«Τατουάζ στον Παράμεσο»

Διηγήματα – μνήμες που διατρέχουν τον ελληνικό χώρο και χρόνο, από τη Δράμα και τη Θεσσαλονίκη μέχρι το Περιστέρι και την Αθήνα, από το 1941 έως το 2019. Το πρώτο βιβλίο του φιλόλογου Γιάννη Νταουλτζή έχει ήδη προκαλέσει το ενδιαφέρον της λογοτεχνικής κριτικής.

Η δημοτική παράταξη «Συνεργοί με την Ηλιούπολη» πραγματοποιούν εκδήλωση παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων του Γιάννη Νταουλτζή με τίτλο «Τατουάζ στον Παράμεσο», των Εκδόσεων Momentum.

Την Τετάρτη 26 Ιουνίου στις 19:00 στο Πάρκο Καλαβρύτων (Καλαβρύτων 32, Ηλιούπολη), θα μιλήσουν για το βιβλίο ο  πρόεδρος των Συνεργών με την Ηλιούπολη Αποστόλης Στασινόπουλος και ο  εκπαιδευτικός, τ. Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου Κωστής Παπαϊωάννου.

Αποσπάσματα του βιβλίου θα αποδώσουν οι Νικόλας και Έκτορας Νταουλτζής και οι ηθοποιοί Μάνια Παπαδημητρίου και Ανδρέας Μαυραγάνης. Η εκδήλωση θα πλαισιωθεί μουσικά από την Ναταλία Κωτσάνη, τον Βασίλη Νανούρη και τον Γιώργο Μπεκιάρη.

Για το «Τατουάζ στον παράμεσο» του Γιάννη Νταουλτζή  έγραψε  πριν από λίγες ημέρες (10.6.2019) ο συγγραφέας Μάριος Μιχαηλίδης στο διαδικτυακό λογοτεχνικό «Φρεαρ». Αναφερει μεταξύ άλλων (http://frear.gr/?p=25131):

«Στέκομαι με συγκίνηση και σεβασμό στα διηγήματα όπου ο συγγραφέας ανασύρει μνήμες από το παρελθόν, για δικούς του ανθρώπους που γνώρισε, μα και για άλλους που δεν πρόλαβε να γνωρίσει, ωστόσο, όμως, τους διατήρησε ζωντανούς μέσα του από αφηγήσεις συγγενικών του προσώπων. Ένας τέτοιος άνθρωπος που αναφέρεται στο διήγημα «Χαρταετοί» είναι ο παππούς Γιάννης, από τον οποίο ο συγγραφέας κληρονόμησε όχι μόνο το όνομα αλλά και το βίωμα του τραγικού του τέλους. «Τον παππού Γιάννη τον κλείσανε στα κρατητήρια στην άκρη της πόλης, μαζί με καμιά εικοσαριά, σε ένα κελί για πέντε νοματαίους. Μετά από δυο μέρες ρίξανε πέντε-δέκα χειροβομβίδες. Ένας πολτός όλα.»

Η μνημοσύνη στολισμένη με τα βαριά, μαύρα κεντίδια του θανάτου ξεδιπλώνει κι άλλους στεναγμούς της, και τα φορτία που με περηφάνια κουβαλά ο Δραμινός Γιάννης Νταουλτζής, αποτυπώνονται με εξαιρετική μαστορική στον έντεχνο λόγο. Στο διήγημα «Ο θείος Τάκης», ο ομώνυμος ήρωας δεν πρόλαβε να κλείσει τα είκοσί του χρόνια. Το φονικό έγινε σε δίσεχτους καιρούς. Ο Αρίστος, ο χωροφύλακας του χωριού, μες στη θολούρα του πιοτού και μαγεμένος από τα μάτια της Ζαχαρούλας, αντρειεύεται και σκοτώνει τον Τάκη, γιατί δεν άντεξε το πειραχτικό τραγούδι της συντροφιάς για τον Σκόμπι.

«Ο Αρίστος αποδόθηκε λευκός και συνέχισε να υπηρετεί την πατρίδα, αφού διαπιστώθηκε ότι Ο θάνατος του Αναστασίου Β. επήλθε εξ εκπυρσοκροτήσεως μετά από πάλη με τον εν λόγω κομμουνιστή, ο οποίος του επετέθη, όταν το όργανο της τάξεως τον παρετήρησε, διότι τραγουδούσε άσματα κομμουνιστοσυμμοριτών.

Η κατάθεση τιμής μέσα από τα διηγήματα της μνημοσύνης συνεχίζεται με το διήγημα «Ο πατέρας». Πρόκειται για τον πατέρα του συγγραφέα που η περηφάνια του δεν τον άφησε να συμβιβαστεί με τις προκλητικές υποσχέσεις. Αντίθετα τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του το πλήρωσαν με βαρύ τίμημα.

Ολοκληρώνοντας το συγκεκριμένο διήγημα, σαν ελάχιστο φόρο τιμής ο Γιάννης Νταουλτζής αναφέρει: «Το μόνο που με πληγώνει ώρες-ώρες είναι που δεν πρόλαβα να του πω πόσο περήφανος ήμουν που δεν προσκύνησε…».

Στο «Τατουάζ στον παράμεσο», που έδωσε και τον τίτλο της συλλογής, ο συγγραφέας συνθέτει με θαυμαστή ικανότητα ένα υποδειγματικό διήγημα ως προς την οργάνωση και το περιεχόμενο. Το διήγημα αρχίζει με μια ελάσσονα αφήγηση, η οποία καθίσταται εύληπτη και ολοκληρώνεται με τον εγκιβωτισμό μιας μείζονος αφήγησης. Αυτή η δεύτερη και μεγαλύτερη σε έκταση αφήγηση αποτελεί κορύφωση των διηγημάτων της μνημοσύνης. Η ταυτότητα του πρωτοπρόσωπου αφηγητή δηλώνεται εξαρχής. Πρόκειται για τον ίδιο τον συγγραφέα, ο οποίος αποφασίζει να ακολουθήσει τον γιο του, Έκτορα, στη εκδήλωση διαμαρτυρίας αμέσως μετά τη δολοφονία του Γρηγορὀπουλου. Εκεί, μέσα στην οργή του συγκεντρωμένου πλήθους, ανατρέχει στο παρελθόν και, συγκρίνοντας, διαπιστώνει πρωτόγνωρες και προκλητικές, για όσους τις έζησαν, αλλαγές:

Το ξανασκέφτομαι, και αποφασίζω να κατέβω κι εγώ με την Έφη. Βάζω σ’ ένα σακίδιο νερό, φουλάρια, λεμόνια για τα δακρυγόνα, και τη φωτογραφική μηχανή. Είκοσι χρόνια είχα να κατεβώ σε διαδήλωση. Δεν ήξερα για τα καινούρια κόλπα και μέσα αντιμετώπισης των δακρυγόνων.

8.00 μ.μ. στα Προπύλαια. Πανηγύρι. Φιστίκια, σουβλάκια, καπνοί από την τσίκνα και τα τσιγάρα. Γνωστοί με γκρίζα, άσπρα ή απόντα μαλλιά. Παλιοί συμφοιτητές. Κοιλιές, προγούλια και χαμόγελα.

Συνθήματα. Αμηχανία. Έχω να φωνάξω είκοσι χρόνια. Είμαστε πολλοί. Δεκάδες χιλιάδες. Κοιτώ περίεργος. Πλησιάζοντας την Ομόνοια απλώνονται μουρμουρητά. Από τις παρόδους ξεπροβάλλουν σκοτεινά είδωλα σωμάτων, μαύρα αερικά. Ασπόνδυλα, γουστέρες, κυρτοδάκτυλοι, τυφλίτες, οφιόμορφοι, λιακόνια, τοιχόσαυροι, σπιτόφιδα έρπουν. Κρατούν άλλος καδρόνια, άλλος ρόπαλα, δυο τρεις τσεκούρια, λοστάρια κι αλυσίδες. Άνθρωποι δίχως πρόσωπο. Ανδρείκελα μιας μαύρης αστραπής. Εδώ, στις τελευταίες γραμμές, ο λόγος ορθώνει το ανάστημά του σαν πυρκαγιά που την αποτυπώνουν λέξεις-σφραγιδόλιθοι μιας ανείπωτης οργής, και επίμονα ζητά να αναμετρηθεί με τον προκλητικό εφησυχασμό που τολμά να στρεβλώνει αλήθειες (…)».

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here