Τσίπρας: Αν δεν έχουμε ακόμη συμφωνία δεν οφείλεται σ’εμάς

ΦΩΤΟ: IN TIME

H μη επίτευξη συμφωνίας δεν οφείλεται στην ελληνική αδιαλλαξία ή την έλλειψη προτάσεων, αλλά στην επιμονή ορισμένων εκπροσώπων των θεσμών να καταθέτουν παράλογες προτάσεις. Αυτό τονίζει σε άρθρο παρέμβαση στη γαλλική εφημερίδα Le Monde ο Έλληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας επιχειρώντας να αποκαταστήσει την αλήθεια, όπως υπογραμμίζει, για τις πραγματικές προθέσεις της κυβέρνησης. 

«Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η ελληνική πλευρά δεν κάνει τίποτα για την επίτευξη συμφωνίας διότι προσέρχεται στις διαπραγματεύσεις με αδιαλλαξία και χωρίς προτάσεις. Έχουν όμως έτσι τα πράγματα;», σημειώνει ο κ. Τσίπρας και προσθέτει:

«Δεδομένης της ιστορικής στιγμής στην οποία ζούμε, όχι μόνο για το μέλλον της Ελλάδας αλλά και για εκείνο της Ευρώπης, θα ήθελα να αποκαταστήσω την αλήθεια και να ενημερώσω με τρόπο υπεύθυνο την ευρωπαϊκή και παγκόσμια κοινή γνώμη για τις προθέσεις και τις πραγματικές προτάσεις της ελληνικής κυβέρνησης».

Πρέπει να πούμε τα πράγματα ως έχουν, υπογραμμίζει. «Η μη επίτευξη συμφωνίας, μέχρι στιγμής, δεν οφείλεται σε μια υποτιθέμενη άτεγκτη, αδιάλλακτη και ακατανόητη στάση της Ελλάδας. Αλλά στην επιμονή ορισμένων θεσμικών παραγόντων να καταθέτουν προτάσεις παράλογες και να δείχνουν παντελή αδιαφορία τόσο στην πρόσφατη δημοκρατική επιλογή του ελληνικού λαού, όσο και στη δημόσια παραδοχή και των τριών θεσμών ότι θα υπάρξει η αναγκαία ευελιξία, ώστε να γίνει σεβαστή η λαϊκή ετυμηγορία».

Ο κ. Τσίπρας αναφέρει ότι τους τελευταίους τέσσερις μήνες βασικός στόχος της ελληνικής κυβέρνησης υπήρξε να μπει τέλος στον φαύλο κύκλο των λαθών του παρελθόντος και αυτής της αβεβαιότητας.

«Κάτι τέτοιο απαιτεί μια αμοιβαία επωφελή συμφωνία που θα θέσει ρεαλιστικούς στόχους όσον αφορά τα πλεονάσματα, ενώ παράλληλα θα επαναφέρει την ατζέντα της ανάπτυξης και των επενδύσεων. Μια τελική λύση στο ελληνικό πρόβλημα είναι πλέον πιο ώριμη και πιο αναγκαία από ποτέ» γράφει ο Έλληνας πρωθυπουργός.

Οι δυο στρατηγικές της Ευρώπης  

Στη Le Monde, διατυπώνει την έντονη ανησυχία του για τη δημιουργία μια Ευρώπης δυο ταχυτήτων υπογραμμίζοντας ότι το Ελληνικό ζήτημα δεν αφορά αποκλειστικά την Ελλάδα, αλλά αποτελεί το επίκεντρο της σύγκρουσης δύο εκ διαμέτρου αντίθετων στρατηγικών για το μέλλον της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Αναφέρει ειδικότερα:

Η πρώτη στρατηγική επιδιώκει την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης σε ένα πλαίσιο ισότητας και αλληλεγγύης μεταξύ των λαών και των πολιτών της. Οι υπέρμαχοι αυτής της στρατηγικής ξεκινούν από το δεδομένο ότι δεν είναι δυνατόν να ζητείται από την νέα ελληνική κυβέρνηση να κάνει τα ίδια με την προηγούμενη –η οποία, δεν πρέπει να ξεχνάμε, απέτυχε παταγωδώς. Και ξεκινούν από αυτό το δεδομένο, γιατί διαφορετικά θα έπρεπε να καταργήσουμε τις εκλογές σε όσες χώρες βρίσκονται σε πρόγραμμα. Να αποδεχτούμε, δηλαδή, να διορίζονται οι υπουργοί και οι πρωθυπουργοί από τους θεσμούς και οι πολίτες να αποστερούνται από το δικαίωμα του εκλέγειν μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος.

Καταλαβαίνουν ότι κάτι τέτοιο σημαίνει την ολοκληρωτική κατάργηση της δημοκρατίας στην Ευρώπη, το τέλος κάθε προσχήματος και την αρχή μιας διάσπασης και ενός απαράδεκτου διχασμού της Ενωμένης Ευρώπης. Σημαίνει εν τέλει την αρχή για την δημιουργία ενός τεχνοκρατικού τερατουργήματος, που θα οδηγήσει σε μια Ευρώπη εντελώς ξένη προς τις ιδρυτικές της αξίες.

Η δεύτερη στρατηγική επιδιώκει ακριβώς αυτό: Τη διάσπαση και τον διχασμό της Ευρωζώνης και συνακόλουθα της Ε.Ε. Πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι η δημιουργία μιας Ευρωζώνης δύο ταχυτήτων, όπου ο σκληρός πυρήνας θα θέτει σκληρούς κανόνες λιτότητας και προσαρμογής και θα διορίζει έναν Υπερυπουργό Οικονομικών της Ευρωζώνης με απεριόριστη εξουσία, με τη δυνατότητα δηλαδή να απορρίπτει ακόμη και προϋπολογισμούς κυρίαρχων κρατών που δεν ευθυγραμμίζονται με τα δόγματα του ακραίου νεοφιλελευθερισμού.

Για όσες χώρες δε, αρνούνται να υποκύψουν στην νέα εξουσία η λύση θα είναι απλή: Σκληρή τιμωρία. Υποχρεωτική λιτότητα. Και, ακόμη περισσότερο, περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων, πειθαρχικές κυρώσεις, πρόστιμα, ακόμη και παράλληλο νόμισμα. Έτσι οικοδομείται η νέα ευρωπαϊκή εξουσία με πρώτο θύμα την Ελλάδα η οποία στο μυαλό αρκετών αποτελεί χρυσή ευκαιρία παραδειγματισμού για όλους τους υποψήφιους απείθαρχους.

Το πρόβλημα, όμως, που δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψη της η δεύτερη αυτή στρατηγική είναι το υψηλό ρίσκο που επωμίζεται και τους τεράστιους κινδύνους που εγκυμονεί. Διότι όχι μόνο διακινδυνεύει να αποτελέσει την αρχή του τέλους για το εγχείρημα της ενωμένης Ευρώπης, μετατρέποντας την ευρωζώνη από νομισματική ένωση σε ζώνη συναλλαγματικών ισοτιμιών, αλλά επίσης πυροδοτεί και μια διαδικασία οικονομικής και πολιτικής αβεβαιότητας που είναι πολύ πιθανό να μετασχηματίσει πλήρως τις οικονομικές και πολιτικές ισορροπίες σε ολόκληρη τη Δύση.

Η Ευρώπη, λοιπόν, βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Μετά από τις σοβαρές παραχωρήσεις της ελληνικής κυβέρνησης η απόφαση είναι στα χέρια όχι των θεσμών που άλλωστε -με εξαίρεση την Ευρωπαϊκή Επιτροπή- δεν εκλέγονται και δεν λογοδοτούν στους λαούς, αλλά στα χέρια των ηγετών της Ευρώπης.

Ποια στρατηγική θα επικρατήσει; Εκείνη του ρεαλισμού για μια Ευρώπη της αλληλεγγύης, της ισότητας και της δημοκρατίας ή η στρατηγική της ρήξης και της διχοτόμησης;

Αν κάποιοι, πάντως, νομίζουν ή, θέλουν να πιστεύουν, ότι η απόφαση αυτή αφορά αποκλειστικά και μόνο την Ελλάδα διαπράττουν μεγάλος λάθος. Θα τους πρότεινα απλώς να ξαναδιαβάσουν το αριστούργημα του Χέμινγουεϊ: «Για ποιον χτυπά η καμπάνα;».

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here