Η τουρκική προκλητικότητα σοβαρός κίνδυνος για την ειρήνη στην περιοχή μας

Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΟΒΑΡΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΜΑΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΕΥΡΥΤΕΡΑ

 

Του

Ιωάννη Χ. Βούλγαρη, Ομότιμου Καθηγητή Νομικής  ΔΠΘ (ivoulga@law.duth.gr)

 

I. Η Τουρκία, ιδίως η Κυβέρνηση και οι πολιτικοί της, αλλά και οι ένοπλες δυνάμεις της, με την παρότρυνση των πρώτων, φέρονται σαν λαβωμένο θηρίο: φοβισμένοι μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα ορισμένων επίορκων αξιωματικών, που ίσως στηριζόταν κι από το εξωτερικό, θέλουν να δείξουν ότι δεν φοβούνται τίποτα και μπορούν να τα βάλουν με τους πάντες και για τα πάντα, και έτσι γίνονται επικίνδυνοι για τους πάντες και τα πάντα, ακόμη και για τους ίδιους τους εαυτούς τους, αφού όλες τους οι ενέργειες , στρατιωτικές και διπλωματικές έχουν ξεφύγει τελείως του επιβαλλόμενου μέτρου και της λογικής.

 

Πιο συγκεκριμένα, διατύπωσαν την κατηγορία, ότι το πραξικόπημα προέρχονταν από τον αυτοεξόριστο στις ΗΠΑ ιμάμη  Φετουλάχ Γκιουλέν, τον οποίο, κατά τα λεγόμενα τους, υποστηρίζουν οι ΗΠΑ και σύμμαχοί τους στο ΝΑΤΟ, θέλοντας να προωθήσουν την ίδρυση  Κουρδικού Κράτους, στη Συρία, το Ιράκ και το Ιράν, που θα συμπεριελάμβανε και εδάφη της ΝΑ Τουρκίας στα οποία κατοικούν επίσης Κούρδοι. Αυτό οδήγησε την Τουρκία του Ερντογαν να αποστασιοποιηθεί από το ΝΑΤΟ, προβαίνοντας σε παραγγελίες εξοπλιστικού υλικού στην Ρωσία, αλλά και εισβάλλοντας πρόσφατα στο Συριακό έδαφος για να εξοντώσει τους Κούρδους του Αφρίν κ.ά. περιοχών, οι οποίοι Κούρδοι, με την βοήθεια των Αμερικάνων κι’ άλλων, πολεμούν το Ισλαμικό Κράτος (ΙSIS), περιπλέκοντας έτσι ακόμη περισσότερο την επίλυση του Συριακού Προβλήματος, που  γίνεται πλέον επικίνδυνο για μια Παγκόσμια ανάφλεξη ακόμη πιο εκτεταμένη (ΙΙ).

 

Από τη άλλη πλευρά, τη Δυτική και των σχέσεών της  με την Ευρώπη, η Τουρκία διαπιστώνει ότι η προοπτική ένταξής της σ’ αυτήν  (ΕΕ) απομακρύνεται μάλλον οριστικά, ιδίως μετά το πραξικόπημα το οποίο οδήγησε στην αναστολή του κράτους δικαίου και όχι μόνο τη βελτίωσή του που απαιτούσαν οι Ευρωπαίοι από την Τουρκία για την ένταξη αυτή, αλλά και στην εξαιτίας αυτού του λόγου παροχή ασύλου από ευρωπαϊκά κράτη σε εμπλεκόμενους στο πραξικόπημα αυτό Τούρκους. Γι αυτό τον λόγο και ως συνέπεια την χειροτέρευση των σχέσεών της με πολλές χώρες της ΕΕ και θέλοντας να αντιδράσει σχετικά, στρέφεται και πάλι κατά των άμεσων γειτόνων της, της Ελλάδας και της Κύπρου, με πράξεις έκδηλου εκνευρισμού που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο, και δημιουργώντας έτσι  επικίνδυνη κατάσταση για την Ειρήνη στην Περιοχή και παγκοσμίως. Είναι χαρακτηριστικά της κατάστασης αυτής τόσο οι στρατιωτικές παρενοχλήσεις, με διάφορες σαθρές αιτιολογίες, της προόδου των ερευνών για εξόρυξη υδρογονανθράκων  στην Κυπριακή ΑΟΖ, όσο και κυρίως η ένταση, λεκτική, διπλωματική και στρατιωτική που προκαλούν τελευταία μαζί μας, ιδίως μετά την πρόσφατη επίσκεψη του Προέδρου κ. Ρ.- Τ. Ερντογάν  στην Ελλάδα, με αποκορύφωμα τον πρόσφατο (13/02/2018)  προκλητικό, επικίνδυνο και αναίτιο εμβολισμό Ελληνικής ακταιωρού από Τουρκική στο Αιγαίο, κοντά στα Ίμία  (ΙΙΙ).

 

Την παραπάνω επικίνδυνη στάση της Τουρκίας και στις δύο αυτές διαστάσεις της θα παρουσιάσουμε στη συνέχεια σε δύο διαφορετικά μέρη (ΙΙ & ΙΙΙ), πριν καταλήξουμε συμπερασματικά ( V ) στο τι πρέπει σχετικά να γίνει τόσο από την Ελλάδα και την Ευρώπη (ΕΕ), όσο και από άλλους διεθνείς θεσμούς και κυρίως τον ΟΗΕ.

 

ΙΙ.- Η  Στρατιωτική Εμπλοκή της Τουρκίας στον Πόλεμο που διεξάγεται στην Συρία περιπλέκει ακόμη περισσότερο τον Πόλεμο αυτό, μεταβάλλοντας τον σε καθαρή διεθνή σύρραξη που θέτει σε σοβαρό κίνδυνο τη Διεθνή Ειρήνη.

 

Ο Πόλεμος  αυτός ξεκίνησε  πριν περίπου 4-5 χρόνια, ως εγχώρια (εμφύλια) σύρραξη, δηλαδή μεταξύ ενόπλων ομάδων της Συριακής  Αντιπολίτευσης   και του Συριακού Στρατού της Κυβέρνησης Άσσαντ,  τους οποίους υποστήριζαν (εξοπλιστικά και συμβουλευτικά) αντίστοιχα οι ΗΠΑ και η Ρωσία. Στην σύρραξη αυτή  παρενέβαιναν  επίσης έμμεσα κι άλλα κράτη της περιοχής, αντίστοιχα το Ισραήλ και το Ιράν, αλλά επενέβησαν  και κατά όλων ένοπλες δυνάμεις του ISIS, βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος να επεκτείνουν, έστω και θεωρητικά, το χαλιφάτο τους και να πολεμήσουν τους αντιπάλους τους, κυρίως ΗΠΑ και Ρωσία, κάτι που έδωσε στους τελευταίους την ευκαιρία και αιτιολογία για πιο ακόμη άμεση και ιδίως πιο έντονη παρέμβαση, στη σύρραξη αυτή. Η Τουρκία στην φάση αυτή δεν είχε άμεση παρέμβαση, αν και ήταν με την πλευρά τόσο της συριακής αντιπολίτευσης, όσο και των ΗΠΑ που την υποστήριζαν. Χαρακτηριστικό της στάσης αυτής της Τουρκίας ήταν και η κατάρριψη, πριν περίπου 2 χρόνια, ρωσικού πολεμικού αεροσκάφους από την τουρκική αεράμυνα με την αιτιολογία ότι πετούσε και δραστηριοποιόταν  στον τουρκικό εναέριο χώρο, κάτι που οδήγησε στην όξυνση των σχέσεων Τουρκίας – Ρωσίας.  Η κατάσταση αυτή διάρκεσε  σχεδόν μέχρι και το Πραξικόπημα στην Τουρκία το Καλοκαίρι του 2016, το οποίο οι Τούρκοι Κυβερνόντες χρέωναν στις ΗΠΑ, μέσω του εξόριστου εκεί (ΗΠΑ) ιμάμη Φετουλάχ Γκιουλέν, με αποτέλεσμα, να αναθερμανθούν στη συνέχεια οι σχέσεις Τουρκίας και Ρωσίας και μάλιστα  να προβεί η Άγκυρα σε παραγγελία πολεμικού υλικού (πυραύλων) από την Ρωσία. Η σύσφιγξη των σχέσεων αυτών (ρωσοτουρκικών) ενδυναμώθηκε και, αντίθετα, οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις αποδυναμώθηκαν επικίνδυνα και μάλιστα χειροτέρευσαν ακόμη περισσότερο, μετά  και την πρόσφατη απόφαση της Αμερικανικής  Κυβέρνησης  Ντόναλντ Τράμπ, να αναγνωρίσει την Ιερουσαλήμ ως Πρωτεύουσα του Ισραήλ. Η Τουρκική Κυβέρνηση, παρουσιαζόμενη και πάλι ως η Κύρια Προστάτιδα Δύναμη των Παλαιστινίων κατά των απαιτήσεων του Ισραήλ και ισχυριζόμενη ότι η ΗΠΑ θέλουν να δημιουργήσουν σε βάρος της Κουρδικό  Κράτος, αποφάσισε να εισβάλει στο συριακό έδαφος στρατιωτικά, ώστε να εξουδετερώσει εύκολα και γρήγορα την απειλή αυτή, κάτι όμως που δεν επιβεβαίωσε τις σχετικές αισιόδοξες προβλέψεις της, αλλά περιέπλεξε ακόμη περισσότερο την κατάσταση στην Συρία, αφού έδωσε αφορμή σε άμεσες επεμβάσεις κι άλλων παραγόντων , του Ισραήλ και του Ιράν αντίστοιχα.

 

Πραγματικά, οι απώλειες των Τουρκικών Στρατιωτικών Δυνάμεων ήταν σημαντικές (30 νεκροί και περίπου 100 τραυματίες, ίσως και περισσότεροι Τούρκοι στρατιώτες), έναντι  σχεδόν πενιχρών κερδών, αφού το Αφρίν δεν έχει κατακτηθεί οριστικά και το υπερασπίζονται αποτελεσματικά οι Κούρδοι μαχητές. Αντίθετα, ο πόλεμος στην Συρία γίνεται πλέον εμφανώς διεθνής και παύει να είναι εσωτερική σύρραξη, με σοβαρό κίνδυνο για την Διεθνή Ειρήνη, κάτι που οδήγησε τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ να το επισημάνει και να προτείνει να ληφθούν  αποτελεσματικά διεθνή μέτρα για την προάσπισή της, τα οποία μάλλον είναι πολύ δύσκολο πλέον να ληφθούν γρήγορα και άμεσα, δεδομένης της σημερινής κατάστασης και κυρίως του πεπαλαιωμένου τρόπου λήψεως αποφάσεων στα πλαίσια του ΟΗΕ και του δικαιώματος αρνησικυρία (Veto) στο Συμβούλιο Ασφαλείας των δύο έμμεσα  αντιπαρατιθέμενων δυνάμεων  (ΗΠΑ & Ρωσία).

 

ΙΙΙ.- Σε επικίνδυνη επίσης για την Ειρήνη, ίσως και περισσότερο, εξελίσσεται πλέον η Τουρκική προκλητικότητα και στο δυτικό μέτωπο, απέναντι στην ΕΕ και ιδίως στην Πατρίδα μας και την Κύπρο.

 

 Οι συγκρούσεις με τις δύο τελευταίες  χώρες χρονολογούνται από πολύ παλιά και έφτασαν και σε εμπόλεμη κατάσταση, ιδίως με την στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας  και κατάληψη και κατοχή της Βόρειας Κύπρου το 1974, που παραμένει και μέχρι σήμερα, παρά τα διάφορα ψηφίσματα και αποφάσεις του ΟΗΕ και τις όποιες κατά καιρούς προσπάθειες για επίλυση του προβλήματος, τόσο από τον ΟΗΕ, όσο και από την ΕΚ/ΕΕ, της οποίας η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε πλήρες μέλος, η δε Τουρκία είναι ήδη από μακρού υποψήφια προς ένταξη σ’ αυτή ως μέλος. Μάλιστα, την υποψηφιότητα αυτή της Τουρκίας στήριζε η Ελλάδα, πιστεύοντας ότι η διαδικασία αυτή ένταξής της θα συνέβαλε σημαντικά, τόσο στην επίλυση του Κυπριακού, όσο και σε καλύτερες και ομαλότερες σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών, λόγω της μεταβολής της Τουρκίας, από αυταρχικό και στρατοκρατούμενο κράτος, σε κράτος δικαίου, δημοκρατίας και σεβασμού του διεθνούς δικαίου, κάτι που βοήθησε για ορισμένο χρόνο, ιδίως μετά το 1990 μέχρι και το 1996, όταν εκδηλώθηκε η κρίση των Ιμίων, που ξανάφερε τις δύο χώρες στο χείλος του πολέμου και πάλι. Αν και εξομαλύνθηκαν οι σχέσεις μας στη συνέχεια, ιδίως μετά το 2004 με διάφορες προσωπικές σχέσεις που ανέπτυξαν μέλη των Ελληνικών Κυβερνήσεων Κώστα Καραμανλή και Γιώργου Α. Παπανδρέου με αντίστοιχα μέλη των διαδοχικών Τουρκικών Κυβερνήσεων Ρ.-Τ. Ερντογάν, δεν εξέλειψαν  τελείως οι τουρκικές προκλήσεις στο Αιγαίο και ιδίως στην Κύπρο. Αυτό κράτησε μέχρι την εποχή που η Τουρκία του Ερντογάν διατηρούσε ακόμη το Κοινοβουλευτικό Καθεστώς και ο κ.Ερντογάν δεν είχε μεταπηδήσει στην Προεδρία της Δημοκρατίας έστω και μέσω του Τουρκικού Κοινοβουλίου και όχι με άμεση εκλογή από τον Τουρκικό Λαό, όπως έγινε αργότερα.

 

Η μετάθεσή  του κ. Ερντογάν  από τον Πρωθυπουργικό στον Προεδρικό θώκο, που συνέπεσε και με την εντυπωσιακή βελτίωση των οικονομικών της Τουρκίας, ή οποία είχε γίνει έτσι και μέλος της ομάδας των  20 πιο ισχυρών οικονομικώς χωρών του Κόσμου (G20) και ιδίως η έντονη υποστήριξή του από τις ΗΠΑ, που ήθελαν πάση θυσία να γίνει η Τουρκία σύντομα μέλος της ΕΚ/ΕΕ, οδήγησαν τον Ερντογάν να υπερτιμήσει τις δυνάμεις του όσο και εκείνες της Τουρκίας. Έτσι, φαντάστηκε μια επανίδρυση  της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που, με σύγχρονο ένδυμα, αλλά πάντοτε με βάση το Ισλάμ, το οποίο φαινόταν να έχει πλέον στεριώσει και πάλι απέναντι στους Κεμαλιστές (οι οποίοι το είχαν εξοβελίσει, τουλάχιστον πολιτικά) και θα μπορούσε έτσι να παίξει ηγετικό ρόλο στον μουσουλμανικό κόσμο,  ιδίως στη Μέση Ανατολή και απέναντι στη Δύση. Κάτι που αποτέλεσε την αιτία να διαταραχθούν οι σχέσεις του τόσο με τις ΗΠΑ, όσο και με την ΕΚ/ΕΕ, ή τουλάχιστον με τις κυριότερες από τις χώρες της (Γερμανία, Αυστρία, Ολλανδία, Γαλλία), που είχαν  μεγάλο αριθμό μεταναστών μουσουλμάνων και Τούρκων. Οι σχέσεις αυτές έφτασαν στα άκρα τελευταία, ιδίως μετά την ρητορική επέμβαση του Τούρκου Προέδρου και μελών της Κυβέρνησής του στους μετανάστες αυτούς για την διαμόρφωση πολιτικών αποτελεσμάτων, όχι μόνο στην Τουρκία, αλλά και στις χώρες αυτές, κάτι που θεωρήθηκε, ως παρέμβαση στην εσωτερική τους πολιτική και οδήγησε, όχι μόνο στην απαγόρευση εισόδου, σε χώρες μέλη της ΕΕ  (Ολλανδία, Γερμανία Αυστρία), μελών της Τουρκικής Κυβέρνησης που απέβλεπαν στον σκοπό αυτό, αλλά και άλλες φορές στην διακοπή, έστω και προσωρινή, των διπλωματικών σχέσεων με την Τουρκία (Ολλανδία). Ο ρόλος της Τουρκίας στη Συριακή Κρίση θεωρήθηκε επίσης από πολλά Ευρωπαϊκά κράτη όχι πολύ καθαρός και αντίθετος με τα συμφέροντα της  Ευρώπης: συγκεκριμένα, υπήρχαν υποψίες ή και ενδείξεις ότι Τούρκοι βοηθούσαν, έμμεσα και εκ του αφανούς το αυτοαποκαλούμενο Ισλαμικό Κράτος κι αυτό παρά το γεγονός, ότι η Τουρκία κι’ ιδίως  η Κωνσταντινούπολη είχε πληγεί από επιθέσεις «τζιχαδιστών». Ιδίως  κατηγόρησαν την Τουρκία ότι βρισκόταν πίσω από τις μεγάλες ροές προς την Ευρώπη, μέσω του Αιγαίου, προσφύγων αλλά κα μεταναστών, κάτι που οδήγησε στο να υπάρξει πιο ενδελεχής κοινοτικός ευρωπαϊκός έλεγχος (Frontex σε συνεργασία με το ΝΑΤΟ) των ροών αυτών, στην κατάρτιση Συμφωνίας ΕΕ – Τουρκίας για τον περιορισμό των ροών αυτών, αλλά και την επαναπροώθηση, μέσω Τουρκίας, όσων δεν δικαιούνταν άσυλο ως πρόσφυγες, με αντάλλαγμα για την Τουρκία οικονομική ενίσχυσή της, αλλά και συνέχιση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων μαζί της. Όμως και πάλι υπήρξαν διαφορές ως προς την εφαρμογή της Συμφωνίας κι από τις δύο πλευρές,  ιδίως επειδή η Τουρκία έβλεπε την ενταξιακή της προοπτική να απομακρύνεται πλέον σοβαρά μετά το Πραξικόπημα του 2016 και την υποστήριξη που ο Πρόεδρος Ερντογάν ισχυριζόταν, ότι έδωσαν οι Ευρωπαίοι, έστω και έμμεσα, στους πραξικοπηματίες, αρκετοί από τους οποίους βρήκαν άσυλο στις χώρες αυτές.

 

Αυτά όλα είχαν ως αποτέλεσμα να διαρραγούν επικίνδυνα οι σχέσεις ΕΕ – Τουρκίας, με την τελευταία θέλοντας να αντιδράσει και στο πεδίο αυτό, όχι μόνο φραστικά, όπως το έκανε μέχρι τότε με τις πιο ισχυρές χώρες της ΕΕ, αλλά και επιθετικά, όπως άρχισε να το κάνει και πάλι με την Πατρίδα μας και την Κύπρο: έτσι, ξεκινώντας με τις διαπραγματεύσεις που έγιναν 2017 στα πλαίσια του ΟΗΕ στην Ελβετία (Γκραν Μοντάνα) για την επίλυση του Κυπριακού, τις οποίες μπλόκαρε η Τουρκία, αρνούμενη να αποσύρει τα στρατεύματά της από την κατεχόμενη Β. Κύπρο, όπου θα παρέμεναν κατ’ αυτή και μετά την όποια συμφωνία, ως εγγύηση κατ’ αυτούς των Τουρκοκυπρίων. Επίσης, παρά το γεγονός ότι η επίσκεψη  του κ. Ερντογάν,  στην Ελλάδα στα τέλη του 2017, σκοπό είχε την εμπέδωση κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο χωρών, ο σκοπός αυτός υπονομεύτηκε, από τη Τουρκική αντιπροσωπεία με διάφορες άστοχες δηλώσεις τους, όπως για αναθεώρηση της Συνθήκης της Λοζάννης , την μουσουλμανική μειονότητα της Ελληνικής Θράκης κ.ά., αλλά και στην συνέχεια, με διάφορες μη φιλικές ενέργειες προς εμάς, όπως τα πρόσφατα επικίνδυνα γεγονότα στα Ίμια (δύο φορές) και την ΑΟΖ της Κύπρου (επανειλημμένα), καθώς και τις δημόσιες δηλώσεις του Τούρκου Πρωθυπουργού κ. Μπεναλί Γιλντιρίμ  κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Πρωθυπουργού των Σκοπίων κ. Ζόραν Ζάεβ στην Άγκυρα, ότι είναι παράνομη η απαίτησή μας να θέλουμε να επιβάλλουμε σ’ ένα άλλο  κράτος (πΓΔΜ/fYROM) μια ονομασία που δεν διάλεξε το ίδιο, παροτρύνοντάς τον να μην το δεχτεί, αφού η Τουρκία θα φροντίσει για την προσεχή είσοδό του κράτους αυτού (π.ΓΔΜ/fYROM)  στο ΝΑΤΟ !!!

 

VI.-  Όλα τα παραπάνω οδηγούν στο  Σ υ μ π έ ρ α σ μ α , ότι η Κυβέρνηση της Τουρκίας ενεργεί με βάση σχεδιασμένο πρόγραμμα, με το οποίο επιχειρεί να αντιμετωπίσει την διεθνή συγκυρία που έχει δημιουργηθεί γι’ αυτή και την Διακυβέρνησή της από τον Πρόεδρο Ερντογάν και τις φιλοδοξίες του. Αυτό το πρόγραμμα  στοχεύει σε δύο πλαίσια, ένα εσωτερικό (α) και ένα  εξωτερικό (β), τα οποία  αλληλοσυνδέονται μεταξύ τους (γ):

 

α) Το μεν εσωτερικό πλαίσιο αφορά την κοινή γνώμη και το Λαό της Τουρκίας, μετά την εξουδετέρωση της επιρροής που ασκούσαν σ’ αυτόν οι πολιτικοί διάδοχοι του Μουσταφά Κεμάλ  (Ατατούρκ) και οι στρατιωτικοί, οι οποίοι στήριξαν τους Κεμαλιστές μέχρι σήμερα, οι οποίοι, κατά τον Ερντογάν και τους ισλαμιστές του AKP, ακολουθούσαν πάντοτε ξένες οδηγίες . Είχε διαπιστώσει ο κ. Ερντογάν, ότι η πλειοψηφία του Τουρκικού Λαού  και ιδίως των αγροτικών περιοχών και της Ανατολής, τον στηρίζει στα σχέδια του για την ανασύσταση ενός νεοϊσλαμικού  τουρκικού κράτους με διεθνή προβολή, κάτι που φάνηκε σε αρκετές εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά και στην καταστολή του πραξικοπήματος και μετά. Πράγματι, ένα μεγάλο  μέρος αυτών των Τούρκων θεωρούσε ότι η πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η δημιουργία του Κεμαλικού Τουρκικού Κράτους οφείλεται σε ξένους  της  Δύσης, που επωφελήθηκαν απ’ αυτό. Έτσι, ο Ερντογάν θέλησε να το εκμεταλλευτεί,  δίνοντας τους ελπίδα ότι θα μπορέσει να ξαναδημιουργήσει αυτή την Αυτοκρατορία, δίνοντάς της την αίγλη που είχε παλιά. Χαρακτηριστική στο σημείο αυτό και η ίδια η φράση του Ερντογάν που απευθυνόμενος στην Δύση και ιδίως τους Αμερικάνους είπε (verbatim) «… δεν έχουν δοκιμάσει ακόμη  ο θ ω μ α ν ι κ ό   χαστούκι!».  Στην κατεύθυνση αυτή τον βοηθούν, έστω κι ακούσια από αντίδραση, οι Κεμαλιστές, οι οποίοι, βλέποντας να χάνουν την επιρροή τους στα πλήθη, υπερβάλουν σε εθνικιστικές κορώνες και διεκδικήσεις εκείνων που προβάλλει ο Ερντογαν και το κόμμα του, το AKP, κάτι που οδηγεί Ερντογάν και ΑΚΡ στο να υπερθεματίζουν ακόμη περισσότερο σε εθνικισμό και αδιαλλαξία.

 

β) Στο εξωτερικό και διεθνές πλαίσιο, έχοντας πλέον διαπιστώσει, ότι η αλλαγή του πολιτικού καθεστώτος της Τουρκίας από Κεμαλικό (λαϊκό), σε Ισλαμικό (θρησκευτικό), το απομακρύνει από την Δύση και το φέρνει πιο κοντά στην Ανατολή, όπου μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο, ο Ερντογάν και το κόμμα του (ΑΚΡ ) επαναπροσδιορίζουν τις διεθνείς σχέσεις της Τουρκίας: έτσι, έστω κι αν χρειαστεί να συγκρουστεί με μερικούς από τους πρώην συμμάχους της, η Τουρκία του Ερντογάν, δεν διστάζει να το κάνει προκειμένου να προσελκύσει νέους ενδεχόμενους συμμάχους από την Ανατολή, αλλά και να ικανοποιήσει τον μεγαλοϊδεατισμό των οπαδών του. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιεί δοκιμασμένες από το παρελθόν αιτιολογίες, βάζοντας στο στόχαστρο στα ανατολικά μεν τους Κούρδους, στα δε δυτικά την Ελλάδα!

 

γ) Η συμπεριφορά αυτή του Προέδρου Ερντογάν είναι πάρα πολύ επικίνδυνη, όχι μόνο για την περιοχή μας, αλλά και διεθνώς, αφού λόγω της διεθνούς συγκυρίας κινδυνεύει να  οδηγήσει σε Παγκόσμια Κρίση με απρόβλεπτες συνέπειες. Η πλέον κατάλληλη να οδηγήσει τα πράγματα σε μία θεσμική επίλυση της Κρίσης είναι η ΕΕ, συνεργαζόμενη στενά διπλωματικά με ΗΠΑ και Ρωσία, προσπαθώντας να προωθήσει σύντομα διαδικασίες, μέσω του ΟΗΕ, επίλυσης του Συριακού προβλήματος, αλλά και του Παλαιστινιακού στην  συνέχεια.  Αυτό απαιτεί βέβαια, από την ΕΕ να προχωρήσει ακόμη περισσότερο στην θεσμική ολοκλήρωσή της, προωθώντας πλήρως την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Άμυνας (ΚΕΠΠΑ), με την οποία θα συμμετέχει αποτελεσματικότερα στο ΝΑΤΟ ως ενιαία δύναμη και θα μπορεί έτσι να διαδραματίζει αποφασιστικότερο ρόλο, απ’ ότι τα όποια μεμονωμένα κράτη της μέχρι σήμερα.

 

Από την Ελληνική πλευρά, θα πρέπει μάλλον να συμπεριφερθεί το πολιτικό μας σύστημα με κάποια περισσότερη σοβαρότητα  και ενότητα στην αντιμετώπιση των διεθνών προβλημάτων που μας απασχολούν και ιδίως απέναντι στους εξ Ανατολών  γείτονές μας. Θα πρέπει να δείξουμε στους φίλους μας (ΕΕ & ΗΠΑ κυρίως) και στους λιγότερο φίλους μας (Τουρκία κ.ά), ότι το πολιτικό μέτωπο στον χώρο αυτό είναι ενιαίο και αρραγές και δεν μπορούν να ποντάρουν σε πολιτική αστάθεια στην Ελλάδα.

 

Έτσι, με την βοήθεια των συμμάχων και φίλων μας, θα πρέπει η Τουρκία να καταλάβει ότι η επιθετικότητα και οι προκλήσεις δεν είναι ο μόνος και ιδίως ο καλύτερος τρόπος προβολής δικαιωμάτων που η ίδια ισχυρίζεται ότι έχει και επίλυσης των διαφορών που ανακύπτουν σχετικά με άλλα κράτη, αλλά υπάρχουν και διπλωματικοί  και ιδίως θεσμικοί τρόποι (π.χ. Διεθνές Δικαστήριο ΟΗΕ στην Χάγη) ρύθμισής τους, που τους αρνείται πεισματικά, δείχνοντας έτσι ‘ότι δεν είναι κράτος δικαίου, ούτε στο εσωτερικό, ούτε διεθνώς, αλλά πλήρως αυταρχικό κράτος, αφού αρνείται να αναγνωρίσει με «ετσιθελισμό» τόσο τα δικαιώματα πολιτών της και ξένων στο έδαφός της, όσο και εκείνα γειτονικών της  κρατών!

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here