Οι τσιγγάνοι δεν είναι φολκλόρ-Μιά συζήτηση με τον Χρήστο Ηλιάδη, με αφορμή τη σημερινή παγκόσμια ημέρα Ρομά

Η γνωριμία με τον Χρήστο Ηλιάδη έγινε πριν χρόνια σε ένα μοναστήρι στα περίχωρα της Βαρκελώνης. Η συζήτηση παρακάτω πριν κάποιο καιρό στα Πατήσια. Τα ζητήματα που θίγονται είναι δυστυχώς πάντα επίκαιρα.

Οφείλουμε κάποιοι στιγμή να μάθουμε αυτούς τους –σύμφωνα με εκτιμήσεις- 200.000 Έλληνες πολίτες που ζουν σε πάνω από 200 κοινότητες σε όλη την Ελλάδα και δίπλα μας στο Ίλιον, το Νομισματοκοπείο, την Αγία Βαρβάρα, τον Κορυδαλλό. Είναι  Έλληνες πολίτες και θεωρούν τον εαυτό τους πρώτιστα Έλληνα. Έχουν όμως διαφορετικά εθνοπολιτισμικά χαρακτηριστικά. Οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν ένα άγνωστο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας αλλά πρέπει να γνωρίζουμε ότι αρκετοί ήρθαν ακόμα και ως πρόσφυγες όπως οι παππούδες μας από την Μικρά Ασία, υπήρξαν ανταλλαχθέντες. Μέχρι τη δεκαετία του ‘60 και του ‘70 πολλοί ήταν ενταγμένοι στις τοπικές τους κοινότητες. Σταδιακά αρκετοί τέθηκαν στο περιθώριο. Η ιστορία τους, λοιπόν, δεν είναι μόνον ιστορία αποκλεισμού αλλά και πλήρους συνύπαρξης και ένταξης. Κατά το μετεμφυλιακό κράτος είναι που άρχισε ο αποκλεισμός, οι αιτίες του οποίου δεν έχουν διερευνηθεί αλλά σίγουρα η άνιση ανάπτυξη και οι κλειστές, συντηρητικές κοινότητές τους να μην τους επέτρεψαν να προσαρμοστούν. Το ίδιο και η φτώχεια τη δεκαετία του ‘50 και του ‘60 στην  οποία δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν.

Τώρα πια υπάρχουν κάποιοι που ζουν σε καλές συνθήκες, όπως στην Αγία Βαρβάρα, και άλλοι σε πολύ φτωχικούς καταυλισμούς, που μοιάζουν με τις φαβέλες της Λατινικής Αμερικής. Οι περισσότεροι ασχολούνται με το εμπόριο και το παρεμπόριο, τα ρούχα, σίδερα, σε λαϊκές και αγροτικές δουλειές, στην καλλιέργεια ρυζιού, είναι φαναρτζήδες και μετακινούνται εποχικά για να πουλήσουν προϊόντα, όπως χαλιά. Στην Αγία Βαρβάρα πέτυχαν φτιάχνοντας προϊόντααπομιμήσεις μέχρι το ‘90 αλλά από κει και μετά εισάγονται από την Ιταλία και την Κίνα. Εξαιτίας αυτής τους της επαγγελματικής ενασχόλησης τούς έχει χτυπήσει η κρίση ιδιαίτερα, μιας και είναι ελεύθεροι επαγγελματίες αλλά τα προϊόντα τους αντικαθίστανται από πιο φτηνά κινέζικα προϊόντα. Μπορεί οικονομικά να ζορίζονται αλλά αυτό τους έχει δώσει και κίνητρο ένταξης. Αντιλαμβάνονται ότι τα παιδιά τους δεν μπορούν να κάνουν την ίδια δουλειά που έκαναν εκείνοι παλαιότερα άρα αρχίζουν και σκέφτονται έναν δρόμο μέσω του σχολείου για άλλου είδους αποκατάσταση.

Η ανεξαρτησία των κοριτσιών εξαρτάται από την εκάστοτε κοινότητα και οικογένεια. Πάντως συμμετέχουν στα σχολεία πολύ περισσότερο πλέον. Όταν, βέβαια, μια 18χρονη έχει τρία παιδιά σημαίνει ότι έχει σταματήσει και το σχολείο. Οι οικογένειες, όμως, είναι πολλές φορές αυτές που αποφασίζουν αν ένα κορίτσι θα πάει σχολείο ή θα κάνει οικογένεια. Κάποιοι χρησιμοποιούν, φυσικά, και το επιχείρημα ότι παιδιά είναι και κλέβονται.

Η μεγάλη πλειοψηφία των τσιγγάνων μιλούν την μητρική τους γλώσσα, την ρομανές. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που δεν την μιλούν και αυτούς, αν και θεωρούν εαυτούς τσιγγάνους, όπως κι εμείς, κάποιοι από τους υπόλοιπους έχουν αντίθετη άποψη. Όμως, το τι έχει συμβεί με τους τσιγγάνους στο παρελθόν είναι άγνωστο μιας και δεν υπάρχουν γραπτές αλλά ούτε και προφορικές μαρτυρίες των κοινοτήτων τους. Οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να έπαψε μια κοινότητα να μιλάει ρομανές δεν είναι γνωστοί όπως ούτε και τι επαφές υπήρξαν μεταξύ τους ιστορικά.

Η γλώσσα τους επηρεάζεται, όπως είναι φυσικό, από τον τόπο διαμονής τους. Εδώ, περίπου οι μισές λέξεις είναι ελληνικές. Αλλά οι τσιγγάνοι στην Ελλάδα και εκείνοι στη Ρουμανία, για παράδειγμα, έχουν κοινές λέξεις κι έτσι συνεννοούνται. Η γλώσσα εξελίσσεται ανάλογα με τις περιόδους και τις περιοχές. Στην Ελλάδα μιλούν εξίσου καλά τα ελληνικά. Κάποιοι μεγαλύτεροι στην ηλικία και ίσως οι πιο απομονωμένοι όχι τόσο καλά αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι τα πολύ μεγάλα ποσοστά αναλφαβητισμού. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, ακόμα και οδοκαθαριστής να γίνει κάποιος πρέπει να έχει απολυτήριο γυμνασίου. Η εμπειρία δείχνει ότι 8 στους 10, που είναι ανάμεσα 20-30 χρονών είναι αναλφάβητοι έχοντας παρακολουθήσει μόλις λίγες τάξεις του δημοτικού και δεν ξέρουν ούτε να γράφουν ούτε να διαβάζουν πράγμα που αποτελεί ύψιστο εμπόδιο για οποιουδήποτε είδους εξέλιξη. Εντωμεταξύ δεν έχουμε στοιχεία για τον αναλφαβητισμό των ενηλίκων, παρά μόνο για την σχολική διαρροή.

Το ζήτημα δεν είναι μόνο ένα πρόγραμμα σχολικής ένταξης αν και γίνεται κάποια δουλειά. Ποια η αξία του, όμως, αν διενεργείται μόνο σε ορισμένες περιοχές; Το ζήτημα είναι πώς τους αντιμετωπίζει γενικότερα το σχολείο. Πόσο δεκτικό είναι; Υπήρξε, για παράδειγμα, περίπτωση όπου ζητήθηκε από τα παιδιά να κάνουν παράσταση για την παγκόσμια μέρα των τσιγγάνων, στις 8 Απριλίου, και σύμφωνα με καταγγελίες γονέων ο διευθυντής αρνήθηκε λέγοντας «τι να κάνουμε δηλαδή; Να παίξουμε μουσική;» Κι αυτό ενώ στη συγκεκριμένη περιοχή το 95% των παιδιών του σχολείου είναι τσιγγάνοι.

Όταν οι κοινότητες ζουν σε καθεστώς απομόνωσης είναι φυσικό η εκπαίδευση να μην αποτελεί προτεραιότητα. Ο αποκλεισμός, όμως, από το εκπαιδευτικό σύστημα είναι πρόβλημα βαθύτερο και δεν πρέπει να κατηγορούμε μόνο αυτούς. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για ένταξη στην ελληνική κοινωνία πρέπει να δούμε τόσο τους ίδιους τους τσιγγάνους όσο και την ελληνική πολιτεία και κοινωνία, τη δική μας πλευρά, αυτή της πλειοψηφίας. Η ένταξη απαιτεί ένα βήμα από τον έναν, έναν από τον άλλο άρα πρέπει να γίνουν βήματα από τη μεριά της πλειοψηφίας, για να ενταχθούν οι τοπικές κοινότητες μιαςκαι σε κάθε περιοχή οι συνθήκες διαφοροποιούνται, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να υπάρξει ένα συνολικό πρόγραμμα για όλους τους τσιγγάνους.

Οι παράμετροι της όποιας ένταξης περιλαμβάνουν την εκπαίδευση, τις υποδομές, το οικιστικό θέμα, την εργασία, την πρόσβαση στην υγεία. Όλα αυτά σε συνδυασμό και ταυτόχρονα να υπάρξει πρόνοια για την καταπολέμηση του ρατσισμού της πλειοψηφίας, την αλλαγή της αντιμετώπισης από την αστυνομία, και όλων των παραγόντων εκείνων που αναπαράγουν τον αποκλεισμό.

Οι τσιγγάνοι δεν είναι φολκλόρ για να δούμε μόνο τους χορούς τους. Αυτό που απαιτείται είναι ένα συγκροτημένο πρόγραμμα και πολύ δουλειά μέσα στις ίδιες τις τσιγγάνικες κοινότητες. Είναι εκεί που πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η περίοδος που τους συνέφερε ο αποκλεισμός τους έχει τελειώσει. Είναι, ίσως, εύκολη η κοινοτική οργάνωση, να μην πληρώνεις ρεύμα ή φόρους αλλά αυτό δεν μπορεί να ισχύει πλέον. Δεν γίνεται να συγκαλύπτουν παραβιάσεις δικαιωμάτων στο εσωτερικό τους στο όνομα της κουλτούρας και των παραδόσεων. Ως επιχείρημα δεν μπορεί να ισχύει πλέον στο εσωτερικό των οικισμών κάτι τέτοιο. Φυσικά, από την άλλη, είναι διαδεδομένη η αντίληψη ότι η αστυνομία είναι κακή προς όλους και υπάρχει φόβος καταγγελιών.

Όπως δεν γίνεται τα παιδιά να παντρεύονται στα 14 τους χρόνια, δεν είναι δυνατόν να μην υποχρεούνται να πηγαίνουν στα σχολεία, οι γυναίκες πρέπει να πάψουν να είναι αποκλεισμένες και κλειδωμένες, τα δικαιώματα των δικών τους μελών πρέπει να γίνονται σεβαστά, να εκδημοκρατίσουν τη δική τους συμμετοχή, να πάψουν να είναι οι κοινότητές τους τόσο κλειστές στον έξω κόσμο. Για τον γάμο των μικρών παιδιών, πιο συγκεκριμένα, έχει αναπτυχθεί μεγάλη συζήτηση ανοιχτά πλέον εναντίον τους ανάμεσα στους τσιγγάνους. Το ζήτημα αυτό δεν πρόκειται να λυθεί με το να επέμβει η αστυνομία σε έναν γάμο ούτε αν φυλακίσει όλο το σόι. Θα λυθεί μέσω της κοινωνικής ένταξης και του ανοίγματος προς τα έξω και μέσω συνεργασίας και ενδυνάμωσης των τσιγγάνων εκείνων που έχουν ξεφύγει από αυτές τις πρακτικές και τις κριτικάρουν.

Κατά τις εκπαιδεύσεις μελών τσιγγανικών κοινοτήτων στο πρόγραμμα Romed 2 του Συμβουλίου της Ευρώπης σκοπός μας ήταν η ένταξη με τη δημιουργία κάποιων ομάδων μέσα στις κοινότητες που θα έρχονται σε διαβούλευση με τις τοπικές αρχές, το δήμο και την περιφέρεια, και θα λειτουργούν ως διαμεσολαβητές ανάμεσα στους τοπικούς φορείς και τις κοινότητες. Το πόσο θα λειτουργήσει κάτι τέτοιο είναι θέμα ανοιχτό. Πιστεύουμε, όμως, ότι θα βοηθηθεί μία ομάδα να τραβήξει και την υπόλοιπη κοινότητα σε μια διαφορετική συνθήκη και μεγαλύτερη αλληλεπίδραση, όχι μόνο με την αλλαγή των τσιγγάνικων κοινοτήτων αλλά και με ανάλογες κινήσεις μέσα στις ίδιες τις τοπικές αρχές οι οποίες σύμφωνα τουλάχιστον με την εμπειρία ισχυρίζονται ότι είναι οι ίδιοι οι τσιγγάνοι που δε θέλουν να κάνουν κάτι για την ένταξή τους.

Στις τοπικές αρχές επεικρατεί η αντίληψη ότι αρκεί να συμπεριφέρονται σε όλους τους δημότες το ίδιο, χωρίς ρατσισμό και ότι εκεί που υπάρχει πρόβλημα είναι γιατί οι τσιγγάνοι δε συνεργάζονται. Αυτό μπορεί κανείς να το δει, όμως, και διαφορετικά: ότι καθόμαστε στη  βολή της πλειοψηφίας και περιμένουμε από κάποιον που δεν έχει γνωρίσει κάτι άλλο στη ζωή του να αλλάξει. Είναι σαν να μοιράζουμε φυλλάδια στους πρόσφυγες που ζουν στους καταυλισμούς, γραμμένα στα ελληνικά. Πρέπει να μιλήσουμε στη δική τους γλώσσα και να τους ακούσουμε. Ένα ζήτημα αποτελεί, φυσικά, και η εκπροσώπησή τους, καθώς η περιθωριοποίηση οδηγεί στους λεγόμενους «τσιγγανοπατέρες» να βγαίνουν μπροστά ως αρχηγοί, καπελώνοντας τις κοινότητες.

Το μεγάλο θέμα που προκύπτει στις μέρες μας είναι πώς μπορούν να ενταχθούν άνθρωποι διαφορετικής κουλτούρας, όπως είναι οι πρόσφυγες που βρίσκονται στη χώρα μας και που πιθανότατα θα παραμείνουν, από την στιγμή που μια πολιτεία δε μπορεί να αναπτύξει μηχανισμούςένταξης για αποκλεισμένους Έλληνες πολίτες, με διορετικά εθνοπολιτισμικά χαρακτηριστικά, όπως είναι οι τσιγγάνοι. Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι μιλάμε για πολύ διαφορετικά πράγματα. Οπότε μιλάμε για διαφορετικούς τρόπους και βαθμούς ένταξης. Άλλο πράγμα ένας τσιγγάνος να είναι ενταγμένος και άλλο ένας αφγανός και ένας ιρακινός που αρκεί σε μια πρώτη φάση να μάθει τη γλώσσα στοιχειωδώς, να μπορεί όχι μόνο με δική του προσπάθεια αλλά και με εκείνη των αρχών να έρχεται σε επαφή με τις αρχές, να διεκπεραιώνει τις υποθέσεις του, να απασχοληθεί κάπου.

Η ένταξη οποιωνδήποτε έχει να κάνει με το πού θέλουν να ενταχθούν. Αν αυτό είναι η κυρίαρχη πλειοψηφία ημών των λευκών Ελλήνων στην Ελλάδα πρέπει να απαντήσουμε στο πώς η λογική της κοινωνίας και η πρακτική του κράτους θα γίνει ευέλικτη και ανοιχτή στις διαφορετικές ανάγκες, πολιτισμούς και τρόπους να ζει κανείς στο δημόσιο χώρο. Δηλαδή, πώς οι πρακτικές του κράτους, της δημόσιας διοίκησης και όλων μας θα μπορούν να εντάξουν και να προσαρμόζονται σε άλλες ανάγκες από αυτές που έχουμε συνηθίσει και όχι μόνο στις δικές μας.

*******************************************************************

Στις αρχές του έτους δημιουργήθηκε η Ειδική Γραμματεία Ένταξης των Ρομά, μια σημαντική πρωτοβουλία με σκοπό την προώθηση της κοινωνικής ένταξης του συγκεκριμένου πληθυσμού και της καταπολέμησης της ακραίας φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Το στοίχημα πλέον είναι να καταφέρει το νέο θεσμικό όργανο να συνεργαστεί τόσο με τα συναρμόδια υπουργεία, όσο και την τοπική αυτοδιοίκηση ώστε να αντιμετωπίσει με μια ολιστική προσέγγιση τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η συγκεκριμένη κοινωνική και πολιτισμική ομάδα.

 

Επίσης, εξαιτίας των συνεχιζόμενων παραβιάσεων των δικαιωμάτων των τσιγγάνων, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το συμβούλιο της Ευρώπης σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέπτυξε πρόσφατα το πιλοτικό πρόγραμμα JustRom. Το πρόγραμμα, το οποίο ξεκίνησε ήδη να υλοποιείται στην Ελλάδα, επικεντρώνεται στην διευκόλυνση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη των γυναικών Ρομά, ώστε να αντιμετωπιστούν με αποτελεσματικότερο τρόπο οι διακρίσεις σε βάρος τους, αλλά και φαινόμενα όπως η ενδιοικογενειακή βία. Δύο ομάδες αποτελούμενες από δικηγόρους και διαπολιτισμικούς διαμεσολαβητές Ρομά θα παρέχουν δωρεάν νομική υποστήριξη στη Δυτική Αττική και τον Δενδροπόταμο Θεσσαλονίκης.

 

*********************************************************************

Όσο για το αν και πώς επηρεάζεται η ελληνική κοινωνία έχουμε δυο διαφορετικά πράγματα. Αν η ελληνική κοινωνία πρέπει να ανεχθεί πρακτικές που τις έχει αφήσει στο παρελθόν και που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα εννοείται πως δεν μπορούν να γίνουν ανεκτά. Όλα τα υπόλοιπα, όμως, που ίσως δεν μας αρέσουν, όπως η μαντήλα στην παρέλαση, οι θρησκευτικές ταυτότητες και οι πολιτισμικές και θρησκευτικές πρακτικές που δεν έχουμε συνηθίσει θα κάνει καλό και σε εμάς και στους ίδιους αν αφήσουμε να τις εκφράζουν δημόσια και δεν τις κρύβουμε πίσω από την κουρτίνα. Αυτό αφορά τόσο τους τσιγγάνους, όσο και άλλες εθνοπολιτισμικές ομάδες.

Πρέπει να καταλάβουμε ότι για πάρα πολλούς αιώνες επί οθωμανικής και βυζαντινής αυτοκρατορίας οι τσιγγάνοι δεν θεωρούνταν ξένοι πολιτισμοί.  Γνωρίζοντάς τους καλύτερα ίσως δούμε ότι κουβαλάμε πολλά πράγματα που μοιάζουν. Δικές μας πρακτικές που έρχονται από το παρελθόν δεν είναι πάρα πολύ διαφορετικές από τις δικές τους. Όσο για τα ξένα και διαφορετικά πρέπει σίγουρα να βρούμε έναν τρόπο, όταν δεν παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, να τα αποδεχτούμε.

Τα προηγούμενα χρόνια υπήρχε ένα κονδύλι που προέβλεπε εκπαιδεύσεις ανθρώπων της δημόσιας διοίκησης και αστυνομικούς για ζητήματα ένταξης υπηκόων τρίτων χωρών. Η εμπειρία από τέτοιου είδους σεμινάρια με αστυνομικούς και δημοσίους υπαλλήλους και έχει αναδείξει το εξής έλλειμμα. Ένας αστυνομικός, ο οποίος είναι δέκα ή είκοσι χρόνια στο σώμα, είχε την ευκαιρία –στην καλύερη περίπτωση- σε αυτά τα χρόνια να κάνει σαράντα ώρες εκπαίδευση για το τί γίνεται με την ένταξη αυτών των ανθρώπων. Πριν από μερικά χρόνια το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς τους στο δρόμο αφορούσε ξένους. Είχαν να κάνουν είτε με παράτυπους μετανάστες είτε με νόμιμους με διαδικασίες εγγράφων κ.λπ. αλλά δεν είχαν εκπαιδευτεί ποτέ και είναι πολύ δύσκολο ένας άνθρωπος να μπει ξαφνικά σε μια τέτοια διαδικασία άρα, λοιπόν, ένα ζήτημα είναι πώς μπαίνει η εκμάθηση για το τι θα πει ένταξη, για το πώς ερχόμαστε σε επαφή ως κρατικά όργανα πλέον με τους ξένους, μετανάστες ή πρόσφυγες, ήδη στις σχολές της αστυνομίας. Δεν υπάρχει καμιά πρόβλεψη στο πρόγραμμα σπουδών αυτών των ανθρώπων, σύμφωνα με δικές τους μαρτυρίες, πέρα από ad hoc σεμινάρια τα οποία φυσικά δεν αρκούν γιατί υπάρχουν άνθρωποι, όπως οι αστυνομικοί ως ομάδα, για την οποία έχουμε αρνητική εικόνα σε σχέση με το πώς αντιμετωπίζει τους ξένους και τους μετανάστες, πράγμα που ισχύει μεν αρκετές φορές, αλλά πολλοί αστυνομικοί είχαν τόση άγνοια που τους δημιουργούσε τρομερό ενδιαφέρον να μάθουν πώς το κάνουμε, πώς χειριζόμαστε ανθρώπους που δεν ξέρουν να μιλούν ελληνικά και δεν καταλαβαίνουν τί γίνεται. Η ανάγκη για κάτι τέτοιο είναι πραγματική. Υπάρχουν αρκετοί μέσα στο σώμα που θα ήθελαν να αλλάξει η πρακτική της αστυνομίας ή είχαν ιδιαίτερη γνώση σε ζητήματα μεταναστών. Πρέπει να εκπαιδευτούν και άλλοι και να αξιοποιηθεί η εμπειρία τους πολλαπλασιαστικά.

Η ελληνική δημόσια διοίκηση διαθέτει ανθρώπους που έχουν γνώσεις, καλό επίπεδο, όρεξη και διάθεση αλλά δεν φαίνεται να τους αξιοποιεί.

*Ο Χρήστος Ηλιάδης  είναι Δρ. Πολιτικός Επιστήμονας (PhD, Essex), Εκπαιδευτής του προγράμματος Romed 2 (2014-17) και Εθνικός Συντονιστής προγράμματος JUSTROM για την πρόσβαση στη δικαιοσύνη των Ρομά Γυναικών [JUSTROM CoE/EC Joint Programme on Roma and Traveller Womens Access to Justice]

http://pjpeu.coe.int/en/web/accessofromaandtravellerwomentojustice/greece.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here