Tης Ελένης Σαραντίτη

Σύμφωνα με τον Claud Charles Fauriel (1772-1844)*  το τραγούδι αυτό μιλά για τον ερχομό ενός νέου από αποστολή πολέμου. Κουρασμένος, στενοχωρημένος και ξάγρυπνος, ξάπλωσε ευθύς στο κρεβάτι κι έπεσε σε ύπνο βαθύ και ούτε άκουγε, ούτε και ενέδιδε στα παρακαλετά και στα γλυκά καλέσματα της αγαπημένης του που είχαν ως εξής:

Τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια, τώρα οι πέρδικες

τώρα οι πέρδικες γλυκολαλούν και λένε:

-Ξύπνα, αφέντη μου, ξύπνα καλέ μου αφέντη, ξύπνα αγκάλιασε.

Ξύπνα, αγκάλιασε κορμί κυπαρισσένιο, άσπρονε λαιμό.

Κι άσπρονε λαιμό, βυζάκι σαν λεμόνι, σαν κρούσταλλο νερό.

Σαν κρούσταλλο νερό, σαν τη δροσιά του Μάη- Ας με Λυγερή.

-Ας με Λυγερή, λίγον ύπνο να πάρω, γιατί ο αφέντης μου·

γιατί ο αφέντης μου στη βίγλα μ’ είχε πάλε.

Γνωρίζω όμως ότι στη μικρή μας πόλη, στη Νεάπολη Λακωνίας, μα και σε άλλες περιοχές του τόπου μας, το τραγούδι αυτό, ένα από τα πάμπολλα πολύτιμα διαμάντια του ελληνικού λαού, σήμαινε το ζευγάρωμα των νεονύμφων εφόσον, κι επάνω στην καλύτερη ώρα του γαμήλιου γλεντιού, και μόλις έπιαναν όργανα και τραγουδιστές τον σκοπό του, το ευτυχισμένο ζευγάρι, μες στις ευχές, μες στις χαρές, τα γέλια και τα καλοπροαίρετα πειράγματα των συνδαιτυμόνων, πιασμένο από το χέρι, αποχωρούσε. Η νύφη με το κεφάλι χαμηλωμένο, ρόδινη κάτω από το άπλετο φως, ο γαμπρός με βήματα σταθερά, κατακτητικά, έγερνε επάνω της περήφανος και δυνατός. Δεν μιλούσαν. Βιάζονταν. Ο παράδεισος δεν μπορούσε να περιμένει…

Δεν θα ήμουν ούτε δέκα χρονών στο γάμο του νονού μου, ενός στιβαρού, λεβέντη άντρα που είχε ζήσει στην Αμερική. Πιλότος. Στην Πολεμική Αεροπορία. Αρχές Σεπτεμβρίου στην μοσχοβολημένη φιλόξενη αυλή της γειτόνισσας Τζέτζου, είχαν στρωθεί τα τραπέζια σε σχήμα Πι. Πάνω τους και του πουλιού το γάλα. Και οίνος ο ευφραντικός από τα αμπέλια του νονού ο οποίος κοίταζε γλυκά και με μελένιο, ελαφρώς βασιλεμένο μάτι την όμορφη Αθηναία γυναίκα του, με ευφραμένη «την καρδίαν» και αυτός. Όταν, μες στη ζάλη και την παραφορά του γλεντιού, κι ενώ λαλούσαν τα όργανα, λαλούσε και η κόρη του βιολιτζή, Φρειδερίκη το όνομά της, Αηδόνα θα της ταίριαζε καλύτερα με την φωνή που είχε, όταν λοιπόν η καλλικέλαδη κοπέλα πήρε τις πρώτες λέξεις από το γνωστό τραγούδι, και με τις πρώτες δοξαριές του πατέρα της, μην το είδατε τον νονό μου. Μες στις ευωδιές του κήπου και τις βουνήσιες νυχτωμένες κραυγές που έφθαναν μέχρις εμάς απόμακρες και ανατριχιαστικές, με τους ομοτράπεζους στα μεγάλα κέφια, άρπαξε με βιάση την όμορφη και συνεσταλμένη Σοφία, την νεόνυμφη, και χάθηκαν στο σκοτάδι της διπλανής αυλόπορτας σκιασμένης εντελώς από την ακμαία ακόμη κρεβατίνα· και τότε, και δίχως προσυνεννόηση, όλοι, φίλοι και συγγενείς, άνδρες και γυναίκες, νέοι και παιδιά, τραγούδησαν εν χωρώ το παλαιότατο και πολυαγαπημένο νυφιάτικο:

«Απάνω στη, μαύρα μου μάτια

          Απάνω στην τριανταφυλλιά

          Απάνω στην τριανταφυλλιά

          Χτίζει η πέρδικα φωλιά

          Χτίζει η πέρδικα φωλιά και μπαινοβγαίνουν τα πουλιά

Και σειέται –μαύρα μου μάτια- και σειέται η τριανταφυλλιά

Μέσα στης νύφης την ποδιά.

Και μπαινοβγαίνουν χελιδόνια

Και τα γλυκόλαλα τ’ αηδόνια…»

Τα τριαντάφυλλα, εννοείται, ότι έπεφταν στην ποδιά της νύφης για την πλούσια καρποφορία της…

Βεβαίως σε άλλες περιοχές της πατρίδας μας που έτυχε- παλαιότερα- να παρευρεθώ σε παρόμοιο ευτυχές γεγονός, τα τραγούδια που συνόδευαν το ζευγάρι όταν αποχωρούσε από το γλέντι, ήταν διαφορετικά, εξίσου ωραία, ποιητικά, μεγάλου κάλλους τραγούδια, να,  όπως αυτό, στη Φθιώτιδα ήμουν, θυμάμαι:

«Σ’ όσους γάμους κι αν επήγα

          τόσηνε χαρά δεν είδα,

          ναν’ η νύφη μας παγόνι

          κι ο γαμπρός μας χελιδόνι.

          Παν’ στης νύφης το κεφάλι

          κάθονται τρία πουλάκια

          το ‘να τρώγει τα’ άλλο πίνει,

          τ’ άλλο κελαηδεί και λέγει:

          Ναν’ η νύφη μας τρυγόνα

          κι ο γαμπρός χρυσό γεράκι

          και τα δυο τα συμπεθέρια

          περιβόλι με τα δέντρα!»

Είναι μες στον γεμάτο συναίσθημα και καλαισθησία ψυχισμό του λαού μας η αγάπη και ο σεβασμός του στα πουλιά. Τα τραγούδησε. Τα συντρόφεψε. Συνομίλησε μαζί τους. Τα έκανε αγγελιαφόρους στέλνοντας μέσω αυτών αγγέλματα χαράς ή θλίψης. Μαντάτα οικογενειακά. Ακόμη και πατριωτικά. Φόρτωσε τους καημούς του σ’ αυτά. Αλλά και τις χαρές του. Τις φουρτούνες του και τα παράπονά του. Τους έρωτές του. Ιδού ένα κόσμημα παμπάλαιο, αστραφτερό από την Ανατολική Θράκη :

«Μαύρο μου χελιδόνι από την

          αραπιά

          άσπρο μου περιστέρι από τον

          τόπο μου

          εσείς ψηλά πετάτε για

χαμηλώσετε

κι ανοίξτε τα φτερά σας και τα

φτερούδια σας

να στείλω ένα γράμμα και μια

ψιλή γραφή

στη μάνα μ’ και στ’ αδέρφια και

στην αγάπη μου».

Και ορίστε ένα λαμπρό δημιούργημα του λαού της Μακεδονίας (Επανομή Θεσσαλονίκης):

Αγαπώ, γλυκά μου μαύρα μάτια,

          αγαπώ ‘να χελιδόνι και η μάνα του, καλέ, μαλώνει.

          Του μαλώ-, γλυκά μου μαύρα μάτια,

          του μαλώνει και του βρίζει,

          την καρδούλα του, καλέ, ραγίζει.

          Πάνε τώρα πέντε χρόνους

          που ‘χω βάσανα και πόνους…»

Αυτό, με τη φωνή της Φιλιώς Πυργάκι και το κλαρίνο του Κώστα Αριστόπουλου, γίνεται στάμπα κόκκινη σαν την παπαρούνα την φωτισμένη από τον ήλιο του μεσημεριού.

Πέρυσι στο σπίτι μας ήλθαν ανήμερα το Πάσχα κάνοντας τη μεγάλη γιορτή ακόμη ωραιότερη· πιο χαρούμενη. Πιο αστραφτερή. Πηγαινοέρχονταν σαν ζαλισμένα, σαν μεθυσμένα από το φως, την ευδία, τις φιλικές κουβέντες, πετούσαν ανάμεσά μας σαν να μας είχαν επιθυμήσει. Ή σαν να αντιλαμβάνονταν με την οξύτατη αίσθησή τους, και να συμμετείχαν κι εκείνα ολόχαρα στο μέγα γεγονός της Ανάστασης. Ας γυρίσουν πια, μονολογούσα ανυπόμονη, πώς και καθυστερούν, δεν βλέπουν τον καιρό; Είναι διότι μου λείπουν τα χαρούμενα και αισιόδοξα τιτιβίσματά τους, τα γοργά, κομψά, περάσματά τους, ή, τέλος, φαίνεται, πως τα συνήθισα και τα αγάπησα τρία χρόνια τώρα που μας επισκέπτονται. Πλέον οικογενειακώς. Εδώ γεννήθηκαν τα μικράκια τους, εδώ έκαναν τα πρώτα δειλά πετάγματα, ρωμαλέα και ελεύθερα αργότερα, μια ιδέα θριαμβευτικά, έφευγαν και ξαναγύριζαν σπαθίζοντας τον αέρα, πλησίαζαν τα παιδιά της γειτονιάς που τα καμάρωναν και τα προστάτευαν από γάτες και κίσσες, εδώ και μας αποχαιρέτησαν αρχές Νοεμβρίου στριφογυρίζοντας και πλανάροντας ατέλειωτα κοντά μας, μια δυο τρεις φορές, πολλές φορές, έως ότου ανυψώθηκαν…

*********

Αυτό το μικρό αποδημητικό πουλί, που πετά γρήγορα και επιδέξια και που ο ερχομός του προαναγγέλλει την άνοιξη, πόσο αγαπήθηκε από τον άνθρωπο!!! Απ’ αιώνος. Δεν πιστεύω να υπήρξε ποτέ πουλί δημοφιλέστερο και γνωστότερο. Και ούτε, θαρρώ, τραγουδήθηκε άλλο τόσο πολύ και με τέτοια γλυκόλογα, τόσο θωπευτικούς στίχους. Ταυτισμένο με καλοκαιρίες και φως, με της φύσης τα χαρμόσυνα γιορτάσια και την αναγέννησή της, θεωρείται, ιδιαιτέρως από τους κατοίκους της υπαίθρου, μολονότι περαστικό, ως άτομο δικό τους, μέλος της οικογένειας, καλότυχο και καλοκάγαθο. Πηγή έμπνευσης πολλών καλλιτεχνών, αγαπήθηκε και από τον Αθήναιο (200 μ. Χ.) ο οποίος έγραψε γι αυτό εξαίρετους στίχους· ανάμεσα τους το πασίγνωστο που ακουγόταν και από τα παιδιά της Ρόδου:

                              Ήλθεν, ήλθεν χελιδών

                              καλάς ώρας άγουσα

                              καλούς ενιαυτούς.

Είναι δε εντυπωσιακή η ομοιότητα των στίχων αυτών με εκείνους που τα παιδιά της Ανατολικής Θράκης, στη γιορτή Χελιδονίσματα, έθιμο παλαιότατο, έψελναν την 1η Μαρτίου, πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι, βαστώντας ξύλινα αρθρωτά ομοιώματα χελιδονιών και κάνιστρα για τα φιλοδωρήματα, ενίοτε στεφανωμένα με στεφάνια από αγριολούλουδα, χελιδονιστές καλούμενοι στα περισσότερα χωριά και πόλεις:

                              Ήλθεν, ήρθεν χελιδόνα,

                              ήλθε κι άλλη μελιδόνα

                              φέρε και μια κουλουρίτσα…

Έσειαν δε τα κουδουνάκια τους όσοι είχαν.

Βεβαίως μικροί- μεγάλοι, λιγότερο ή περισσότερο, γνωρίζουν αυτά τα δρώμενα ως λαϊκά παραδοσιακά θεάματα· ιερά θα τα χαρακτήριζα: η φύση, τα παιδιά, η αναβλάστηση.

Πλην είναι μέρες που σκέπτομαι πως για την θεραπεία της νοσταλγίας και τη χαρά της μνήμης, για την τέρψη του παρόντος, να αναθυμηθούμε και να ανακαλέσουμε εκείνη την ιδιαίτερη και γεμάτη σεβασμό σχέση ανθρώπου και πουλιών, μέσα από δημοτικά τραγούδια ανεκτίμητης αξίας και απαράμιλλου κάλλους.

Πού να ‘σαι χελιδόνι μου πουλί μου αγαπημένο

μην έχασες το δρόμο σου κι εγώ σε περιμένω

                    …

Καλύτερα να μάθαινα πως πέσαν τα φτερά σου

παρά πως κάθισες αλλού να φτιάξεις τη φωλιά σου…

Το τραγουδά θερμά και γλυκύτατα ο αγαπητός Άγγελος Ψαρράς ενώ στο υπέροχο κλαρίνο είναι ο Γιώργος Καραϊσκος (Qmusica). Σε άλλη εκτέλεση κλαριντζής είναι ο Πάνος Κοράκης. Υπέροχος!!!

Σε ωραίο, μαύρα μου μάτια,

σε ωραίο περιβόλι

σε ωραίο περιβόλι

αγαπώ ένα χελιδόνι…

Ανάμεσα στους ερμηνευτές του τραγουδιού -πασίγνωστου στην κοινωνία της ελληνικής επαρχίας- είναι και ο δημοφιλέστατος Γιώργος Μπέκιος.

Το γνωστό, μάλλον θρυλικό «Τα χελιδόνια τση Βλαχιάς» δεν ανήκει βέβαια σε αυτά του καημού και της αγάπης. Θρηνεί «Το κούρσος της Αντριανούπολης»:

Τα χελιδόνια τση Βλαχιάς και τα πουλιά της Δύσης

κλαίσιν αργά, κλαίσιν ταχιά, κλαίσιν το μεσημέρι,

κλαίσιν την Αντριανούπολη, τη βαριοκουρσεμένη,

οπού την εκουρσεύανε τσι τρεις γιορτές του χρόνου.

Τω Χριστουγέννω για κερί, και τω Βαγιώ για βάγια

και την ημέρα της Λαμπρής για το Χριστός Ανέστη.

Συγκλονιστική, βεβαίως, εμπειρία η ερμηνεία του από τη Δόμνα Σαμίου. Μα ακούστηκαν και από άλλους, ίσως λιγότερο γνωστούς, πάντως αγαπημένους καλλιτέχνες του λαού μας.

Ωστόσο και σε ευτυχισμένες και εύφορες στιγμές του ανθρώπου, όπως είναι λ.χ. τα νανουρίσματα, τα παινέματα, οι ευχές, τα ταξίματα, τα καλοπιάσματα που απευθύνει η μάνα ή η γιαγιά προς το βρέφος την ώρα την ευλογημένη που το λικνίζει και  του τραγουδά, τα χελιδόνια έχουν τον δικό τους ιδιαίτερο και χαρωπό ρόλο:

«Κοιμάται το μικράκι μου, κοιμούνται τα πουλάκια

τα άγρια και τα ήμερα και τα χιλιδονάκια…»

Και ακόμη:

«Νάνι του ρήγα το παιδί, του βασιλιά τ’ αγγόνι

και τση κερά βασίλισσας το πετροχελιδόνι

                             *

Νάνι του ρήγα το παιδί. Του βασιλιά τ’ αγγόνι

που ‘ρτε απ’ την Ανατολή το πετροχελιδόνι

που ‘κατσε και κελάηδησε στης κόρης μας τη ζώνη…»

Και δυο στίχοι θωπευτικοί, γλυκύτατοι, για την ώρα που το βρέφος πρέπει να ξυπνήσει:

«Ξύπνησε χαϊδεμένο μου, μαγιάτικό μου αηδόνι

Ξύπνα πετροχελίδονο, του βασιλιά παγόνι…»

Σύμφωνα με την λαϊκή παράδοση η χελιδόνα, σε χρόνους μακρινούς, ήταν μια πανέμορφη κόρη, σε όλους αγαπητή. Πλην, τυφλωμένος από το ερωτικό του πάθος ένας νέος, γείτονάς της, την απήγαγε πράγμα οδυνηρό για την Χελιδόνα διότι δεν τον αγαπούσε καθόλου· μάλλον την απωθούσε. Για να λυτρωθεί από αυτόν, λοιπόν, προσποιήθηκε ότι ξάφνου βουβάθηκε. Τον πλησίαζε ή τον κοίταζε βωβή επί τρία ολόκληρα χρόνια ώσπου στο τέλος την πίστεψε, την βαρέθηκε και την εγκατέλειψε για κάποιαν άλλη. Επάνω στην τελετή του γάμου, όμως, η νέα νύφη κοιτά την Χελιδόνα που ήταν παρούσα και της μίλησε προσβλητικά· την ειρωνεύτηκε μάλιστα εμπρός σε όλους τους καλεσμένους κάτι που έκανε έξω φρενών την όμορφη κόρη η οποία, με φωνή καθαρή και ηχηρή, της αποκρίθηκε τα πρέποντα ενώ έξαλλος ο γαμπρός για την κοροϊδία και την ταπείνωση τριών χρόνων, όρμησε καταπάνω στην παλιά του αγάπη αρπάζοντάς την από τις κοτσίδες. Τότε τρομάζοντας και πονώντας φρικτά η Χελιδόνα, γυρνά τα μάτια προς τα ουράνια. Και αυτό ήταν! Η νέα γυναίκα αναχώρησε ορμώντας από το ορθάνοιχτο παράθυρο μεταμορφωμένη σε πουλί. Στα χέρια του γαμπρού απέμειναν οι δυο από τις τέσσερις πλεξούδες της. Οι άλλες δυο έγιναν η ψαλιδωτή ουρά του αγαπημένου, ζωηρού και ταξιδιάρικου πουλιού.

Στην ελληνική μυθολογία διαβάζουμε, όμως, ότι η Χελιδόνα (Χελιδών) ήταν η όμορφη θυγατέρα του μεγαλοκτηματία από την Έφεσο, Πανδάρεω. Σύμφωνα με το έργο του μυθογράφου Αντωνίνου Λιβεράλις (2ος αι. μ. Χ., διάσημος κατά την εποχή της δυναστείας των Ρωμαίων αυτοκρατόρων Αντωνίνων), Μεταμορφώσεων Συναγωγή, αδελφή της ήταν η γλυκύφωνη Αηδών. Έπειτα όμως από τραγικές οικογενειακές καταστάσεις και περιπέτειες ο Δίας τους λύτρωσε μεταμορφώνοντας όλη την οικογένεια σε πτηνά. Φυσικά υπάρχουν και πάμπολλοι άλλοι μύθοι όπως και λαϊκά παραμύθια και τραγούδια όπου είναι καταφανείς όσο και συγκινητικοί οι δεσμοί των ανθρώπων με τα πουλιά αυτά. Kαι εδώ ας μην παραλείψουμε να πούμε ότι η οικογενειακή ζωή του λαοφιλούς αυτού πουλιού είναι υποδειγματική· τόσο, που κατά την επώαση των 16 ημερών της χελιδόνας, ο σύντροφός της κάθεται στο πλάι της και της κελαηδά για να την γλυκαίνει και να την διασκεδάζει αλλά και για να δηλώνει με την παρουσία του την ασφάλειά της. Μόνον για λίγες στιγμές εγκαταλείπει την φωλιά, και αυτό, για τον επιούσιο. Εάν συμβεί να φτερουγίσει εκεί κοντά η μέλλουσα μανούλα, έστω και για λίγο, κάθεται εκείνος στα αυγουλάκια, ήσυχα, και με το κοφτερό του μάτι κοιτά για ορατούς ή αοράτους κινδύνους. Και υπάρχουν αρκετοί, όπως οι κίσσες, η κουκουβάγια, τα γεράκια, ο αετομάχος, κ.ά. Συνηθίζουν, όμως, τα χελιδόνια όταν βλέπουν κανένα από αυτά, να ειδοποιούνται μεταξύ τους με οξείες φωνές, ενώ συγχρόνως μαζεύονται πολλά μαζί, και με προσπάθειες πολλές και επίμονες, απομακρύνουν τον εισβολέα.

Το χελιδόνι επιστρέφει στον ίδιο τόπο από όπου αποδήμησε. Στην ίδια φωλιά, εφόσον αυτή υπάρχει. Αρκετοί έδεσαν κατά καιρός στο λαιμάκι ή στο πόδι του κλωστή και διαπίστωσαν πως την επόμενη άνοιξη, σαν έφτασε στη φωλιά του είχε ακόμη την κλωστή. Ο Φυσικός Βυφών αναφέρει πως κάποιος τσαγκάρης στη Βασιλεία της Ελβετίας, κράτησε στα χέρια χελιδόνι από την φωλιά που βρισκόταν στον εξώστη του, και του πέρασε απαλά στο λαιμό κορδέλα όπου έγραφε:

Ωραίο χελιδόνι, πού και πώς

            το χειμώνα σου περνάς;

Την επόμενη άνοιξη, με τον γυρισμό του, το χελιδόνι, είχε στο λαιμό του άλλη κορδέλα:

Παρά Αντωνίω εις Αθήνας.

          Τι σε μέλλει και ρωτάς;

Print Friendly, PDF & Email

13 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Καλά χελιδονίσματα! Δεν ξέρω εάν είναι δόκιμη μια τέτοια ευχή αλλά αρθρώθηκε από μόνη της με το κείμενό σου, Ελένη αγαπημένη. Θα τα προσμένω ανυπόμονα τούτη την Άνοιξη τα χελιδόνια μετά τις πλούσιες συστάσεις σου. Σ’ ευχαριστώ!

  2. Από τέτοιες χελιδονίστριες, τέτοια ευχή! Τι τρυφερότητα στο μαύρο άσπρο! Και τι υλικό Ελένη μου. Και μνήμες ωραίες. Καλό πολύ καλό μήνα, με το καλό θα ‘ρθει και η άνοιξη με τόσο τραγούδισμα που της έκανες!

  3. Kαι στις δικές μου τις μικρές πατρίδες, Ελένη μου, στα Δωδεκάνησα , με το «τώρα τα πουλιά΄…» συνόδευαν το νιόπαντρο ζευγάρι στο σπίτι του για την πρώτη κοινή τους νύχτα, στην πραγματικότητα ξημέρωμα ήταν. Είχε προηγηθεί το ολονύκτιο γλέντι του γάμου. Ευχαριστούμε γι` αυτό το τόσο όμορφο κείμενο που διαβάζοντάς το νιώσαμε να μας κυκλώνει από παντού η ζωή με τη δύναμη και τις χάρες της! Καλή άνοιξη με τα πουλιά, με τα τραγούδια με όλα τα αγαπημένα!

  4. Ελένη, κυρά των πουλιών, πόσο ενδιαφέρον λαογραφικό υλικό στο εξαίσιο άρθρο σου! Το αντέγραψα για το αρχείο μου. Εκτύπωσα και τα νανουρίσματα για να τα έχω πρόχειρα.
    Καλή άνοιξη, με γραψίματα μελωδικά και πλήθος πουλιών να κελαηδούν στο μπαλκόνι σου!

  5. Αγαπημένες μου όλες, φίλες μου διαλεχτές, σας ευχαριστώ. Να αγαπάς τα πλάσματα που στεριώνουν, ξαστερώνουν και ομορφαίνουν την ζωή σου, τι ευλογία! Δεν έχω λόγους να περιγράψω την σχέση της ψυχής μου με αυτά. Και δεν έχω λόγους να σας ευχαριστήσω και εσάς που τόσο με καταλαβαίνετε αλλά και τόσο καταλαβαίνετε και τόσο και τόσα αισθάνεστε.
    Ο Μάρτης, ο άγγελος της καλοκαιρίας και της θαλπερής γης, ας είναι ευνοϊκός και ευλογημένος, ειρηνικός προπαντός, για όλο τον κόσμο.
    Καλό μήνα, με το καλό να δεχτούμε τους αγγέλους της καλοκαιρίας- της γης και της καρδιάς.
    Σας ευχαριστώ

  6. Πόσα όμορφα πράγματα μάθαμε πάλι,πώς γλυκαίνει η καρδιά μας διαβάζοντας όλα αυτά για τα χελιδόνια -το πόσο τραγουδισμένα είναι- και για τα δημοτικά τραγούδια που ανέκαθεν ο λαός μας χρησιμοποιεί για να εκφράσει τις χαρές του .Σας ευχαριστούμε ,καλή μου θεία, που μας τα θυμίσατε!!

  7. Ευχαριστώ, Ματίνα γλυκιά μου. Αν και εσύ που γεννήθηκες και μεγάλωσες στην αγκαλιά της πανέμορφης φύσης της Λακωνίας θα έχεις δώσει και θα έχεις πάρει χαρές από αυτήν. Από δέντρα και ερπετά. Από πουλιά και ζώα. Από ανοιξιάτικες μοσκοβολιές και από την θεία ευωδιά της θάλασσας το καλοκαίρι. Και άλλα… δώρα της φύσης στον άνθρωπο. Τυχεροί όσοι τα λαμβάνουν αυτά. Μια ζωή θα τον θωπεύουν.
    Καλό Μάρτη, Ματίνα μου αγαπημένη.

  8. Πάντα μας ταξιδεύετε
    μας μεταλαμπαδεύετε γνώση
    και της ψυχής και του νου
    καλό μήνα και να είστε καλά!

  9. Θησαυροί ανεκτίμητοι τέτοιες δημοσιεύσεις! Και τι δεν ακουμπάνε; Λαογραφία, φύση, τα τωρινά σαν κρίκους στην αλυσίδα του χρόνου, γνώση, διδαχή… και πάει λέγοντας. Ευχαριστούμε! Καλή Άνοιξη!

  10. Ευχαριστώ πολύ Αργυρώ για το σχόλιό σου. Όπως όμως βλέπεις ο καθένας από εμάς προσπαθεί να κρατήσει γερά τα ωραία και τα ανθρώπινα. Και ο καθένας μας τοποθετεί με στοργή στην καρδιά του τα ωραία, τα πολύτιμα, τα τιμαλφή της ζωής, εκείνα που δεν κραυγάζουν αλλά φωτίζουν και θερμαίνουν. Ανάμεσα σε αυτά και ο σεβασμός. Και η φιλία. Καληνύχτα και αύριο με το καλό…

  11. Τα κελαηδίσματά σου Ελένη, καλούν ν’ ανανεώσουμε την αγάπη που σώζει, χαρίζει ελπίδες και γαλήνη. Ασύγκριτα είναι τα λόγια και οι εικόνες σου, πηδούν από της χαραυγής την άχνα σ’ όλη τη γη.
    Βλέπουμε ράμφη να τραγουδούν τον έρωτα, μέσα σε κλίμα γιορτινό του γάμου. Αισιοδοξία ξεπηδά από το ποιητικό σου κείμενο.
    Να είσαι πάντα καλά.

  12. Αγαπητή κυρία Παναγιωτοπούλου, ευχαριστώ πολύ για το σχόλιό σας. Μου είναι γνωστή η ευαισθησία σας από τα βιβλία σας γι’ αυτό με χαρά διάβασα τα όμορφα τα λόγια σας. Με την ευκαιρία, μου άρεσε εξαιρετικά το καινούργιο σας έργο «Η Γκρέτα και τι κίτρινο λουλούδι». Εύχομαι να βρει δρόμο ανοιχτό ώστε να μπει στις καρδιές πολλών αναγνωστών.
    Σας εύχομαι καλό μήνα και γλυκούς κελαηδισμούς να ακούτε. Εδώ, στη γειτονιά, ο κοκκινολαίμης και ο κότσυφας με έχουν ξετρελάνει. Ο πρώτος με τη γλύκα του και ο δεύτερος με το εύρος και την ευφροσύνη της φωνής του. Να είσαστε πάντα καλά.

  13. Αθηνά μου, τι ωραίο το σχόλιό σου! Με πόσα στολίδια λάμπρυνες τα ούτως ή άλλως αστραφτερά χελιδόνια. Τα αγαπημένα. Σκέφτηκα και τα χελιδόνια στο σπίτι σου, στην μακρινή δεύτερη πατρίδα σου, την Αργεντινή, όπως με αγάπη και νοσταλγία τα περιγράφεις στο όμορφο και συγκινητικό βιβλίο σου για παιδιά και εφήβους «Η Λουκία με τις δυο πατρίδες». Θυμήθηκα πώς σου απάλυναν τον ξενιτεμό… Δεν θυμάμαι όμως το μουσικό και χαρωπό όνομά τους στη γλώσσα των Αργεντίνων. Γογονδόλες, ίσως;
    Καλό μήνα, Αθηνά μου, καλή άνοιξη και ευχαριστώ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here