Απόδοση: Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Η Μίννι Πρατ,  διαβάζοντας ποιήματά της.

 

Δικαιοσύνη, έλα

Ένας τρομερός ήχος αναμένει, εγκλωβισμένος στον πάγο,
στα βάθη του πάγου, στα βλαστάρια του χιονιού

στα κλαριά του έλατου, στη βαριά σιωπή

του χιονιού, που λάμπει στον ήλιο, λαμπρή
σα σμήνος από σκνίπες, τίποτα παρά πετάγματα

φτερών το μεσημέρι. Με τον ήλιο έρχεται θόρυβος.
Γλώσσες πάγου ελευθερώνονται, πέφτουν, θρυμματίζονται,
σκίζονται, μιλούν. Αν μπορούσα  να γράψω τα λόγια.

 

Απλό, σα να γυρίζεις  σελίδα, να λες Γράψε
τι συνέβη, αλλά αυτό σημαίνει  επιστροφή
στο κρύο μέρος όπου τιμωρήθηκα.

Μονάχη στον σκληρό κύκλο όπου είμαι κατεψυγμένη

ο αδειανός χώρος, τα παιδιά, η μάνα, ο πατέρας φευγάτος,
ο εραστής έφυγε μακρυά. Υπάρχει ακόμα θλίψη

και περιμένει, βλοσυρή, μουδιασμένη, κρατώντας συντροφιά με

το θυμό. Μπορώ να μυρίσω το θυμό μου όπως το θειάφι
πάνω στα σπίρτα. Ήθελα αυτό που είχε συμβεί

να ’ναι ένας τοίχος  να καεί, ένα παράθυρο  να σπάσει.

Στη γροθιά μου τα κομμάτια θα έλαμπαν και θα έπεφταν.
Όλα θα μπορούσαν ν’ αλλάξουν. Δεν θα είμαι μόνη.

Αντ’ αυτού, έχω πει την ιστορία μου ξανά και ξανά
σε πάρτι, στην παρυφή των συναντήσεων, η ζωή μου
γραπωμένη στη γροθιά μου, τα μάτια μου εύθραυστα σα γυαλί.

Ντροπιασμένη, οι άνθρωποι γύρισαν τα πρόσωπά τους μακρυά
απ’ τη γυναίκα που κομπάζει, ζητώντας: Δικαιοσύνη,
τέντωσε το χέρι σου. Έλα  κάτω, λαμπερή,
απ’ όπου έκρυψες τον εαυτό σου πέρα μακρυά.

Ο ήχος ενός πιρουνιού

Μέσα απ’ το παραπέτασμα  του παράθυρου βλέπω  μια γωνία της γκρίζας οροφής
και τη σιωπή που απλώνεται στα κλαριά της καρυδιάς
καθώς ο ήλιος πέφτει. Περιμένω μια αγάπη. Είμαι μόνη

με μια μοναξιά που δονείται σαν το τζιτζίκι στο καυτό μεσημέρι,

που περιμένει σαν τα φύλλα της λοβωτής σασσαφράς λίγο πριν
τα σκούρα πράσινα γίνουν  κόκκινα, που περιμένει
όπως η μέλισσα στο στόμα της μωβ λοβηλίας.

 

Καθώς περιμένω, μπορώ ν’ ακούσω τον τυχαίο χτύπο ενός πιρουνιού
σ’ ένα πιάτο. Η γυναίκα στη διπλανή  πόρτα παίρνει το δείπνο
μονάχη. Είναι ίσως εξήντα και για πολλά χρόνια
τρώει μόνη  τις ντομάτες, το καλαμπόκι
και τις μπάμιες που μεγαλώνουν στον κήπο στην πίσω αυλή της.

Ο μικρός μεταλλικός ήχος της επιμένει, σχεδόν ήσυχος
όπως η ήρεμη σιωπή, επιμένει σαν το σταθερό
τυχαίο κλικ απ’ το κοκκινοπούλι που σπάζει  ακόμα λίγους
σπόρους πριν ο ήλιος χαμηλώσει πολύ.
Δεν βιάζεται, δεν χρονοτριβεί.

 

Οι καινούργιοι γείτονές της πιστεύουν πως είναι μόνη.

Αλλά ξέρω πόση επάρκεια μπορεί να έχει.

Ξέρω τι μπορεί να συγκεντρωθεί από χρόνο σε χρόνο,

να συγκεντρωθεί απ’ ότι  είναι κοντά στο χέρι, όπως εγώ

καρποί αφροξυλιάς που γέρνουν  σε υγρούς θάμνους δίπλα στο δρόμο,

συγκεντρωμένα και διατηρημένα, βάζα και βάζα που λάμπουν

σε σειρές κόκκινου κρασιού, φτιαγμένων μερικές φορές με βοήθεια,
ενός φίλου ή ενός  εραστή, αλλά που καταναλώθηκαν πολύ καιρό μετά,
πολύ καιρό αφού φύγουν εκείνοι κι’ εγώ κάθομαι
μόνη στο τραπέζι της κουζίνας.

Κι’ όταν καθίσω στην τελευταία ζέστη της Κυριακής, τ’ απογεύματα

στα σκαλοπάτια της βεράντας με την ξινή αναπνοή των πυξαριών,
Ξέρω πάλι την απόγνωση. Η εβδομάδα τελειώνει, η ερχόμενη νύχτα
δεν θα είναι καλύτερη. Είμαι ξεθεωμένη από κάθε μέρα.

Η οικογένειά μου, τα παιδιά μου ζουν σ’ άλλες πολιτείες,

οι γυναίκες που αγαπώ σε άλλες πόλεις. Θα ήθελα να είμαι εδώ

παρά μ’ αυτούς όπως παλιά, αλλά όταν όλα φύγουν
το ηλιοβασίλεμα είναι η κόκκινη αντανάκλαση κάτω απ’ τα σύννεφα,

όταν σηκώνομαι κι’ έρχομαι να φτιάξω το δείπνο,
στη σκοτεινή κουζίνα είμαι συχνά μόνη γι’ αυτούς.

 

 

Το πρωί και το βράδυ είμαστε μόνες,
η γυναίκα της δίπλα  πόρτας κι’ εγώ. Ακόμα, εξακολουθούμε.

Ανοίγω το συρτάρι  να βγάλω τα ασημικά.

Εκείνη πηγαίνει στον κήπο της  να βγάλει τ’ αγριόχορτα και να μαζέψει
το κολοκύθια που γίνονται κίτρινα στο τέλος του   καλοκαιριού.

Περπατάω στη λιμνούλα το πρωί  να κοιτάξω τριγύρω
και περιμένω για τον μπλε ερωδιό που έρχεται με το πρώτο φως
να ταΐσω τα ψαράκια  που κολυμπούν στη σκιά της στο νερό.

Μένει μέχρις ότου η μέρα μεγαλώσει και γίνει τόσο φωτεινή
που δεν μπορεί ν’ αντέξει και φεύγει με την πείνα της ανικανοποίητη.

Γέρνει τα φτερά της και αργά τα σηκώνει πετώντας,
γκρι και σκούρο μπλε σ’ έναν ξεθωριασμένο ουρανό.

Ξέρω πως θα επιστρέψει. Βλέπω το φως να φτιάχνει
μια σκουρόχρωμη καμπύλη γης στην μακρύτερη όχθη,

όπου τ’ άγριο ρύζι λυγίζει βαρύ και ώριμο
κάτω απ’ τα πρώτα κοτσύφια. Ξέρω πως
θα επιστρέψει. Βλέπω την ανοιχτή καμπύλη
στην πτώση και στην άνοδο των φτερών της.

 

 

Κόβοντας τα  μαλλιά

Δίνει προσοχή στα μαλλιά, όχι στα δάχτυλά της, και κόβεται
μία ή δύο φορές τη μέρα. Δεν το παρατηρεί πια, παρά μόνο αν το αίμα

αρχίζει να τρέχει. Λέει, με συγχωρείτε, στον πελάτη και φεύγει πιο πέρα
για να το επιδέσει. Το ίδιο σημείο στο μεσαίο δάχτυλο ξανά και ξανά,

ανασηκωμένο σαν κάλος. Επίσης, οι χαρακιές   απ’ τα ψαλιδίσματα   ανάμεσα

στα δάχτυλά της, η σκισμένη ούγια. Επίσης οι κιρσοί στα πόδια της τώρα,

τόσο άσχημοι, αν και κάθεται σε μια καρέκλα για το κάθε μισό   κόψιμο, τσουλώντας γύρω

από πλευρά σε πλευρά. Τη νύχτα το χειμώνα κοιμάται με λευκά

βαμβακερά γάντια, νεοσπορίνη στα κοψίματα,   βιταμίνη Ε, ύστερα βαριά

λοσιόν. Όλη τη νύχτα, για βδομάδες, τα λευκά της χέρια είναι ντυμένα σαν
εκείνα ενός νεαρού κοριτσιού που πηγαίνει στο πρώτο της πάρτι. Κοιμάται μόνη

ανοίγει και κλείνει τα μακρυά της  ψαλίδια και τα μαλλιά πέφτουν κάτω
στα χέρια της. Είναι ένα καλό εισόδημα,  σαν  εργολάβο τελετών,

οι άνθρωποι συνεχίζουν να ’ρχονται, και τα μαλλιά, στο μήκος των ώμων, γαλλικά

με κόμπους, πλεξούδες. Κάποιος πρέπει να τα κόψει. Στο τέλος τα βουρτσίζει και

ρίχνει ταλκ  στο λαιμό μου. Μόνο τότε μπορώ να λυγίσω και να δω τα μαλλιά

μου,  πώς καλύπτουν το πάτωμα, μπούκλες και απομεινάρια   καφέ και ασημένια,
πώς  λάμπει σαν ένα χωράφι από θερισμένα ξερόχορτα  κάτω απ’ τα πόδια μου.

 

Από  τη συλλογή, ‘The Dirt She Ate: New and Selected Poems’ (Pittsburgh: University of Pittsburgh Press, 2003)

 

Σημείωση: Μικρή αναφορά στο βιογραφικό σημείωμα και στο έργο της  Μίννι Πρατ  (1946- ), έγινε στις σελίδες της Press Publica,  στις 28 Μαρτίου 2019, με τίτλο, ‘Μίννι Πρατ  (1946- ), Μια γενναία λευκή ποιήτρια και πολιτική ακτιβίστρια’.

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here