Τρυφερές νύχτες και μέρες στη Γαλλική Ριβιέρα

 

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Ένα από τα  διασημότερα τουριστικά θέρετρα στον κόσμο, η Κυανή Ακτή αρχίζει, γεωγραφικά, δυτικά από την Ιταλική Ριβιέρα και το Μεντόν, διασχίζοντας, περικλείοντας και σηματοδοτώντας δυσθεώρατα και βαρύγδουπα σε διεθνές επίπεδο ονόματα, όπως το Μονακό, τη Νίκαια, την Αντίμπ και τις Κάννες. Πρόκειται τουτέστιν για ένα σημαντικό μέρος από πολλές σκοπιές στην νοτιοανατολική μεσογειακή γραμμή της Γαλλίας. Αν και πολλοί διαφωνούν, κάποιοι προσθέτουν στην προαναφερθείσα έκταση και πιο δυτικές περιοχές, όπως το ακόμα πιο πασίγνωστο, σε άλλες όμως εποχές, Σαιν-Τροπέ και την απόμερη, τρόπον τινα,  Υέρ. Είτε στη στενή της, όμως, είτε στην διευρυμένη της γεωγραφική έννοια,  η γαλλική Ριβιέρα, αυτή η εκθαμβωτική ακτογραμμή της Μεσογειακής λεκάνης, από το Σαιν-Τροπέ μέχρι τα ιταλικά σύνορα, έχει προσελκύσει και πολλούς γνωστούς και άγνωστους συγγραφείς, μεταξύ πολλών άλλων προσωπικοτήτων,  κατά τη διάρκεια των αιώνων, αλλά κυρίως κατά τον προηγούμενο. Αν περιηγηθούμε για λίγο στην πολύπειρη ιστορία, θα παρατηρήσουμε σε διαχρονική βάση  κάποια σύμπλευση και σύγκλιση επιθυμιών, κινήσεων και συμπεριφορών μεγάλων διεθνών ονομάτων, ιδιαίτερα κάποιων που ανήκαν στους γνωστούς λογοτεχνικούς κύκλους αρκετών χωρών. Το ζητούμενο, όλων, μια θέση κάτω  από τον καυτό ήλιο της Μεσογείου, με ότι παραπέρα συνεπαγόταν αυτό! Ξεγνοιασιά,  καλοπέραση, απομάκρυνση από το παρελθόν, παράλληλα με την πορεία προς την όποια έμπνευση και στη συνέχεια καλλιτεχνική και συγγραφική δημιουργία, ένας βηματισμός που πιθανόν να περιέχει ακόμα και την αναπόδραστη, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, παρακμιακή διαδικασία, σωματικά και διανοητικά.

Η Γαλλική Ριβιέρα δεν είναι μόνο παραλίες, αλλά και πανέμορφες άλλες γωνιές,  όπως το χωριό των καλλιτεχνών, το Σαιν  Πωλ ντε Βανς.

Πηγαίνοντας αρκετά πίσω, διαπιστώνουμε πως ο Ιταλός Δάντης Αλιγκέρι  (1265-1321) πέρασε από την περιοχή αφού εξορίστηκε από τη Φλωρεντία, όπως και ο μεγάλος Άγγλος ποιητής γνωστός από το επικό του ποίημα ‘Απολεσθείς Παράδεισος’, Τζων Μίλτον (1608-1674), επισκέφτηκε και ετούτον τον εκθαμβωτικό περίγυρο,  στο δρόμο προς τη Γένοβα. Αλλά και στον προηγούμενο, τον εικοστό αιώνα, αρκετοί συγγραφείς,  και όχι μόνο, που έπασχαν από φυματίωση, και άλλες αναπνευστικές παθήσεις γενικώς,  συνέρρεαν  στην εν λόγω περιοχή για θεραπεία, βελτίωση ή την όποια ανάκαμψη της καταβεβλημένης και ταλαιπωρημένης τους σωματικής και ψυχικής υγείας.  Ο Σώμερσετ Μωμ (1874-1965) ο οποίος γνώριζε την Ριβιέρα καλύτερα, συγκριτικά με πολλούς άλλους, την αποκάλεσε απροκάλυπτα ‘ένα ηλιόλουστο μέρος για παρακμιακούς ανθρώπους’, για τους δικούς του λόγους, όπως θα δούμε παρακάτω.  Η προφανής επίδραση που άσκησε η συγκεκριμένη τοποθεσία, μπορεί να φανεί στο έργο πολλών συγγραφέων που έχουν απολαύσει εδώ  τον υγιή θαλάσσιο αέρα, όπως οι Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον (Robert Louis Balfour Stevenson, 1850 – 1894), ο Ρώσος θεατρικός συγγραφέας,    διηγηματογράφος και   γιατρός Άντον Πάβλοβιτς Τσέχωφ (1860 –1904), και ακόμα η Νεοζηλανδή συγγραφέας Κάθριν Μάνσφιλντ (Katherine Mansfield, 1888–1923), αναφέροντας ενδεικτικά μερικούς. Ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ (1899-1977), επίσης, συγκέντρωσε τις απαραίτητες εντυπώσεις και ιδέες για την δημοφιλή  ‘Λολίτα’ του  στο Μεντόν, κοντά στα γαλλο-ιταλικά σύνορα,  στα 1937.

Το  Σαιν-Τροπέ, διάσημο κάποτε, σήμερα βιώνει κάποιου είδους παρακμή και εγκατάλειψη λίγο έξω από το κεντρικό του  λιμάνι.

 

Ο δημοφιλής θεατρικός συγγραφέας και λογοτέχνης Γκράχαμ Γκρην (Graham Greene, 1904-1991) ο οποίος μετακόμισε στην Αντίμπ  το 1966, έγραψε μια αξιοθαύμαστη σειρά βιβλίων εκεί, αλλά ταυτόχρονα και ένα περίεργο από θεματικής σκοπιάς βιβλίο, το ‘J’Accuse: The Dark Side of Nice’ στο οποίο αναφέρεται στην  σκοτεινή πλευρά της Νίκαιας, καταγγέλλοντας έντονα την επίσημη διαφθορά που επικρατούσε στην συγκεκριμένη πόλη. Εκεί μέσα δήλωνε  ότι το οργανωμένο έγκλημα άνθιζε στη Νίκαια, με τα ανώτερα κυβερνητικά στελέχη να προστατεύουν και συγκαλύπτουν, με τον δικό τους τρόπο φυσικά, τη δικαστική και αστυνομική διαφθορά. Η κατηγορία αυτή αναγκαστικά προκάλεσε, ακολούθως, μια δίκη για την πολυποίκιλη  δυσφήμηση την οποία μπορεί μεν να έχασε αρχικά ο Γκράχαμ Γκρην, αλλά δικαιώθηκε μετά  το θάνατό του όταν, το 1994, ο πρώην δήμαρχος της Νίκαιας, Jacques Médecin (1928-1998), φυλακίστηκε για διαφθορά και συναφή εγκλήματα. Πάντως εδώ να τονίσουμε, πως λίγοι μόνο συγγραφείς προχώρησαν και τόνισαν ή υπαινίχτηκαν μέσα στα έργα τους τον   συνδυασμό της ελκυστικής   ακτινοβολίας, της υποψίας και της σκιάς της περιοχής της Κυανής Ακτής, μια περίεργη αίσθηση φωτός από τη μια μεριά, και σκοταδιού, διαφθοράς και τραγωδίας από την άλλη. Οι περισσότεροι επέμεναν, και συνεχίζουν να το κάνουν, με λυρικό τρόπο στη σπάνια ατμόσφαιρα της περιοχής, τις ηλιόλουστες ημέρες της εκτεταμένης παραλίας που τροφοδοτούν τη θέληση για ξέφρενα πάρτυ, αριστοκρατικές συναθροίσεις με ακριβά κοκτέιλ και βεβαίως τα άφθονα τυχερά παιχνίδια της νύχτας. Αυτή τουλάχιστον είναι η εντύπωση που μας έδωσε ο Αμερικανός συγγραφέας Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ (1896 –1940) ο οποίος αποτύπωσε  τις ημέρες δόξας αλλά και τις σκοτεινότερες νύχτες της εποχής τζαζ της δεκαετίας του 1920, στη Γαλλική Ριβιέρα, στο λυρικό και τραγικό μυθιστόρημά του του 1934, ‘Τρυφερή είναι η νύχτα’ (Tender Is the Night). Ήταν αναμφίβολα ένας από τους κύριους εκπροσώπους της αποκαλούμενης ‘Χαμένης γενιάς’ των Αμερικανών λογοτεχνών και θεωρείται γενικότερα ένας από τους μείζονες συγγραφείς του προηγούμενου   αιώνα. Η αφήγηση ακολουθεί ένα εκπατρισμένο αμερικανικό ζευγάρι, τον ψυχίατρο Ντικ Ντάιβερ  και την Νικόλ,  τη λαμπερή αλλά ταυτόχρονα και ασταθή ψυχολογικά σύζυγο και  ασθενή του, στην παραλιακή πόλη της Αντίμπ. Ο Ντικ Ντάιβερ γνώρισε  τη Νικόλ όσο εκείνη νοσηλευόταν στην κλινική  για μια κρίση παράνοιας, και αν αρχικά αντιστάθηκε στη γοητεία της, στη συνέχεια ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε την ελκυστική και πλούσια, παράλληλα, Νικόλ. Η γαλλική Ριβιέρα όμως ενείχε και τους υφέρποντες πειρασμούς της, γιατί λίγο καιρό αργότερα θα γνωρίσουν τη νεαρή ηθοποιό Ρόζμαρι, και τότε κάποια πράγματα θα αρχίσουν να αλλάζουν και μάλιστα δραματικά. Εκείνος δεν μπορεί να αποδράσει από το παρόν που βρισκόταν ανοιχτό μπροστά του, ενώ εκείνη αντίστοιχα από το πιτσιλισμένο παρελθόν που την βάραινε. Το βιβλίο παρακολουθεί την σταδιακή κατάπτωση των πρωταγωνιστών  που είναι τόσο ανεπαίσθητη, σχεδόν αόρατη στην αρχή, αλλά με σταθερή κατιούσα  πορεία. Ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ περιγράφοντας τους χαρακτήρες, αφήνει να ξεχειλίσει και φανεί όλη η προσωπική του ευαισθησία και ο πόνος. Οι κλίσεις της Νικόλ,  στο μυθιστόρημα, είναι στην πραγματικότητα η ευθεία αντανάκλαση και προβολή  της σχιζοφρένειας της συζύγου του, Ζέλντα, και ο   αλκοολισμός του ψυχίατρου Ντικ, είναι στηριγμένος στον γνωστό αλκοολισμό του ίδιου του  συγγραφέα, οι επιπλοκές του οποίου  τελικά τον οδήγησαν στο θάνατο και μάλιστα στη σχετικά μικρή ηλικία των σαράντα τεσσάρων, μόλις,  ετών.  Ένα γλυκό και πικρό συνάμα βιβλίο που έχει κι’ αυτό ως φόντο την εκμαυλιστική περιοχή της Γαλλικής Ριβιέρας.

Πολλοί επισκέπτονται σήμερα την όμορφη πόλη Αιξ-αν-Προβάνς και αρκετοί την θρυλική μπρασερί ‘Les Deux Garçons’, πάνω στην ελκυστική οδό Μιραμπό απολαμβάνοντας κι’ αυτοί με τη σειρά τους την πλούσια ιστορία της. Πωλ Σεζάν, Εμίλ Ζολά, Εντίθ Πιάφ, Αντρέ Μαλρώ, Ζαν Πωλ Σαρτρ, Αλαίν Ντελόν, Ζαν Κοκτώ, και αμέτρητοι άλλοι περνούσαν τακτικά από εδώ.

Ο Σκοτ Φιτζέραλντ παρακολουθεί το εξελισσόμενο τρίγωνο αγάπης για μια μακρυά περίοδο, ξεκινώντας από το 1925, με φόντο και σκηνικό λαμπερό και διεθνές. Μεγάλο, περήφανο και κοκκινωπό ξενοδοχείο δίπλα σε με μια εκθαμβωτική, ομολογουμένως, παραλία. Στο βάθος να βρίσκεται η  μακρυνή εικόνα των ταχέως αναπτυσσόμενων Καννών, οι Άλπεις προς τη μεριά της Ιταλίας, απέραντα γαλαζωπά νερά. Ο Φιτζέραλντ ξεκίνησε το μυθιστόρημά του  το 1925, όταν αυτός και η ταλαντούχος και ταλαιπωρημένη σύζυγός του, Ζέλντα, απολάμβαναν  τον ήλιο κατά μήκος της ακτής της Αντίμπ, εκεί όπου η  Sara και ο Gerald Murphy εγκαινίαζαν την καλοκαιρινή περίοδο της Ριβιέρα, μια περιοχή που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε  και ταυτοποιήσουμε ως ένα  μοντέρνο χειμερινό καταφύγιο για Ρώσους και ευρωπαίους αριστοκράτες για αρκετούς αιώνες. Το ζεύγος των Sara and Gerald Murphy, για την ιστορία,  άρχισε να επισκέπτεται τη Ριβιέρα τακτικά από το καλοκαίρι του 1923, σύμφωνα με το βιβλίο ‘Everybody Was So Young: Gerald and Sara Murphy: A Lost Generation Love Story’ της  Amanda Vaill, της οποίας το βιβλίο περιγράφει την ιστορία αγάπης και τις φιλίες τους με τους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες που βρίσκονταν στον κύκλο τους. Μια θαυμάσια αναγνώσιμη βιογραφία του ζευγαριού, σε τελική ανάλυση,  και οι σχέσεις τους με τον Πάμπλο Πικάσο, τον Σκοτ Φιτζέραλντ και τις άλλες εμβληματικές φιγούρες της εποχής, όπως γράφτηκε στο  The New York Times Book Review. Οι πλούσιοι Αμερικανοί με κατοικίες στο Παρίσι και στη Γαλλική Ριβιέρα,  Gerald και Sara Murphy, βρίσκονταν στο επίκεντρο της εκπατρισμένης πολιτιστικής και κοινωνικής ζωής κατά τη διάρκεια της σύγχρονης πολιτιστικής ζύμωσης της δεκαετίας του 1920. Ο Gerald Murphy, ήταν ένας πνευματώδης και  απόμακρος, ταυτόχρονα, χαρακτήρας που οργάνωνε  καταπληκτικές και μοναδικές συγκεντρώσεις, ενώ την ίδια στιγμή ήταν και αναγνωρισμένος ζωγράφος. Η Sara Murphy, πάλι, διέθετε μια αινιγματική γυναικεία ομορφιά που φορούσε τα μαργαριτάρια της στην παραλία, και η οποία  ενθουσίασε και ενέπνευσε  τον Πάμπλο Πικάσο, ο οποίος σημειωτέον την ζωγράφισε ντυμένη και γυμνή, κι’ ακόμα τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ και τον Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Βασισμένη σε πληθώρα οικογενειακών ημερολογίων, φωτογραφιών, επιστολών και άλλων εγγράφων, καθώς και σε αρχειακές έρευνες και συνεντεύξεις, σε δύο ηπείρους, αυτή η λαμπρή   βιογραφία καταγράφει τον κεντρικό ρόλο των Murphys στην ιστορία της ‘Χαμένης Γενιάς’ (Lost Generation). Συχνά θεωρούμενες ελάσσονες προσωπικότητες της ‘Lost Generation’, οι Murphys ήταν στην πραγματικότητα κάτι πολύ περισσότερο απ’ ότι οι θρυλικοί διοργανωτές πάρτυ. Η συναρπαστική βιογραφία της Vaill αποκαλύπτει το ρόλο τους στο ευρωπαϊκό avant-garde κίνημα της δεκαετίας του 1920. Αλλά η Vaill δείχνει επίσης πως η ιδιοφυΐα τους για τη φιλία και για τη μετατροπή της καθημερινής ζωής σε τέχνη, προσέλκυσε γύρω της τα πιο δημιουργικά και ανοιχτόμυαλα μυαλά της εποχής. Ο ιδιοκτήτης μάλιστα του Hôtel du Cap στην Αντίμπ, κρατούσε πάντα μια πτέρυγα του ξενοδοχείου ανοιχτή γι’ αυτούς. Οι Φιτζέραλντ, νοίκιασαν μια βίλα στο Valescure, το 1924, μας λέει η Amanda Vaill. Εδώ γύρω τριγυρνούσαν, προσθέτει η Vaill,  οι Φιτζέραλντ, ο Χέμινγουεϊ, ο Άρτσιμπαλντ Μακλέις, ο Τζων Ντος Πάσος, η Ντόροθυ Πάρκερ, ο θεατρικός συγγραφέας Τζωρτζ Κάουφμαν, ο Χάρπο Μαρξ, ο Ρούντολφ Βαλεντίνο, και μερικές φορές ο Πάμπλο Πικάσο και η σύζυγός του Όλγα. Όπως και οι Murphys, έτσι οι φανταστικοί Ντικ  και  Νικόλ Ντάιβερ, πείθουν έναν ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου να παραμείνει ανοιχτό μετά τον Απρίλιο, ώστε να δημιουργηθεί μια θαυμάσια μοντέρνα βίλα και να δρομολογηθεί με τον τρόπο αυτό ένα λαμπερό και φαινομενικά ατελείωτο διεθνές πάρτυ, κραιπάλη και ανεπίστρεπτη πορεία προς τον  κατήφορο. Ο αλκοολισμός του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, όμως, εμπόδισε το έργο του και συντόμευσε σε δραματικό βαθμό τη ζωή του. Οι δύο γιοι των Murphys πέθαναν νέοι. Ο Gerald Murphy εγκατέλειψε την πολλά υποσχόμενη καριέρα του στην τέχνη για να αναλάβει στο τέλος την οικογενειακή επιχείρηση. Αλλά η επικίνδυνη σαγηνευτική Ριβιέρα όπως απεικονίζεται στην εκθαμβωτική πεζογραφία του Φιτζέραλντ,  παρέμεινε χωρίς αμφιβολία ως ο ακρογωνιαίος λίθος της εποχής.

Μια ξεχωριστή γωνιά της μικρής  Κασί  (Cassis)

 

Το δημιουργούμενο συνοθύλευμα της υψηλής κοινωνίας, των νεόπλουτων,  των ευγενών και αδίστακτων προσωπικοτήτων, στις Κάννες, τη Νίκαια και το Μόντε Κάρλο στη δεκαετία του 1890, ήταν ένα κατάλληλο σκηνικό για την Edith Wharton ώστε να προχωρήσει στη συγγραφή του ‘The House of Mirth’(1905). Η Wharton δεν έγραψε ένα μυθιστόρημα για τη Γαλλική Ριβιέρα, αλλά  μετέφερε τους χαρακτήρες της Νέας Υόρκης στη Ριβιέρα. Εδώ μας αφηγείται  την ιστορία της Λίλι Μπαρτ, μιας φτωχής μεν γυναίκας που ανήκε, όμως, σε μια καλή οικογένεια  και την υψηλή κοινωνία της Νέας Υόρκης γύρω από τη στροφή του περασμένου αιώνα. Η Wharton δημιουργεί ένα πορτρέτο εκπληκτικής ομορφιάς που αν και ανατρέφεται και εκπαιδεύεται για να παντρευτεί και πορευτεί στη ζωή της καλά, τόσο από κοινωνικής όσο και από οικονομικής απόψεως, φτάνει στο 29ο έτος της, μια εποχή που η νεανική της φρεσκάδα φθάνει μάλλον  προς  το τέλος και οι προξενικές της διαδικασίες με το αντίθετο φύλο  γίνονται όλο και πιο περιορισμένες. Το μυθιστόρημα ‘House of Mirth’ της  Edith Wharton (1862 – 1937) ανιχνεύει και σκιαγραφεί την αργή κοινωνική κάθοδο δύο ετών της Λίλι, από την προνομιακή  θέση που βρισκόταν πριν, σε μια τραγικά μοναχική ύπαρξη στο περιθώριο της κοινωνίας. Σύμφωνα με τα λόγια ενός κριτικού, η Wharton χρησιμοποιεί τη Λίλι ως πρόσχημα για να επιτεθεί σε μια ανεύθυνη, αρπακτική, φιλοκερδή και ηθικά διεφθαρμένη ανώτερη κοινωνική τάξη. Η Λίλι Μπαρτ της Wharton εγκαταλείπει τη Νέα Υόρκη ταξιδεύοντας με  ένα σκάφος που ανήκει στους Ντόρσετ,  ένα ζευγάρι που το συνέδεε  ένας ξεφτισμένος και μισοτελειωμένος γάμος. Η Wharton περιγράφει την όψη της Λίλι στο κατάστρωμα, κάτω από ένα ασυννέφιαστο  ηλιακό φως να περιβάλλει τη θάλασσα και την ακτή σε ένα λουτρό καθαρότερης λάμψης και ακτινοβολίας: ‘… Τα πορφυρά νερά έριχναν μια αιχμηρή λευκή γραμμή αφρού στη βάση της ακτής. Ενάντια στις ακανόνιστες εκφάνσεις της, τα ξενοδοχεία και οι βίλες έλαμπαν από το γκριζωπό πράσινο της ελιάς και του ευκαλύπτου και το φόντο  των γυμνών και καλοσχεδιασμένων  βουνών τρεμούλιαζε  σε μια ελαφριά ένταση φωτός…’. Ήταν σίγουρα  μια ειδυλλιακή ατμόσφαιρα, αλλά η δολιότητα και η προδοσία παραμονεύουν, στο μυθιστόρημα, όπως η λάμψη ενός μαχαιριού στο σούρουπο (‘like the gleam of a knife in the dusk’, στο πρωτότυπο). Η Μπέρτα Ντόρσετ, η οποία έχει ξεκινήσει μια υπόθεση γνωριμίας με έναν νεαρό ποιητή, στρέφει τα    φώτα της προσοχής και της δημοσιότητας στη Λίλι, κατηγορώντας την, ψεύτικα φυσικά, ότι την απατά με τον σύζυγό της, Τζωρτζ. Ο πρώην φίλος της Λίλι, Λώρενς Σέλντεν, σπεύδει να την προειδοποιήσει να φύγει από το γιοτ και στην ουσία να εξαφανισθεί από τη μέση μιας συζυγικής μέγγενης, αλλά εκείνη τον αγνοεί. Η αποφασιστική αναμέτρηση μεταξύ της Λίλι και της Μπέρτα, έρχεται μετά από ένα περίτεχνο δείπνο σε ένα εστιατόριο του Μόντε Κάρλο, που οργανώθηκε από πλούσιους Αμερικανούς για μια δούκισσα της οποίας αναζητούσαν την σχετική  εύνοια. Μεταξύ των φιλοξενούμενων ανθρώπων στο δείπνο βρίσκεται και ένας αρθρογράφος της κοινωνικής στήλης  που είχε διασπείρει τα  κουτσομπολιά σχετικά με τη Λίλι και τον Τζωρτζ. Στο τέλος της βραδιάς, η Μπέρτα προστάζει την Λίλι να μην επιστρέψει στο γιοτ. Είναι, στην πραγματικότητα, η αρχή του τέλους για τη Λίλι, η οποία αρχίζει να καταστρέφεται στην κυριολεξία από το περιρρέον  σκάνδαλο που βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Η εμπειρία της συγγραφέως Edith Wharton στη νότια Γαλλία, αντίθετα,  είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο πως ήταν ήρεμη. Δεκατέσσερα χρόνια μετά τη δημοσίευση του ‘House of Mirth’, άρχισε να ξεχειμωνιάζει στην Υέρ  (Hyères), μια  μικρή κωμόπολη και  ένα λιγότερο ξέφρενο κομμάτι  της Ριβιέρας, συγκριτικά βέβαια με τ’ άλλα και γνωστότερα. Αγόρασε τη βίλα που ονόμασε Sainte-Claire du Château με σκοπό να την χρησιμοποιήσει ως  καλοκαιρινή κατοικία της, το 1927, και αφιέρωσε ομολογουμένως πολλά χρόνια στη δημιουργία του εξαιρετικού υποτροπικού κήπου της.

Από το ρωμαϊκό παρελθόν της Αρλ.

Ο Σώμερσετ Μωμ (Somerset Maugham, 1874-1965)  έζησε στη Villa La Mauresque στο ακρωτήριο Ferrat για τέσσερις δεκαετίες, αρχής γενομένης από το έτος 1927, αφού  ήταν κι’ αυτός μεταξύ των επτακοσίων καλεσμένων  στο γάμο της Γκρέις Κέλλυ, το 1956, με τον πρίγκιπα Ρενιέ στο Μονακό. Ο συγκεκριμένος βεβαίως συγγραφέας, όπως καλά γνωρίζουμε, έγραψε κατά κύριο λόγο για  άλλες τοποθεσίες, παρά για τη Γαλλική Ριβιέρα. Μια βασική εξαίρεση ήταν το μυθιστόρημα του 1944, ‘Στην κόψη του ξυραφιού’ (The Razor’s Edge), το οποίο αναδεικνύει την παρακμιακή γοητεία της Ριβιέρας και περιλαμβάνει ζωντανές σκηνές λίγο πριν και μετά την οικονομική συντριβή του χρηματιστηρίου, τον Οκτώβριο του 1929. Ο  Μωμ εστιάζεται, ως συνήθως, στην δρομολογούμενη ύφεση, την παρακμή και κατάπτωση  της υψηλής κοινωνίας. Ο αυτοβιογραφικός του αφηγητής, στο βιβλίο,  ακολουθεί έξι χαρακτήρες, μεταξύ των οποίων και τον Έλιοτ, έναν νεόπλουτο,  φιλόδοξο και κενόδοξο σνομπ, που εγκαθίσταται στην Αντίμπ και διασκεδάζει με έκδηλη μεγαλοπρέπεια. Οι ακτές της Μεσογείου ήταν γεμάτες με γαλαζοαίματους, γράφει ο Μωμ,  παρασυρμένους από το κλίμα ή εξόριστοι που δραπέτευσαν  από ένα παλιό σκάνδαλο του παρελθόντος ή από έναν αταίριαστο γάμο. Ο Μωμ  ακολουθεί τον Έλιοτ μέσα από τα χρόνια της ύφεσης και στην κατιούσα πορεία του μέχρις ότου ανακοινώσει ότι δεν θα ήθελε να θαφτεί στη Ριβιέρα ανάμεσα σε συνταξιούχους και Γάλλους της μεσαίας τάξης. Ένας άλλος χαρακτήρας του μυθιστορήματος, η Σόφι, είναι μια νεαρή γυναίκα αλκοολική και ελεύθερη που σύχναζε στην προκυμαία στη Νίκαια, μέσω της οποίας ο Μωμ περιγράφει  τους φημισμένους πειρασμούς της σάρκας και της συμπεριφοράς γενικότερα της συγκεκριμένης περιοχής.

Ένα τμήμα της Αβινιόν από ψηλά.

 

Η περιοχή της γαλλικής Ριβιέρας, και στις μέρες μας, συνεχίζει να είναι μοναδική σε πολλά πράγματα και γι’ αυτό άλλωστε φιλοξενεί αρκετά εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο και φυσικά απ’ όλα τα μέρη της υφηλίου. Παρέχει ακόμα ένα γραφικό φόντο και σκηνικό για το γνωστό ετήσιο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών. Για κάποιους η λέξη και μόνο ‘Ριβιέρα’, παραπέμπει και φέρνει στο νου τον  μαγικό και καταδικασμένο, ταυτόχρονα,  κόσμο που περιέγραψε ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Και πιθανότατα χάρη σε αυτόν, πολλοί επίσης λογοτέχνες επισκέπτονται την καταγάλανη ακτή με τις λαμπερές και εκθαμβωτικές  μέρες της, τις υπέροχες και γλυκιές νύχτες της, και πάντοτε την αίσθηση του πειρασμού που βρίσκεται διάσπαρτη στο απαλό αεράκι που υπερίπταται της περιοχής σε σώματα και αισθήσεις, ιδέες, σκέψεις  και πράξεις.

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here