο. Η αστυνομία άρχισε τις έρευνες για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και τον εντοπισμό του δράστη ή των δραστών.

Οι γονείς του  η κυρά Μαρία και ο κύριος Πέτρος, βούλιαξαν στο αναπάντητο γιατί και πώς. Βάφτηκε η ζωή τους στο πένθος, Έδυσε ο ήλιος της ζωής τους. Έσβησε το ανέμελο  γέλιο που κυλούσε γάργαρο και δρόσιζε τη ζωή τους. Ταφόπλακα η είδηση του θανάτου του για τα όνειρά τους. Απομεινάρια ζωής και οι δύο. Η επίσκεψη μόνο απέμενε στο νέο μοναχικό σπίτι του Εμμανουήλ, κει στο νεκροταφείο, ψηλά στην πλαγιά του βουνού κάτω από ένα σκιερό πεύκο. Γέρασαν άξαφνα. Σκάφτηκαν τα πρόσωπά τους από τη θλίψη. Σφραγίστηκε όλη τους η ζωή από κείνο το αναπάντητο γιατί.

Κι ο YoLt. Ό,τι ζωντανό τους απέμεινε από το παιδί τους. Έκλαιγε  η κυρά Μαρία κρατώντας τον αγκαλιά σαν παιδί. Και κείνος της έγλειφε τα χέρια στοργικά θέλοντας να την παρηγορήσει. Και ο κύριος Πέτρος σαν ξυπνούσε τον φώναζε «έλα, YoLt, έλα παιδί μου, πάμε, πάμε μέχρι τον Εμμανουήλ πάμε να του πούμε καλημέρα».

Σαν κάτι να ‘ξερε ο Εμμανουήλ. Δεκάχρονος περίπου βρήκε μικρούλη κι αδέσποτο τον YoLt στο δρόμο. Ήταν βρεγμένος, βρώμικος και πεινασμένος. Σαν τον πήρε αγκαλιά τον κοίταξε στα δύσπιστα και τρομαγμένα ματάκια και του ‘πε «YOLO ,you only live once»,αυτό θα ‘ναι το όνομά σου». Και αμέσως μετά «όχι φίλε όχι, θα ‘σαι ο άλλος μου εαυτός, θα ζεις μια δεύτερη δική μου ζωή, θα σε λέω YoLt, you only live twice». «Πάμε σπίτι να σε πλύνω, να σε ταΐσω και να ‘σαι το δικό μου φιλαράκι, το δικό μου αδερφάκι, ο μικρούλης των δικών μου». Πάντα μαζί παντού μαζί. Του μίλαγε για το καθετί! Του εμπιστευόταν τα πάντα. Όνειρα, σκέψεις, προβληματισμούς, ερωτηματικά, συναισθηματική πίεση, νευράκια, θυμούς, απογοήτευση, όλα τα εκδήλωνε όλα τα εκμυστηρευόταν στον YoLt σαν να ‘ταν  ο ψυχολόγος του. Και κείνος τον άκουγε και αντιδρούσε ανάλογα. Γάβγιζε, μαζευόταν, γρύλιζε, χαϊδευόταν, τον έγλειφε, τον ένοιωθε σαν να ‘ταν η αδελφή ψυχή του. Άνθρωπος και ζώο ένα! Η αγάπη και η αφοσίωση δεν έχουν όρια, δεν έχουν ταμπέλες, δεν είναι προνόμιο των ανθρώπων.

Ο  YoLt κινούνταν ελεύθερος πια. Η κυρία Μαρία συχνά του άνοιγε την πόρτα λέγοντάς του «πήγαινε εσύ, εγώ θα έρθω αργότερα».

Στην αρχή ο φύλακας τον μάλωνε, τον έδιωχνε από το νεκροταφείο σαν το πρωινό ξεκλείδωνε την κεντρική πόρτα και τον έβρισκε απέξω να περιμένει. Μα τώρα τον έμαθε. Ξέρει πως έρχεται και συντροφεύει τον Εμμανουήλ. Κάθεται απέναντι από τη φωτογραφία του Εμμανουήλ και τον κοιτάζει στα μάτια. Μένει ώρες ατέλειωτες και φεύγει μόνο σαν έρθει η κυρά Μαρία ή ο κύριος Πέτρος.

Νοιώθει ο YoLt πως τα σπίτια του πια είναι δύο. Το ένα των γονιών του και τ’ άλλο του αδερφού του. Και μοιράζεται.

Πόσες φορές σαν ανοίγει η πόρτα του σπιτιού βιαστικά δεν γεννιέται η ελπίδα μήπως ήρθε ο Εμμανουήλ … μα η σκληρή γνώση τον γειώνει. Και σαν ακούει την κυρία Μαρία κλαίγοντας να λέει «αν όμως… αν…» σκέφτεται πως με το αν δεν γράφεις ιστορία, δεν φτιάχνεις ζωή, δεν φέρνεις πίσω τον Εμμανουήλ.

Και ξέρει πως μόνο τα όνειρα του ‘χουν μείνει. Τούτος ο χώρος δεν του αρνείται τίποτε.

Τα όνειρα του αφήνουν χώρο, του αφήνουν περιθώρια νάναι με τον Εμμανουήλ . Να  τρέχει μαζί του, να παραβγαίνει να τον πετάει ψηλά, να τον χτενίζει, να τον βουρτσίζει, να τον μαλώνει, να τον ζουλά, να τον φωνάζει, να του θυμώνει, να του χαμογελά, να τον φιλά…

Μπορεί να τον περιμένει στη στάση… να τον βλέπει να κατεβαίνει χαρούμενος με τους φίλους του, με το κορίτσι του την Αλίκη.

Μόνο που σε τούτη τη δεύτερη ζωή του ονείρου έχει βάλει ο YOLT απαγορευτικό στο κάπνισμα. Ο YoLt τον χαμό του φίλου του τον έχει συνδέσει με το κάπνισμα. Δεν θέλει να χάσει τον φίλο του και από τα όνειρά του. Γι΄ αυτό δεν τον αφήνει να καπνίζει. Στα όνειρα  είναι όπως παλιά, όπως τότε που ζούσε..  Μπορεί να τον συνοδεύει στο μπάσκετ και να κάθεται κει στην κερκίδα να τον παρακολουθεί να καρφώνει, να σαρώνει να τον επιδοκιμάζουν …. Μπορεί να τον ακούει να χτυπά τις χορδές της κιθάρας του και να τραγουδά.

Γιατί ο Εμμανουήλ ρουφούσε τα πάντα, ήθελε να μαθαίνει, να ‘ναι σ’ όλα μέσα. Γιατί είχε για μότο της ζωής του τα λόγια του Γκάντι «ζήσε σαν να ήταν να πεθάνεις αύριο, μάθε σαν να ήταν να ζεις για πάντα».

Και ο YoLt έχει γράψει στο βλέμμα του για να βλέπει ο Εμμανουήλ ό,τι θα ‘θελε να του πει «Εμμανουήλ είσαι στη σκέψη μου και την καρδιά μου. Μου λείπεις πολύ. Ήταν άδικο αυτό…. Να προσέχεις εκεί ψηλά, είσαι ο άγγελος μου. Εμμανουήλ δεν έφυγες ποτέ… Είσαι εδώ».

Και ο  YoLt ξέρει πως και ο φίλος του, όταν του έδωσε το όνομα, ήξερε πως εννοούσε αυτή τη ζωή τους, τη δεύτερη, τη δική τους ζωή στα όνειρα του YoLt.

 

 


 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here