Βασίλης Καραποστόλης: «Καταστροφή για τη χώρα, η απογοήτευση να γίνει άλλοθι του λαϊκού κυνισμού».

Toυ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

«Δεν γνωρίζω εάν εσύ που κρατάς στα χέρια σου αυτό το βιβλίο ένιωσες, κάποτε, πως δεν χρησιμεύεις σε τίποτα, ενώ θα μπορούσες. Σου έρχεται να κραυγάσεις πως δεν σου αξίζει να χαραμίζεσαι, το αναβάλλεις όμως, καθώς μαντεύεις πως γι’ αυτή σου την έκρηξη θα σε οίκτιραν μάλλον παρά θα σε υπολόγιζαν περισσότερο. Το να εξεγερθείς μοιάζει μάταιο και το να συναινέσεις ταπεινωτικό. Το ξέρω καλά αυτό το αδιέξοδο, το έχω ζήσει. Ξέρω ακόμη και το πώς είναι η πικρία να μετατρέπεται λίγο λίγο σε γλυκό αναισθητικό. Για να γλιτώσει κανείς χρειάζεται, όπως σ’ όλα, τύχη και προσπάθεια. Θα σου μιλήσω αμέσως γι’ αυτά. Θα σου διηγηθώ το πώς ένας άνθρωπος βρέθηκε αντιμέτωπος με τις νέες Σειρήνες». «Μούσες εναντίον Σειρήνων», του Βασίλη Καραποστόλη, εκδόσεις Πατάκη.

Ο Βασίλης Καραποστόλης γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παράλληλα µε τις µελέτες και τα δοκίμιά του για τα ήθη στον σύγχρονο κόσμο, δηµοσιεύονται από το 1995 και λογοτεχνικά έργα του. 

-Μούσες, εναντίον Σειρήνων, τι περιλαμβάνει το νέο σας βιβλίο;

Το βιβλίο είναι ένα δοκίμιο βασισμένο σε ιστορίες και παρουσιάζει τη σύγκρουση ανάμεσα στο πνεύμα της Προσπάθειας και στο πνεύμα της Αδράνειας. Φορείς του πρώτου πνεύματος είναι οι Μούσες, ενώ του δευτέρου οι Σειρήνες. Η αναμέτρηση διεξάγεται στο παρόν, στη σημερινή εποχή, και αναφέρεται στη ζωή ενός νέου ανθρώπου ο οποίος κινδυνεύει να καταποντισθεί μέσα σ’ ένα ζοφερό κενό νοήματος. Μη βρίσκοντας τίποτα που να τον κινητοποιεί εγκαταλείπει την πόλη και κατοικεί για ένα διάστημα σε ένα οικισμό στην επαρχία όπου εκεί αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση. Εκεί αρχίζει να μαθαίνει τι σημαίνει να επιστρατεύει ένας άνθρωπος τις δυνάμεις του και να τις θέτει στην υπηρεσία ενός σκοπού.

-Τόσα χρόνια, εσείς εδώ αναφέρεστε στον γόνιμο άνθρωπο που πασχίζει σε έναν άγονο κόσμο. Στο επίκεντρο η ανεργία δηλαδή;

Η αεργία είναι πληγή πολύ βαθύτερη από την ανεργία. Άνεργος είναι αυτός που χωρίς την θέλησή του εκτοπίζεται από τον χώρο της οικονομικής δραστηριότητας. Άεργος είναι αυτός που, θέλοντας και μη, εκτοπίζεται από τις ίδιες του τις δυνατότητες. Τείνει να προεξοφλήσει πως είναι μάταιη οποιαδήποτε πρωτοβουλία από μέρους  του και  το  να  επιχειρήσει να μεταβάλλει σε κάτι τη ζωή του ή τον κόσμο είναι ένα ξόδεμα ενέργειας που θα τον εξασθενίσει και θα τον κάνει τρωτό απέναντι στα απρόοπτα. Φοβούμενος όμως μη ξοδευτεί καταλήγει να σπαταλάει τη ζωή του, καθώς δεν αξιοποιεί πουθενά τις όποιες δυνατότητές του.

-Και αυτό τι συνέπειες έχει, που οδηγεί;

Πρόκειται για ένα από τα πιο οδυνηρά υπαρξιακά προβλήματα του καιρού μας. Ο άνθρωπος μένοντας παθητικός προδίδει το έμφυτο δυναμικό του, νιώθει ενοχή γι αυτό, και πασχίζει να πνίξει την ενοχή του μέσα σε μια εξωτερική υπερκινητικότητα, στη διασκέδαση, στο αλκοόλ, τα ναρκωτικά, τη βεβιασμένη σεξουαλική διέγερση. Η προσδοκία του είναι να νιώσει πως μέσα σ’ όλα αυτά αναπτύσσει μια «δράση». Το αποτέλεσμα όμως συνήθως είναι να αισθανθεί το αντίθετο: πως δεν δρα αυτός, αλλά κάποια «πράγματα» πάνω του.

-Και στο τέλος, γίνεται και ο ίδιος πράγμα;

Ναι, και το να γίνει ένα άνθρωπος πράγμα, σημαίνει πως παύει να νιώθει ζωντανός. Έτσι, γεννιέται ένας επιπλέον, και χειρότερος, φόβος, ο φόβος του θανάτου. Όταν χαραμίζει κάποιος τη ζωή που του δόθηκε, αισθάνεται ότι του μένει πάντα λίγος χρόνος για να ανακτήσει τα χαμένα. Και επειδή δεν έχει συνηθίσει να ενεργεί με σχέδιο και αυτοπειθάρχηση, του φαίνεται βουνό να διορθώσει την κατάσταση και παραλύει περισσότερο. Είναι προφανές ότι αυτό βασανίζει ιδιαίτερα τους νέους.

Αυτή η αίσθηση που έχουμε –ειδικά οι νέοι σήμερα– πώς μπορούμε περισσότερα αλλά δεν μας έτυχαν οι ευκαιρίες, πώς αντιμετωπίζεται;

Είναι ένα κρίσιμο ζήτημα απέναντι στο οποίο τόσο η πολιτεία, όσο και το σχολείο και η οικογένεια δείχνουν σκανδαλώδη αδυναμία. Δεν διδάσκεται με κανένα τρόπο η μεθοδική προσπάθεια, η υπομονή, η σχεδίαση γενικά του ατομικού βίου σε συνάρτηση με το περιβάλλον και τον κόσμο. Αντί τούτων όλοι –και πιο πολύ οι μικρές ηλικίες– έχουν γίνει λεία της παγκόσμιας εμπορικής μηχανής που παράγει και διανέμει στα πλήθη εικόνες «άμεσης ικανοποίησης». Προσπαθώντας να βρεις το ταχύτερο την ικανοποίηση και βλέποντας πως καθυστερεί να έλθει, έχεις την τάση να παραδοθείς στη φαντασίωση. Το φαινόμενο έχει πάρει στις μέρες μας διαστάσεις ψυχικής επιδημίας. Σε χιλιάδες νέους το φαντασιοκόπημα γίνεται καθημερινή τροφή και η επιστροφή στον κόσμο ισοδυναμεί με ανυπόφορη αγγαρεία ή και με οδυνηρή πρόσκρουση σε μια πραγματικότητα που δεν τους εξηγεί τίποτα και τους λέει μόνο «όχι».

-Σημαία των καιρών μας η άκρατη κερδοσκοπία; Στην  πολιτική και κοινωνική ζωή;

Η ροπή για αρπαγή οφείλεται, τόσο σους πλούσιους όσο και στους φτωχούς, σε δύο αιτίες. Στην αποφυγή και υποτίμηση του μόχθου και στην έλλειψη εμπιστοσύνης στο μέλλον. Ιδιαίτερα το τελευταίο προκαλεί σήμερα ένα αγχώδη καιροσκοπισμό χωρίς προηγούμενο. Είναι σαν η αβεβαιότητα για το κύριο να απειλεί με τιμωρίες τον  άρπαγα. Όσα οφέλη αποσπάσει σήμερα μπορεί αύριο να του αφαιρεθούν. Γι’ αυτό και θέλει να αρπάξει περισσότερα.

-Τα πολιτικά αξιακά μας ήθη, των κουραμπιέδων, των πρόθυμων, της γκαζόζας, της αγκαλιάς με την καρέκλα, του άκρατου λαϊκισμού και του αμοραλισμού πως τα σχολιάζετε;

Ο καιροσκοπισμός και η κερδοσκοπία δεν θα κυριαρχούσαν στο ατομικό επίπεδο, αν δεν είχαν γίνει καθεστώς στον κοινό βίο. Κάθε μέρα τα σημάδια της φθοράς πολλαπλασιάζονται. Οι ηγεσίες, πολιτικές και κοινωνικές, λίγο ως πολύ, σε όλο τον πλανήτη, αποδεικνύονται τρομακτικά ευάλωτες στον πειρασμό ακριβώς στον οποίο ο λαός ήλπιζε ότι ειδικά αυτοί, οι ηγέτες του, θα αντιστέκονταν. Ήταν λογικό να  αναμένεται ότι οι  εξέχοντες  στην κοινωνία θα  έδιναν μια απάντηση αντάξια της θέσης τους στις  πιέσεις που  τους ασκούν οι τρέχουσες ανάγκες. Η έλλειψη πόρων μπορεί να σπρώχνει κάποιους φτωχότερους σε πράξεις άνομες. Χρειάζονται περισσότερο φαγητό, καλύτερη στέγαση, και δεν την έχουν. Αλλά οι κραταιοί γιατί να ενδίδουν; Ο ισχυρός που κλέβει το δημόσιο ταμείο αποκαλύπτει πως δεν είναι ισχυρός εφόσον υποκύπτει σε πάθη που δεσπόζουν στους ανίσχυρους.  Είναι λοιπόν ανίκανος και ανάξιος. Το δυστύχημα είναι πως η αποτυχία των ιθυνόντων αντανακλάται στη συνέχεια στη συνείδηση του λαού ως δικό του, αξερίζωτο ελάττωμα: «αφού οι εκπρόσωποί μας ξέπεσαν τόσο πολύ, είμαστε όλοι φτιαγμένοι για να κινούμαστε στα χαμηλά». Η πιο καταστροφική εξέλιξη για ένα κοινωνικό σύνολο, για μια χώρα, είναι η απογοήτευση να γίνει άλλοθι του λαϊκού κυνισμού.

-Ελπίδα εναντίον επιθυμίας; Πώς οι Μούσες θα μας οδηγήσουν στην αναγέννηση;

Η ελπίδα υπερέχει της επιθυμίας, διότι δεν συναρτάται αναγκαστικά με την απόκτηση συγκεκριμένων αγαθών. Αν ελπίζουμε ότι θα γίνουμε καλύτεροι, το βασίζουμε κυρίως στην απόφασή μας να πράξουμε διαφορετικά από ό,τι έως τώρα, και δεν εξαρτώμαστε από το αν θα έλθει στην κατοχή μας το άλφα ή το βήτα μέσον. Μας εμπνέει ο σκοπός, κι αυτό αρκεί. Οι Μούσες είναι αυτές που εμπνέουν, και σήμερα το ερώτημα είναι αμείλικτο: θέλουμε πραγματικά να εμπνευσθούμε; Θέλουμε να παρακινηθούμε από κάτι που θα το αναγνωρίζαμε ως ανώτερό μας.

-Ποιές μπορούμε να πούμε πως σήμερα είναι οι Μούσες;

Ένα μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο στην ερμηνεία και τη μεταφορά στις μέρες μας ενός αρχαίου ελληνικού μύθου που μιλά για τη διαπάλη των Μουσών με τις Σειρήνες. Σε ό,τι αφορά τον καιρό μας Μούσες είναι οι ηρωϊκές μορφές του πολιτισμού. Ανάμεσα στις μορφές αυτές υπάρχουν ένδοξα ονόματα (της τέχνης, της επιστήμης, της φιλοσοφίας, της πολιτικής), καθώς και αφανείς. Οφείλουμε να αντλήσουμε διδάγματα και από τις δύο κατηγορίες. Έδωσα ιδιαίτερη έμφαση στους αφανείς. Χρειάζεται η νέα γενιά να πλησιάσει και να δει από κοντά πώς δουλεύουν και πώς αφοσιώνονται στη δουλειά τους ορισμένα άτομα σε διάφορα επαγγέλματα, χειρωνακτικά ή διανοητικά. Πάρτε για παράδειγμα έναν τεχνίτη, ένα μάστορα. Η αγάπη του για τη δουλειά του είναι συνυφασμένη με την επιμέλεια, τη σοβαρότητα, την επιμονή. Απ’ αυτές τις ιδιότητες μπορεί να αναβλύσει η χαρά. Αυτό δεν πιστεύουν πια οι σύγχρονοι νέοι ότι είναι δυνατόν να συμβεί. Πρέπει, συνεπώς, να το δουν για να το πιστέψουν. Γενικότερα πρέπει να πιστέψουν ότι στον κόσμο τους υπάρχει το εξαιρετικό και τους περιμένει. Δεν υπάρχει μόνο το ανεκτό, το υποφερτό, το μέτριο, το πρόχειρο.

-Και οι αντίπαλες, οι νέες Σειρήνες, ποιες είναι;

Είναι οι δυνάμεις εκείνες που προπαγανδίζουν με χίλιους τρόπους την αποδοχή ης στασιμότητας. Οι Σειρήνες γοητεύουν γιατί τραγουδούν την ελκυστική μελωδία της αυταρέσκειας: «μείνε, όπως είσαι». Οι διαφημίσεις, οι τηλεοπτικές σειρές, τα ψηφιακά παιγνίδια συγκλίνουν στο ίδιο μοτίβο. Όλα δείχνουν να αλλάζουν, να τρέχουν, εκτός από τον θεατή που τα βλέπει. Αυτός καλείται να μείνει σταθερός στους εθισμούς του, στο να κάθεται και να απορροφά εικόνες.

-Υπάρχει πιθανότητα να ξεκινήσει και να κερδηθεί ο αγώνας εναντίον της νωθρότητας και της επανάπαυσης;

Για να διεξαχθεί ένας τέτοιος αγώνας με προοπτικές επιτυχίας απαιτείται εκγύμναση. Ως προς αυτό η εποχή μας, σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες εποχές, άφησε τα άτομα να βαυκαλίζονται με την εντύπωση πως η ζωή κατά κάποιον τρόπο δουλεύει για λογαριασμό τους. Η ψευδαίσθηση αυτή αρχίζει να διαλύεται. Οι ανέσεις για την πλειονότητα των ατόμων περιορίζονται και η ανασφάλεια κυριεύει τις ψυχές. Μόνο η προετοιμασμένη ψυχή μπορεί να δεχθεί πως η ζωή έχει γυρίσματα και πως το έργο του ανθρώπου είναι να χαράζει κάποια γραμμή στον κόσμο κι όχι να σύρεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο είναι και το καθήκον που έχει η Ελλάδα σήμερα απέναντι στον εαυτό της. Αν πραγματικά τον νοιάζεται, αν τον λυπάται που υποφέρει, αν θεωρεί πως τον αδικεί το μαρτύριο, οφείλει να τον βάλει να εργασθεί με πείσμα και να αξιοποιήσει στο έπακρο τις τελευταίες εφεδρείες του. Οι Έλληνες πρέπει να πολεμήσουν ξανά. Αυτή τη φορά ο εσωτερικός εχθρός τους έχει την πιο ύπουλη μορφή. Είναι η πλευρά του εαυτού τους που δέχεται η ιστορία να του δίνει ψίχουλα κι αυτός να τα παίρνει.

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here