Τζούλια Γκανάσου, «Γονυπετείς. Μια πορεία προς την αρχή», Νουβέλα, Εκδόσεις Γκοβάστη

Γεωργία Κακούρου Χρόνη

 

Με τη Τζούλια Γκανάσου συναντηθήκαμε πριν χρόνια σε ένα σεμινάριο δημιουργικής ανάγνωσης· ναι, «δημιουργικής ανάγνωσης», με δάσκαλο τον Κώστα Κατσουλάρη. Ανάμεσα στις συν-μαθήτριες η Τζούλια, μια πανέμορφη νέα γυναίκα, κατέρριπτε όλους τους «περί ωραίων, ιδίως ξανθών γυναικών» μύθους.

Σπουδαγμένη και εργαζόμενη, και μάλιστα σε είδος επαγγελματικού χώρου, όπου τα όπλα της λογικής και της αναλυτικής εύστροφης σκέψης κρίνονται απολύτως απαραίτητα. Αλλά ήταν έκδηλο ότι στην Τζούλια Γκανάσου, εκτός από το δεξιό, ήταν το ίδιο ανεπτυγμένο και το αριστερό εγκεφαλικό ημισφαίριο. Στα «μαθήματα» ήταν φανερή η φαντασία που έβρισκε δημιουργικά πρωτότυπα κανάλια προς μια έκφραση ενδιαφέρουσα που έθετε σε κίνηση τη συγκίνηση όλων μας.

Δεν πέρασε πολύς καιρός από εκείνα τα μαθήματα και η Τζούλια Γκανάσου μας εξέπληξε με το πρώτο της μυθιστόρημα («Τα μαύρα πλήκτρα», Εκδ. Γκοβόστης, 2006). Θυμάμαι πως κι εκείνο το βιβλίο δεν το άφησα από τα χέρια μου παρά, αφού το είχα τελειώσει. Προφανώς γιατί με παρέσυρε· αλλά επιχειρώντας να εκλογικεύσω τις εντυπώσεις μου έγερνα και προς την άποψη της περιέργειας «πώς γράφει, τι έχει να πει ένα νέο κορίτσι που έχεις γνωρίσει και που σε έχει εντυπωσιάσει;».

Ομολογώ ότι δεν διαβάζω σύγχρονη λογοτεχνία, τουλάχιστον όχι όσο θα ήθελα, επομένως δεν μπορώ να προβώ σε αξιολογητικές διατυπώσεις «καλό» και κυρίως «καλύτερο ή χειρότερο» συγκριτικά με κάποιο μέτρο (υπάρχει άραγε κάποιο μέτρο;). Η ανταπόκριση, επομένως, είναι έτσι κι αλλιώς υποκειμενική αλλά και λειψή, αν ληφθεί υπ’ όψιν η γενικότερη ενημέρωσή μου για τα σύγχρονα λογοτεχνικά τεκταιμόμενα. Ωστόσο, και τώρα ανακαλώ την ατμόσφαιρα εκείνου του πρώτου βιβλίου με την επωδό «Mind the gap», ενώ μου είναι αδύνατον να ανακαλέσω, έστω και ελάχιστες εντυπώσεις από άλλα ανάλογα διαβάσματα.

Τους «Γονυπετείς. Μια πορεία προς την αρχή», το τελευταίο της βιβλίο, το είχα στο γραφείο μου πριν από τα Βραβεία Βιβλίου που έχουν καθιερώσει τα Public, και στα οποία είναι οι αναγνώστες που αναδεικνύουν κάθε χρόνο τα αγαπημένα τους βιβλία. Φέτος στους «Γονυπετείς» απενεμήθη το πρώτο βραβείο στην κατηγορία του διηγήματος, αν και η ίδια η συγγραφέας στο εξώφυλλο χαρακτηρίζει το βιβλίο της ως «Νουβέλα» και σωστά κατά τη γνώμη μου. Ίσως η διάρθρωση του βιβλίου σε τρία μέρη (πρώτο μέρος «Υπέρ πίστεως», δεύτερο μέρος «Υπέρ ερεύνης (και άλλων στοιχείων)» και τρίτο μέρος «Υπέρ ανθρώπου») που διαθέτουν κάποια σχετική αυτοτέλεια να συνηγορεί και προς άλλες ειδολογικές λογοτεχνικές κατατάξεις.

Οι τίτλοι των τριών μερών σηματοδοτούν και το περιεχόμενο του βιβλίου· τι πιστεύουμε και τι ερευνάμε; Ποιες οι προσδοκίες μας από την πίστη και ποιες από την έρευνα; Και ποιο το περιεχόμενο μια διακήρυξης τελικά «υπέρ του Ανθρώπου»;

Ο ρυθμός του βιβλίου κρατά κάτι από τον ρυθμό των «Μαύρων πλήκτρων». Εκεί τον τόνο τον έδιδε η προειδοποίηση «Mind the gap»· εδώ η παρότρυνση «Παλάμη μπροστά, γόνατο μπροστά, πάμε πάλι».

Μια γυναίκα γονυπετής επιχειρεί μια δύσκολη πορεία προς Εκείνη· που μπορεί να είναι η Παναγιά, ακόμη και η Παναγιά της Τήνου, η όποια Παναγιά – συνηγορούν και τα συχνά αποσπάσματα των «Χαιρετισμών» που παρεμβάλλονται στην αφήγηση της γονυπετούς – σ’ ένα από τα πολλά ελληνικά νησιά· ή όποια θεότητα· ή καμιά θεότητα, απλώς πορεία προς ένα στόχο, πολύ δύσκολο, που αποφασίζει κάποιος – η γυναίκα – να προσεγγίσει με όλες τις δυνάμεις, με όποιο κόστος, με κάθε θυσία.

Κατά τη διάρκεια της πορείας της απεκδύεται σιγά σιγά κινήσεις που έως τότε χαρακτήριζαν το βάδισμά της (είναι υποχρεωμένη τώρα να κινηθεί στα τέσσερα), εγκαταλείπει τα ρούχα της, σταδιακά και επώδυνα κομμάτια της σάρκας της· αιμάσσει, πληγώνεται και η πληγή φθάνει ως το κόκκαλο. Ταυτόχρονα αδειάζει το ίδιο οδυνηρά κι από τους μύθους της. Εξομολογείται καθ’ εαυτήν ή στη νοητή θεότητα – στην οποία γονυπετής προσπέφτει – τις αδυναμίες της αλλά και τη δύναμή της· τις σχέσεις με τον άντρα της, το γιο της, το παρήγορο καταφύγιο σ’ έναν άλλο σύντροφο. Με μια γλώσσα ίσια, καθαρή, απροσποίητη, καθόλου σεμνότυφη, ρεαλιστική είτε μιλάει για τη μυθολογία και την πραγματικότητα της ζωής της, είτε για την ηδονή, είτε για το ξεγύμνωμα έως τα οστά της αλγεινής πορείας στα τέσσερα.

Η δομή της αφήγησης είναι τέτοια που επιτρέπει στον αναγνώστη να παρακολουθεί τις πολλαπλές αυτές αφηγήσεις· να ακολουθεί την πορεία προς την αρχή, αλλά ταυτόχρονα να ακούει και την εκ βαθέων εξομολόγηση της γυναίκας· ψευδαισθήσεις, αναθεωρήσεις, διαψεύσεις, ψήγματα θάρρους, πάλη με την αρρώστια, με τα γηρατειά, με τα παιδιά, την απόκτηση και την ανατροφή τους, με το θάνατο· νεανικά όνειρα που εγκαταλείπονται και ξακρίζονται, ξέφτια πια, στη μέση ηλικία. Η πορεία προς την αρχή· η αισιοδοξία του εγχειρήματος, της δύναμης να ξαναρχίζει κανείς και πάλι, και πάλι, από την αρχή.

Ανήμποροι ξεκινάμε, ανήμποροι φθάνουμε· εκτεθειμένοι αλλά και διατεθειμένοι να αρχίσουμε πάλι από την αρχή. Αξίζουμε την αγάπη μας κάθε φορά που συνειδητά αποφασίζουμε, μη αγνοώντας το κόστος, αυτή την «πορεία προς την αρχή». Και τότε μπορεί να ανήκει και σε μας η τελευταία πρόταση του βιβλίου της Τζούλιας Γκανάσου «Απόψε πραγματικά νιώθω καλή, πάρα πολύ καλή».

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here