Του

Ιωάννη Χ. Βούλγαρη, Ομότιμου Καθηγητή Νομικής ΔΠΘ (ivoulga@law.duth,gr)

______________________________________________________________

I.- Εισαγωγή

Η σύγχρονη πολύπλευρη οικονομική κρίση που πλήττει,φανερά ή λιγότερα φανερά,ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη μας και σαν τέτοια έχει ήδη (από τις 6 Μάϊου τ.έ. 2017) κλείσει δέκα έτη, τουλάχιστον για τις οικονομικά αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη αυτού, ενώ σε άλλες, στη πλειοψηφία κατ’ ευφημισμό «αναπτυσσόμενες», είναι μάλλον ενδημική κι’ επαναλαμβάνεται περιοδικά.Η κρίση αυτή με την μορφή κυρίωςτης χρηματοπιστωτικής δυσλειτουργίας και απορρύθμισης[βλ. σε περιοδικό TheEconomist,εβδομάδας 6-12 Μάϊου 2017, ειδικό 16σέλιδο ένθετο αφιέρωμα (μεταξύ σσ. 38-39 του τεύχους),με τίτλο“SpecialReportonInternationalBanking”,ιδίως στη σ. 5 του ένθετου αυτού], που μπλοκάρει με διαφορετικούς τρόπους την οικονομική ανάπτυξη και αυξάνει τις ανισότητες, τόσο διακρατικά (διεθνώς), όσο κι’ ενδοκρατικά (στο εσωτερικό των κρατών), έχει αυξήσει τους τόνους της αντιπαράθεσης μεταξύ αυτών που υποστηρίζουν το αλάθητο και την  χωρίς αποκλίσεις εφαρμογή των κανόνων και θεωριών της κρατούσας οικονομικής κατάστασης, κυρίως (νέο)φιλελεύθερηςκατεύθυνσης και των άλλων που υποστηρίζουν το λανθασμένο αυτό των θεωριών, ή τουλάχιστον την λανθασμένη εφαρμογή τους που οδήγησε και διατηρεί αυτή την κατάσταση κρίσης.

Η αντιπαράθεση αυτή έχει πάρει πλέον έντονο δογματικό χαρακτήρα που πλησιάζει αρκετές φορές τις, δογματικές θρησκευτικές και μεταφυσικές, διαμάχες του παρελθόντος και πιο συγκεκριμένα εκείνη της εικονομαχίας στο Βυζάντιο: οι αντιπαρατιθέμενοι, οικονομολόγοι κυρίως, αλλά και μη οικονομολόγοι (κοινωνιολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες, νομικοί και δημοσιογράφοι, ακόμη και λογοτέχνες βλ. παρακάτω) παρουσιάζουν αρκετές φορές μια «εικονική» πραγματικότητα (μέχρι και virtualreality) της οικονομίας, ανάλογα με τις ιδεολογικές τους κατευθύνσεις, φυσιοκρατικές, φιλελεύθερες, «κοινωνιστικές» ή και ουτοπιστικές, που όλες είναι μάλλον απόλυτης και δογματικής μορφής, απορρέουν δε ορισμένες φορές κι’ από αλγοριθμικές εφαρμογές στην λεγόμενη σήμερα «οικονομετρία».Έτσι, οιαπόψεις/θέσεις τους αγγίζουν, λίγο-πολύ και αρκετές φορές, την θρησκευτική δογματική πίστη ή και «ιδεοληψία», χωρίς όμως να έχουν μεταφυσική στήριξη και βάση, καταλήγοντας σε μια «εικόνα χωρίς εικόνα» την οποία υπερασπίζονται, με αρκετό φανατισμό, αλλά μάλλον με λάθος τρόπο και κακά αποτελέσματα συνήθως, κυρίως για τους άλλους, ώστε να διαδίδεται ορισμένες φορές από μερικούς διανοητές (βλ. π.χ. τον Γάλλο συγγραφέα MichelHouellebecqκαι τις σχετικές του απόψεις, όπως τις παρουσιάζει ο επίσης Γάλλος οικονομολόγος και γνωστός δημοσιογράφος BernardMaris, αείμνηστος πλέον μετά την τρομοκρατική επίθεση στο περιοδικό CharlieHébdo, στο πρόσφατο δοκίμιό του Houellebecq économiste, Παρίσι 2016), ότι οι «σύγχρονοι οικονομολογούντες βλάπτουν την υγεία(πνευματική/ψυχική αλλά και φυσική!) και προκαλούν συχνά δυσανεξία στους άλλους»,ίσωςδε και σε τελική ανάλυση, ακόμη και στους ίδιους (κάτι που μάλλον δεν καταλαβαίνουν πάντοτε ή τουλάχιστον ορισμένοι εξ αυτών, οι πιο φανατικοί). Και εξηγούμαστε σχετικά και, κατά το δυνατό, μάλλον αναλυτικά, χωρίς βέβαια υπερβολική ανάλυση, αλλά μάλλον, επίσης κατά το δυνατό, με σαφήνεια, επιχειρώντας μια σύντομη αναδρομή στο ιστορικό παρελθόν (ΙΙ), πριν παρουσιάσουμε, λίγο πιο αναλυτικά και στη συνέχεια,τις σύγχρονες οικονομολογικές συλλήψεις και τις σχετικές αντιγνωμίες (ΙΙΙ), για να καταλήξουμε, μετά από σύγκριση, αναλογική και στα πλαίσια του δυνατού και του επιτρεπτού, σε ορισμένα συμπεράσματα, ως προς την αξιολόγηση και το μέλλον των αντιγνωμιών αυτών (IV).

 

ΙΙ.- Σύντομη ιστορική αναδρομή

Χωρίς να χρειαστεί να μπει κανείς σε ιστορικές λεπτομέρειες, η Οικονομία,δηλαδή η διαμόρφωση του τρόπου παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης/χρήσης των μέσων (υλικών αγαθών και υπηρεσιών), τα οποία αποσκοπούν στην ικανοποίηση των αναγκών των ανθρώπων που συγκροτούν κοινωνία και διαβιούν σ’ αυτή, υπήρξε ένα από τα κυριότερα αίτια οργάνωσης των επί μέρους κοινωνιών και του πολιτισμού που απορρέει από την οργάνωση αυτή: η διαμόρφωση της γλώσσας και ιδίως της γραπτής, σχεδόν σε όλα τα μήκη και πλάτη (οριζόντια) και στα (ιδίως αρχικά) χρονικά σημεία (κάθετα) της διαμόρφωσης των κοινωνιών αυτών, που μας είναι γνωστά, απέβλεπε σ’ αυτό τον σκοπό, της οργάνωσης και λειτουργίας της οικονομίας (ικανοποίησης αναγκών) και κατ’ επέκταση της κοινωνίας και του πολιτισμού που την εξέφραζαν. Πραγματικά, όχι μόνο οι πρωτόγνωρες μορφές γραφής (σφηνοειδής, γραμμικές, κ.ά.), είχαν ως κύριο στόχο να εκφράσουν «λογιστικά» αυτή την ανάγκη, καταγράφοντας την παραγωγή και κατανάλωση (δημόσια και ιδιωτική),καθώς και τον τρόπο υπολογισμού των «δημοσιονομικών», θα λέγαμε σήμερα, πόρων («φόροι» σε είδος και αγγαρείες), αλλά και οι ποιο εξελιγμένες και ύστερες μορφές γραφής έχουν αντίστοιχη προέλευση, αν και αποβλέπουν και σε τρόπο ευρύτερης επικοινωνίας και συνεννόησης σε κοινωνικά πλαίσια: εκτός από το κινεζικό/μανδαρινικό αλφάβητο,σε τέτοια βάση στηρίζεται ακόμη και το φοινικικό που βρίσκεται στην βάση πολλών άλλων, συγχρόνων, αλφαβήτων, όπως και το Ελληνικό, αφού, για να περιοριστούμε σε κάτι που όλοι σχεδόν γνωρίζουμε, το Α (Άλφα) δημιουργήθηκε από την αντεστραμμένη μορφή του,Ʉ (Άλεφ) που σήμαινε το βόδιγια τις «λογιστικές» καταγραφές.

Όλα αυτά στην αρχή, όταν η «Οικονομία» (και οι σχετικές συναλλαγές) ήταν ανταλλακτική, δηλαδή σε είδος κι όχι «νομισματική χρηματική»: δεν θα την ονομάζαμεαπλά «χρηματική», γιατί χρήμα σημαίνει «πράγμα προς χρήση», ενώ το νόμισμα υποδεικνύει το θεωρούμενο (νομιζόμενο) ως χρήμα (= πράγμα), για την ανταλλαγή με άλλο πράγμα.Έτσι, και όταν άρχισε να χρησιμοποιείται το νόμισμακαι πάλι αυτό είχε πραγματική ή χρηματική αξία κι’ όχι νομισματική, όπως αργότερα (Δυτικός Μεσαίωνας, βλ. παρακάτω), δηλαδή ήταν αντίστοιχη με την αξία των πραγμάτων που ανταλλάσσονταν, όπως π.χ. ο στατήρας, που αρχικά ήταν και μέτρο βάρους αλλά και νόμισμα διαφορετικών μεγεθών και αξίας, ανάλογα με τη πραγματική χρηματική αξία (στην ανταλλακτική οικονομία) του κάθε αγαθού. Αυτό συνέβαινε και για τα άλλα νομίσματα, πάντοτε από μέταλλο και μάλιστα πολύτιμο και χρήσιμο στην ανταλλακτική οικονομία: το μεταλλικό νόμισμα είχε μόνο πραγματική/χρηματική αξία, που ανταποκρινόταν στην «ανταλλακτική αξία», είτε άλλων αγαθών, είτε του ίδιου του μετάλλου από το οποίο ήταν φτιαγμένο (χρυσαφί ή ασήμι που θα μπορούσε να χρησιμεύσει και για την κατασκευή κοσμημάτων ή σκήπτρων κι’ άλλων συμβόλων εξουσίας, ή άλλων μετάλλων, σιδήρου, χαλκού ή κασσίτερου που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν για οικιακά σκεύη ή και όπλα, με μετατροπή των νομισμάτων αυτών σε χυτήρια και στη συνέχεια από χρυσοχόους/ αργυροχόους ή σιδηρουργούς). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το νόμισμα να μην αποκτά υπεραξία και να μην παράγει το ίδιο καρπούς σε νόμισμα (τόκους), κάτι που γίνεται γνωστό κι’ από την απαγόρευση της τοκογλυφίας από τις κυριότερες και πιο γνωστές μας θρησκείες, την Ιουδαϊκή και Χριστιανική, τουλάχιστον στην αρχική τους φάση, αλλά και πάντοτε το Ισλάμ.

Η κατάσταση συνεχίστηκε και στην Ρωμαϊκή Εποχή, στην Δύση και την Ανατολή (Βυζάντιο), και αργότερα μέχρι και τον ύστερο Μεσαίωνα, ιδίως στην Δύση με την Φεουδαρχία, όπου η Οικονομία (αλλά και η πολιτική εξουσία) στηρίζονταν στα ακίνητα (γη) και στην διαστρωμάτωση των δικαιωμάτων που είχαν σ’ αυτά (ελέω Θεού!) ορισμένα άτομα,οι φεουδάρχες[δηλ. ιδιοκτήτες/ηγεμόνες διαδοχικών βαθμίδων «τιμαρίων» γης και των προσώπων που ήταν εγκατεστημένα σ’ αυτά και ήτανσυνασπισμένοι με την μορφή ανοδικής πυραμίδαςσυγκέντρωσης μεγαλύτερης εξουσίας σε συνεχώς λιγότερα πρόσωπα,με σχέση μεταξύτους «souverainsuzerain»..(= εδαφικά ευρύτερα ανώτερος/κυρίαρχος προς εδαφικά στενότερα κατώτερο/υποτακτικό) που κατέληγε στην κορυφή, τον βασιλιά]. Τα κινητά πράγματα αξίας (κοσμήματα) και τα χρηματικά έσοδα από την γη (προϊόντα και φόροι από τους εγκατεστημένους και εργαζόμενους σ’ αυτή «δουλοπάροικους») θεωρούνταν παραρτήματα της γης (τιμαρίου/φέουδου) και συνεκτιμούνταν συνήθως μαζί της: έτσι, δεν αποκτούσαν τα ίδια υπεραξία, παράγοντας αυτόνομο πλούτο.

Η μεταβολή επήλθε αργότερα με την περίοδο της εμποροκρατίας στις ιταλικές πόλεις/ηγεμονίες και τις «χανσεατικές» πόλεις της Γερμανίας, μετά την κυκλοφορία στις συναλλαγές, ήδη από την ύστερη φεουδαρχία της Γαλλίας, του χαρτονομίσματος (υποσχετικού εγγράφου που αντικαθιστούσε το νομιζόμενο χρήμα ή μεταλλικό νόμισμα, κυκλοφορόντας, παράλληλα με αυτό) και είχε την αξία που του είχε δώσει ο εκδότης του (αρχικά μεν συναλλασσόμενο άτομο, στην συνέχεια δε ο ηγεμόνας και πολιτική εξουσία, ή θεσμός κατ’ εξουσιοδότησή της, όπως τραπεζίτης ή άλλος αργυραμοιβός), που μπορούσε, ενδεχόμενα, να υπερτιμηθεί ή υποτιμηθεί στη συνέχεια στις συναλλαγές, ανάλογα και αντίστοιχα με την εμπιστοσύνη (πίστη) που έδιναν οι συναλλασσόμενοι στον εκδότη του να εκπληρώσει την αναλαμβανόμενη απ’ αυτόν υπόσχεση πληρωμής (ανταλλαγής) του σε χρήμα (νομίσματα, εμπορεύματα, ή δικαιώματα/προσόδους επί ακινήτων). Έτσι και μετά τη δημιουργία των θεσμών διαπραγμάτευσης της τιμής (χρηματιστηρίων) εμπορευμάτων (κινητών αγαθών), δημιουργήθηκαν και τα χρηματιστήρια αξιών,όπου διαπραγματεύονταν θεσμικά η τιμή των παραστατικών εγγυητικής αξίας (Securities),όπως μερίδων συμμετοχής και κεφαλαίου («μετοχές» και «ομόλογα») των μονάδων παραγωγής και διαχείρισης των προϊόντων ικανοποίησης των ανθρωπίνων αναγκών και του πλούτου, με συνέπεια παράλληλα με την πραγματική οικονομία (realoreffectiveeconomy), των επιμέρους συναλλαγών (ανταλλακτική χρηματική, ή και νομισματική χρηματική), να δημιουργηθεί και η οικονομία της πρόσληψης (economyofperception), δηλαδή αυτή που διαμορφώνουν οι παράγοντες πλούτο, κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, αν όχι και σύμφωνα με τις επιθυμίες τους. Κάτι που οδήγησε πλέον και στην δημιουργία της υπεραξίας, όχι μόνο των πραγμάτων ή χρημάτων, αλλά και των νομισμάτων, δημιουργώντας έτσι πλούτο όχι μόνο από τον πλούτο (παραγωγή, μεταποίηση, κυκλοφορία, διανομή προϊόντων και υπηρεσιών), αλλά και πλούτο από το νομιζόμενο πλούτο με την υπεραξία  των νομισμάτων ή άλλων παραστατικών αξίας (securities) του πλούτου και αυτών που τον παράγουν, που ενδεχόμενα οδηγούν και σε υποτίμηση άλλων νομισμάτων ή άλλων τέτοιων παραστατικών αξίας (securities): η ανοχή του τόκου, μετά τη θρησκευτική μεταρρύθμιση στην Χριστιανική  Δύση, αλλάκαι η καθιέρωσή του ‘νωρίτερα από την Ιουδαϊκή Διασπορά, δεν ήταν η μοναδική αιτία γι αυτό[βλ. και JacquesLeGoff (Ελληνική μετάφραση Δέσποινας Λαμπαδά), Ο Μεσαίωνας και το χρήμα, 2016, σσ. 110 επ.].

Στην εξάπλωση και γενίκευση του φαινομένου αυτού της «οικονομίας της πρόσληψης», που καταλήγει και σε πλασματική ή εικονική οικονομία, σημαντικό ρόλο έπαιξε η, μετά την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και του «ψυχρού πολέμου» μεταξύ των δύο ανταγωνιστικών κοινωνικό/οικονομικών και πολιτικών συστημάτων, διαμόρφωση σε παγκοσμιοποιημένο πλέον επίπεδο, όχι μόνο μιας νέο-φιλελευθερης οικονομικής σύλληψης, αλλά κυρίως και σε μεγάλη έκταση βασισμένης σε «μονεταριστική» σύλληψη της Οικονομίας: έτσι, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της αντίληψης αυτής [Σχολή του Σικάγου και κυρίως ο καθηγητής MiltonFriedman, ο οποίος μεταξύ άλλων έργων του, στα EssaysonPositiveEconomics (=Δοκίμια Θετικής Οικονομίας) Σικάγο 1956, διαφοροποιείται σημαντικά από τον ΒρετανόJohnMaynardKeynesως προς την μεθοδολογία της χρήσης και τη λειτουργία του νομίσματος], το νόμισμα αυτονομείται πλήρως από τα λοιπά (χρήματα = πλούτο) τα οποία και αποτιμούσε μόνο μέχρι τότε και λειτουργεί πλέον ανεξάρτητα απ’ αυτά (θετικά, κατ’ αυτούς, ως αυτόνομο στοιχείο της Οικονομίας και σύμφωνα με τη δική του δυναμική κι’ όχι κανονιστικά, ως όργανο και μέσο της επιδιωκόμενης εκάστοτε κρατικής πολιτικής και παρέμβασης, όπως διεκήρυσσε ο Keynesκι’ είχε εφαρμοστεί μέχρι τότε για την πολιτική ανάκαμψης της οικονομίας, το NewDealτου Αμερικανού Προέδρου Fr.- D. Roosevelt). Δηλαδή, παράγει το ίδιο (ως κεφάλαιο) πλούτο παράλληλα με τις λοιπές  πλουτοπαραγωγικές πηγές (πρώτων υλών, ενέργειας και ανθρώπινου δυναμικού), σχετικοποιώντας ακόμη περισσότερο την έννοια και την λειτουργία της Οικονομίας,την οποία και κατευθύνει και οδηγεί, ιδίως με την δυνατότητα δημιουργίας πλούτου που επαγγέλλεται με όλα τα χρηματιστηριακά παράγωγα προϊόντα (swaps) που  επιτρέπει να δημιουργηθούν σε σχεδόν άπειρο αριθμό:έτσι, όμως, η Αγορά μεταβάλλεται συνήθως και κατά μεγάλο μέρος, σε πεδίο επικίνδυνου κερδοσκοπικού ανταγωνισμού και «καταστροφικής (ίσως και για τους περισσότερους) ωφέλειας»(όχι πάντοτε σίγουρης, ούτε γι’ αυτούς που τον εφαρμόζουν), παραφράζοντας  κάπως (ίσως και αρκετά),τη δογματική διαπίστωση του αυστριακού (και βόρειο-αμερικάνου στησυνέχεια) οικονομολόγου JosephSchumpeter, σχετικά με τις συνέπειες της καινοτόμου επιχειρηματικής δραστηριότητας, δηλαδή της CreativeDestruction (schӧpferischeZerstӧrung, κατά την αρχική γερμανική ορολογία = «δημιουργικής καταστροφής») στην Οικονομία, που επέρχεται με την αναδόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων, όταν η δημιουργία νέων και καινοτόμων, οδηγεί στην εξαφάνιση παλαιών και ξεπερασμένων δραστηριοτήτων και επιχειρήσεων.

III.-  Σύγχρονες αντιλήψεις και διχογνωμίες

Η πτώση του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού» στο μεγαλύτερο μέρος του Πλανήτη μας (με μοναδικές εξαιρέσεις την Κούβα και ακόμη περισσότερο την Βόρεια Κορέα) και η επικράτηση της Οικονομίας της Ελεύθερης Αγοράς(βασισμένης κυρίως στην ιδιωτική πρωτοβουλία) σε Παγκοσμιοποιημένα πλέον πλαίσια, με συμμετοχή σ’ αυτά ακόμη και κρατών με κοινωνικό-πολιτικό σύστημα και οικονομία «κοινωνιστικού» (θεωρητικά;) χαρακτήρα (Κίνα, Βιετναμ), σε αντίθεση με την Προγραμματισμένη (κρατικά ή διακρατικά)Αγορά και Οικονομία που είχε επιβάλει σε πολλές χώρες το σύστημα αυτό του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού» πριν από τα τέλη του 20ου αιώνα σ’ ένα αρκετό μεγάλο μέρος του Κόσμου, που διαιρούσε έτσι, διεθνώς τον Κόσμο και τις οικονομικές συναλλαγές στα πλαίσια του, οδήγησαν μερικούς στα εξής, μάλλον βιαστικά συμπεράσματα: ότι η ιστορική εξέλιξη της Οικονομίας (τρόπου δημιουργίας, διακίνησης, απόκτησης των αγαθών που ικανοποιούν τις ανάγκες των ανθρώπων στην κοινωνία, αλλά και του παραστατικού της αξίας τους χρήματος και κεφαλαίου) έχει πλέον οριστικοποιηθεί τελειωτικά σ’ αυτή την μορφή, με αποτέλεσμα και η κοινωνική οργάνωση και λειτουργία να βασίζεται πλέον οριστικά και αμετάκλητα στους νόμους που διέπουν την Ελεύθερη αυτή Αγορά (προσφορά και ζήτηση σύμφωνα με την ιδιωτική πρωτοβουλία), κάτι που αντιστοιχεί με το «Τέλος της Ιστορίας» , ως προς την οργάνωση των κοινωνιών (Α), ή ότι η ιστορική εξέλιξη των κοινωνιών δεν τελείωσε, αλλά ούτε και η ιστορική εξέλιξη της Οικονομίας έχει ξεκαθαριστεί πλήρως, ώστε να είναι αναμφισβήτητος ο κυρίαρχος ρόλος που παίζει ιδίως η «ελεύθερη αγορά» στην διαμόρφωση των κοινωνιών και τον νόμων λειτουργίας τους (Β), που θα εξετάσουμε διαδοχικά στη συνέχεια.

Α.-Η θεωρία για το Τέλος της Ιστορίας

Η θεωρία αυτή συγκεκριμενοποιήθηκε μετά την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και το τέλος του «ψυχρού πολέμου» από τον Αμερικανό ιστορικό και πολιτικό επιστήμονα FrancisFukuyamaστο βιβλίο του TheEndofHistoryandtheLastMan (=Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος) του 1992, όπου ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι μετά την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» τελείωσε ο ιστορικός κύκλος της εξέλιξης των κοινωνικοπολιτικών συστημάτων, με τελική επικράτηση της φιλελεύθερης δημοκρατικής οργάνωσης της κοινωνίας, που στηρίζεται πλέον στην ελεύθερη δραστηριότητα (οικονομική) των μελών που την συγκροτούν. Ήδη από το 1962 ο παραπάνω αναφερόμενος αμερικάνος οικονομολόγος, βραβευμένος και με Νόμπελ Οικονομίας,MiltonFriedman,στο βιβλίο του CapitalismandFreedom(= Κεφαλαιοκρατία και Ελευθερία) υποστηρίζει ότι η οργάνωση της κοινωνίας (κρατικής και διεθνούς) πρέπει να στηρίζεται κυρίως στους νόμους της ελεύθερης οικονομία, όπως την ελεύθερη διαμόρφωση συναλλαγματικών ισοτιμιών, την απορρύθμιση (από κανονιστικές ρυθμίσεις) της αγοράς και ιδίως εκείνης της εργασίας από προστατευτικούς νόμους που δημιουργούν πληθωριστικές τάσεις στην οικονομία, τόσο εσωτερική όσο και διεθννή.

Οι σχηματικά έτσι παρουσιαζόμενες θεωρίες αυτές, ακραίως νεοφιλελεύθερες, στηρίζουν την οργάνωση της κοινωνίας κυρίως, αν κι’ όχι αποκλειστικά, στους νόμους της οικονομίας και μάλιστα της πλήρως ελεύθερης, πιστεύοντας ότι αυτοί ανταποκρίνονται καλύτερα στην ανθρώπινη φύση και αδιαφορώντας, όχι μόνο για τις ανισότητες που έτσι δημιουργούνται, αλλά κυρίως μη διορθώνοντας και σημαντικές αδικίες στις οποίες καταλήγουν, παραβιάζοντας έτσι τις αρχές της διανεμητικής δικαιοσύνης (“εκάστω τα ίδια” κατ’ Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια).

Β.- Απόψεις που θεωρούν τους νόμους της αγοράς (ελεύθερης) ήσσονος σημασίας για την οργάνωση της κοινωνίας.

Στην κατηγορία αυτή ανήκει, όχι η μόνο η κοινωνιστική οικονομική σύλληψηγια την «Προγραμματισμένη Οικονομία» με νομικά κείμενα των συντεταγμένων κοινωνιών (κρατών), ή και διακρατικά (διεθνή), που εφαρμόστηκε στα πλαίσια του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού» (πρώην ΕΣΣΔ και λοιπά ευρωπαϊκά κράτη του Συμφώνου της Βαρσοβίας, πρώην Βόρειο Βιετνάμ και Καμπότζη, Μαοϊστική Κίνα και σήμερα ακόμη Βόρεια Κορέα και Κούβα), αλλά και μερικές «αυτόνομες» πολιτικές θεωρίες που θέλουν να αγνοούν σημαντικά τους νόμους της οικονομίας προκειμένου να εφαρμόσουν πλήρως διορθωτική δικαιοσύνη, δηλαδή κατανέμοντας ,όχι «εκάστω τα ίδια», αλλά «σε όλους τα ίδια», καταλήγοντας όμως συχνά σε ίση ανταμοιβή άνισων ή σε άνιση ανταμοιβή ίσων. Και στις δύο περιπτώσεις οι νόμοι της Οικονομίας έχουν μικρή συμμετοχή στην οργάνωση της κοινωνίας και υπερτερούν οι νόμοι της πολιτείας που κατευθύνονται από την εκάστοτε κρατούσα πολιτική, δηλαδή την κοινωνική βούληση, όπως εκφράζεται συνήθως από την εξουσία. Οι τελευταίες θεωρίες έχουν συνήθως λαϊκίστικο πρόσχημα, ή και «αναρχοαυτόνομο», δημιουργούνται δε αρκετές φορές και αναπτύσσονται και συμπτωματικά, είτε από μεγάλη ευμάρεια  που έχει επικρατήσει προηγουμένως, είτε από μεγάλη δυστυχία και καταστροφή που προηγήθηκε και δίνουν την ευκαιρία σε λαϊκιστές πολιτικούς να τις μεθοδεύσουν και εκμεταλλευτούν προ όφελός τους. Το παράδειγμα των «παχιών και ισχνών αγελάδων», από την Ιουδαϊκή/Χριστιανική παράδοση, εκφράζει, κατά κάποιο τρόπο, και την εκδοχή αυτή, αφού η οικονομία στηρίζεται κατά βάση στην ψυχολογία και μάλιστα στην ομαδική και μαζική ψυχολογία: έτσι, είναι γνωστό ότι περίοδοι οικονομικής ευμάρειας ακολουθούνται συχνά από οικονομική ύφεση και μιζέρια και το αντίθετο, ότιδηλαδή περίοδοι μεγάλης οικονομικής κρίσης ακολουθούνται από ανάκαμψη της οικονομία που χαρακτηρίζονται συχνά και «οικονομικά θαύματα»!

Μεταξύ των αιτιών των κυκλικών οικονομικών εξελίξεων σημαίνουσα θέση έχουν, κατά ορισμένους οικονομολόγους [DavidRicardo, OnthePrinciplesofPoliticalEconomyandTaxation 1817(βλ. και Ελληνική μετάφραση από Μ. Σταματάκη, Αρχές Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας, 2002), και παράγοντες, όχι καθαρά οικονομικού χαρακτήρα, αλλά και πολιτικού, όπως π.χ. η προώθηση πολυτελών δαπανών, δημοσίων ή ιδιωτικών, που δεν ανταποκρίνεται σε αντίστοιχη παραγωγή, παρούσα ή μέλλουσα, αλλά αποσκοπούν στην κατανάλωση της παρελθούσας, απλώς για λόγους ικανοποίησης του λαϊκού αισθήματος,το οποίο εκμεταλλεύονται, αν δεν δημιουργούν λαϊκιστές πολιτικοί !  Κάτι, που και η Ελλάδα έχει γνωρίσει κατά τη σύγχρονη ιστορία της και ιδίως τελευταία: η ευφορία της μεταπολίτευσης με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας σ’ όλα τα επίπεδα, του κοινωνικού/οικονομικού μη εξαιρούμενου, και ιδίως η μέθοδος με την οποία επιδιώχθηκαν (πελατειακή πλειοδοσία των κομμάτων), οδήγησαν στην πολιτική κακοδιαχείριση της οικονομίας, δημόσιας και ιδιωτικής, της χώρας και τα σημερινά αποτελέσματα.Δηλαδήβρισκόμαστε πλέον σε μια άλλη εντελώς κατεύθυνση,όπου οι νόμοι της οικονομίας και ιδίως η επιτυχία της επιδιωκόμενης λύσης της οικονομικής κρίσης καταλήγουν συχνά στο να αγνοούνται, έστω και περιστασιακά, ο νομικός και πολιτικός πολιτισμός και η δικαιοσύνη και να εφαρμόζονται οικονομικές επιταγές κατά παράβαση βασικών ηθικό-πολιτικών αρχών και αξιών! Ένα τέτοιο παράδειγμα αντλούμε από τις τελευταίες συμπληρώσεις των «προαπαιτούμενων» για το ενδεχόμενο κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης στο Eurogroup της Πέμπτης 15ης Ιουνίου 2017:πράγματι,κατά παράβαση σωρείας συνταγματικών διατάξεων, ήλθαν προς ψήφιση φορολογικές και συνταξιοδοτικές διατάξεις και μάλιστα για το μέλλον (!), όχι σε ανεξάρτητα νομοσχέδια, όπως απαιτείται, αλλά ως τροπολογίες σε νομοσχέδιο κύρωσης διεθνούς συνθήκης, όπου και πάλι απαγορεύεται συνταγματικά να παρεισφρήσουν άσχετες διατάξει.Όμως, αν και όλες οι, ουσιαστικές και τυπικές αυτές παραβιάσεις οδηγούν, υπό κανονικές συνθήκες εφαρμογής του Συντάγματος, σε ακυρότητες των ψηφισθέντων ρυθμίσεων, η άποψη τόσο των κυβερνόντων, όσο και των δανειστών μας που κυρίως προώθησαν τις ρυθμίσεις αυτές, είναι ότι δεν πρόκειται να ακυρωθούν κατ’ εφαρμογή του δόγματος «SalusPatriaeSupremaLex» (= Η σωτηρία της Πατρίδας αποτελεί τον υπέρτατο Νόμο), λόγω και των οικονομικών διεθνών δεσμεύσεων της Πατρίδας μας.

Η υπεροχή, κατά πολλούς, της Οικονομίας και των Νόμων της έναντι του Πολιτικού και Νομικού Πολιτισμού και της Δικαιοσύνης, δηλαδή της αδιάκριτα αυξητικής οικονομίας που παραμελεί την διανεμητική δικαιοσύνη, εκφράστηκε πλήρως και σαφώς με την «ατάκα» Itstheeconomy,Stupid ! [= είναι η οικονομία (που κινεί τα πάντα), ανόητε],του πρώην Προέδρου των ΗΠΑ κ. BillClinton(προέλευσης μάλλον του Ελληνικής καταγωγής επικοινωνιολόγου του κ. GeorgeStephanopoulos).Σε αντίθετηακριβώς, αλλά επίσης μάλλον λάθος κατεύθυνση, κινούνται όσοι θεωρούν, ότι η λύση του προβλήματος και της οικονομικής κρίσης που βιώνει σήμερα η Πατρίδα μας, θα έλθει μόνο με την έξοδο από την Ευρωζώνη και την μονομερή κανονιστική καθιέρωση της κυκλοφορίας και εφαρμογής και στις διεθνείς συναλλαγές εθνικού νομίσματος, τις λεπτομέρειες των οποίων μπορεί να ρυθμίσει και επιβάλλει η Κυβέρνηση, ακόμη και σε διεθνές πεδίο και στις διεθνείς και παγκοσμιοποιημένες πλέον οικονομικές συναλλαγές!Πραγματικά, ένα άλλο λάθος, όπως ίσως ήταν η κάπως βιαστική είσοδος της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, η οποία κι’ αυτή (Ευρωζώνη) οργανώθηκε βιαστικά (χωρίς προηγούμενη οικονομική και κυρίως φορολογική ένωση, ή τουλάχιστον προωθημένη εναρμόνιση), αλλά και η Ελλάδα δεν ήταν έτοιμη (λόγω μειωμένης ανταγωνιστικότητας, ελλειμματικού ισοζυγίου εξωτερικών πληρωμών και μεγάλου χρέους) να συμμετάσχει, δεν διορθώνεται με ένα επίσης άλλο λάθος, ίσως και σοβαρότερο  αυτή τη φορά, την βιαστική και χωρίς μελέτη και προετοιμασία, έξοδο απ’ αυτή, που θα δημιουργούσε ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα για την χώρα μας και διεθνώς και στο εσωτερικό!

IV.-Μερικά σύντομα συμπεράσματα

Απ’ όλα τα παραπάνω σαφέστατα και αβίαστα προκύπτει ότι και οι δύο συλλήψεις της οικονομίας και των σχέσεων της με την οργάνωση της ανθρώπινης κοινωνίας είναι μάλλον λανθασμένες, ως υπερβολικές, καθώς η καθεμία απ’ αυτές αγνοεί προκλητικά τόσο την φύση της οικονομία, όσο και το ρόλο της κοινωνίας, αμοιβαίως και αντιστοίχως, και εξηγούμαστε:

Η συγκρότηση των ανθρωπίνων κοινωνιών δεν έγινε αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση οικονομικών αναγκών (οικονομικές συναλλαγές που αποσκοπούν στις ανάγκες διαβίωσης των ανθρώπων), αλλά προς εξυπηρέτηση και άλλων αναγκών των ανθρώπων, μη οικονομικών κυρίως: έτσι, εκτός της βασικής ανάγκης της διαιώνισης του ανθρώπινου γένους, η ικανοποίηση της οποίας αποτελεί προϋπόθεση όλων των άλλων αναγκών, ήδη από την αρχή της Ανθρωπότητας ο άνθρωπος έχει ανάγκη συνεχούς βελτίωσής του σε πνευματικό και ηθικό πεδίο, κάτι το οποίο μπορεί να επιτύχει μόνο σε συνεργασία με τους όμοιούς του. Έτσι, η συνεργασία των ανθρώπων και η συγκρότηση κοινωνιών,στα διάφορα μήκη και πλάτη του Κόσμου μας και στα διάφορα χρονικά σημεία της ιστορικής εξέλιξης, σ’ αυτό τον διπλό σκοπό απέβλεπαν: στον οικονομικό σκοπό,της καλύτερης εξασφάλισης των μέσων επιβίωσης τους, όσο και σε εκείνοτης πέραν της επιβίωσης, βελτίωσης της προσωπικότητας τους και της μετάβασής τους από την ενστικτώδη κατ’ αρχή νοημοσύνη και συμβίωση στην πιο συναισθηματική και έλλογη νοημοσύνη και συνεργασία, με τη δημιουργία κανόνων (νόμων) που ρυθμίζουν αυτή την διπλής φύσεως συνεργασία των μελών της κοινωνίας ή των κοινωνιών, μη παραμελώντας τους νόμους της οικονομίας, ούτε και εκείνους της λοιπής κοινωνικής διαβίωσης, αλλά συνδυάζοντας τους μεν με τους δε, αφού και οι δύο πηγάζουν από την ψυχολογική αντίδραση του ανθρώπου στο περιβάλλον, φυσικό και κοινωνικό.

Πράγματι, ο άνθρωπος δεν ζει μόνος στη φύση, για να ικανοποιήσειτις φυσικές του ανάγκες, αλλά ζει με άλλους μαζί, οργανωμένους και συνεργαζόμενους στα πλαίσια κοινωνιών σε διαφορετικά γεωγραφικά σημεία μέχρι σήμερα, ήδη δε παγκοσμιοποιημένα πλέον, αν όχι πλήρως, σε μεγάλο βαθμό πάντως.Γι’ αυτό είναι μάλλον αναγκαίο, όπως μπορεί να συμπεράνει κανείς, οι «νόμοι» της (μικρό-/μακρό-)οικονομίας, καθώςκαι εκείνοι τηςοργανωμένης κοινωνίας (κρατικής/διακρατικής),να έχουν ανάλογη αλληλεπίδραση στην λειτουργία της σύγχρονης ΠαγκοσμιοποιημένηςΚοινωνίας και της λειτουργίας της, επιτρέποντας τη συνεργασία των ανθρώπων, όχι μόνο για την αύξηση του πλούτου, αλλά και για την βελτίωση της λοιπών συνθηκών της ανθρώπινης κοινωνίας: αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί ορθά, παρά μόνο με την συνεργασία των ανθρώπων που στεριώνεται πλήρως, όταν ξέρουν ότι σ’ αυτό που θα συμβάλλουν θα έχουν και ανάλογο όφελος, χωρίς αποκλεισμούς ή μεγάλες διαφοροποιήσεις, που δεν ανταποκρίνονται στον κοινό σκοπό της συνεχούς βελτίωσης, υλικής και ηθικής (πολιτισμικής),του Ανθρώπου. Aναγκαία καθίσταται, συνεπώς, η εφαρμογή της αρχής της διανεμητικής δικαιοσύνης, την οποία διατύπωσε από παλιά ο Αριστοτέλης στα Ηθικά Νικομάχεια, όχι βεβαία κατά τρόπο φορμαλιστικό και απαράλλακτο, σε όλα τα μήκη και πλάτη της Ανθρωπότητας και σε όλα τα χρονικά σημεία της ιστορικής της εξέλιξης, αλλά με ενδεχόμενες παραλλαγές, οι οποίες, χωρίς να παραβιάζουν την βασική αρχή (διανεμητική δικαιοσύνη), να μην παραμελούν επίσης και τις διαφορετικές συνθήκες του περιβάλλοντος, φυσικού και κοινωνικού, που έχουν διαμορφωθεί σε κάθε κοινωνία παραδοσιακά και που επιτρέπουν να την εφαρμόσουν με διαφορετικό ίσως τρόπο!

Έτσι, τα παραπάνω δεν σημαίνουν πλήρη ενοποίηση των πολιτικών και κοινωνικών συστημάτων και «Τέλος της Ιστορίας» από τη αντίστροφη πλευρά που την φαντάστηκε ο καθηγητής FrancisFykuyama: η Ιστορία, ακόμη και σε μια Παγκοσμιοποιημένη πλήρως Κοινωνία, δεν θα παύσει να εξελίσσεται και να διαμορφώνει νέα πολιτικό/κοινωνικά συστήματα, τα οποία όμως, ανάλογα των συνθηκών που εκάστοτε επικρατούν, δεν θα πρέπει να παραμελούν τις παραπάνω παραμέτρους (οικονομικές και κοινωνικές/πολιτικές) και τον αντίστοιχο συνδυασμό τους, για να υπάρχει πάντοτε μια πραγματική «εικόνα» της κοινωνίας και όχι κατά το δοκούν μερικών και μόνο, που θα οδηγεί σε συγκρούσεις και «εικονομαχίες», πραγματικές ή και πλασματικές!

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here