Να και φέτος πυρκαϊές.

Δίπλα μας πάλι.

Η στάχτη πάλι στα μπαλκόνια.

Δεν έχω ερμηνείες φέτος εξόν τετριμμένες που φτύνουν αίμα να πάρουν μπρός, όπως βήχας στο τέλος ασθματικής κρίσης ή στην αρχή του πνιγμού.

Νοητά όμως κάνω ξανά την ερώτηση προς όλους, έστω 100 -για τη νεύρωση της στατιστικής: αν ας πούμε τσίμπαγες ένα οικόπεδο φιλετάκι εδώ στα καμένα σε πολύ χαμηλή τιμή, χωρίς κίνδυνο και εγγυημένο για χτίσιμο× τι, θα ‘λεγες όχι; Προοπτική ερώτηση και τι θα βγάλει η φανταστική δημοσκόπηση μην ψάχνεις εσύ –είναι περίπου 100%, μπορεί και παραπάνω, όπως η κάλυψη των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας. Δυστυχώς είμαι σίγουρος, γιατί την έχω κάνει σε μένα δεκάδες φορές, κλείνοντάς μου το μάτι σ’ εκείνον τον σκουριασμένο καθρέφτη στην τουαλέτα.

Γι’ αυτό και Έλληνα -ρωμιέ μάλλον- δε σε θέλω πια, όπως δε θέλω από καιρό τα άντερά μου. Γι’ αυτό είμαι ξένος μέσα στο σπίτι μου, παντού ξένος και άπατρις και σώμα κακοσκουληκιασμένο.

Στον μεσημεριανό ύπνο, τεντωνόμουν απεγνωσμένα να πατήσω το φρένο ενός αυτοκίνητου καινούργιου. Έπρεπε ν’ αποφύγω μια νταλίκα βουλιαγμένη στη λάσπη, αλλά το πεντάλ ήταν πολύ μακριά για το μικρό μου ανάστημα. Και ερμηνείες φροϋδικές μην περιμένεις× ακούω έξω τα ελικοφόρα αεροπλάνα με τον γνώριμο παχύ ήχο, τα ελικόπτερα και ο κόκκινος από τον καπνό των πεύκων ήλιος. Μέσα μου, μέσα μας πολλών η ανήσυχη ευδία του μεσημεριού. Πονάω αλλά βολεύομαι στην αδυναμία. Το βράδυ η στάχτη όπως έντομα νυχτερινά στο φως του προβολέα, στο πιάτο μου μυγάκια και κλωστές σε χρώματα πυρπολημένα και νεκρά.

Σε στρώματα στάχτης ημέτερης ή αλλότριας –πώς άραγε διαχωρίζονται τα DNA μετά την απανθράκωση;- εγκιβωτισμένοι.

Ένας γεράκος βιοπαλεύει επίμονα έξω από την κοσμική πλαζ με τα γυαλιστερά σώματα στις ξαπλώστρες. Πουλάει μισοτιμής τα σταχτωμένα σύκα του να φύγει άρον-άρον. Τρίβει τα χέρια μόλις φύγει και το τελευταίο τελάρο, «πάει κι αυτή η μέρα, βγήκε το μεροκάματο», κάποια στόματα τον περιμένουν σπίτι ή θα γυρίσουν κι αυτά μετά την περιπλάνηση στη δηλητηριασμένη πόλη.

Το άλλο βράδυ η Αλέκα έξω και ο Προκόπης μέσα από τα δόντια θα μιλήσουν για οργανωμένο σχέδιο, κι εγώ έχω ξανά μια ερμηνεία αλλά δε μου φτάνει. Παρατηρώ ως Νέρων –μάλλον ως χριστιανός των πρώτων μ.Χ. αιώνων- από μακριά –κυριολεκτικά και μεταφορικά- τις πολύμορφες κραυγές και οσμίζομαι την ουσία της φωτιάς, το πτητικό ρετσίνι. Ακούω τις ανακατεμένες φωνές στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση που ανοίγω μόνο σε τέτοιες στιγμές. Κραυγές, μάνικες, σειρήνες, ελικόπτερα, όλα μαζί σε πολλαπλά παράθυρα ή εναλλασσόμενα ανά δέκατο δευτερολέπτου (κάπου είχα διαβάσει ότι η ταχεία εναλλαγή εικόνων, όπως γίνεται στις διαφημίσεις, τις περνάει απ’ ευθείας στο υποσυνείδητο, και όλα αυτά τι άλλο από τρομοκρατική διαφήμιση είναι;). Να, τώρα φαίνεται στην οθόνη ένας πευκώνας που περιμένει καρτερικά τη φωτιά που ψηλώνει στο βάθος× στη μέση της οθόνης μια πανέμορφη βίλα× η κάμερα τραβιέται πίσω για να πάρει περισσότερο τοπίο, περισσότερο τρόμο και οδύνη. Εμάς τους γιατρούς των απεγνωσμένων μας λένε θανατολάγνους. Ετούτοι δω τι είναι;

Τώρα είναι μια τοιχογραφία εποχής: σε πρώτο πλάνο κραυγές αλλοφροσύνης, κατάρες, εν θερμώ νουθεσίες προς τους κυβερνώντες× έναν τόνο ψηλότερα μου φαίνεται οι φωνές ιδιοκτητών κατοικιών μέσα στο δάσος. Πίσω τους οι βίλες, αμέτρητες κρεατόμυγες μέσα στο δάσος, παραπίσω η φωτιά, ο πανύψηλος καθαρτήρας που πλησιάζει τρίζοντας και πηδώντας και παραμερίζοντας. Η Φύση Κραταιά σε όλες τις εκδοχές της: άνεμος, νερό, ζωή, φωτιά και ξανά από την αρχή, όταν εμείς, τα παιδιά μας, τα εγγόνια μας, όσοι σήμερα αναπνέοντες, θα είμαστε λάσπη και όλα θα υπάρχουν αδιάκοπα από την αρχή.

Φαντάζομαι  λίγες μέρες μετά ή καιρό πριν από κάποια προηγούμενη μεγάλη φωτιά να μαζεύονται βράδυ στο συμβολαιογραφείο-κόμβο× ο κτηματίας με τίτλους από χοτζέτια, ο ηγούμενος και ο υφηγούμενος από την κοντινή Μονή, ο μεγαλοεργολάβος με τις υψηλές διασυνδέσεις, ο εκπρόσωπος του Συνεταιρισμού Υπαλλήλων Υπουργείου Στρεψοζωίας (ΣΥΥΣ)× γύρω τους πλανάται το Πνεύμα του νεοέλληνα εκφρασμένο από τον αυθεντικό ερμηνευτή του με το κωδικό λογότυπο «αν χτίζονταν δε θα καίγονταν» -πολλές φορές έχω παραδεχτεί πως ο εν λόγω είχε δίκιο γιατί κάτι ήξερε… Μαζεύονται γύρω από τον χάρτη, σκύβουν και τραβάνε γραμμές, πρόχειρα στην αρχή, ύστερα τοπογραφικά υπολογισμένες για άψογα ατομικά-οικογενειακά αρχιτεκτονήματα. Μαντεύω όμως και τους «ανύποπτους» μετόχους του ΣΥΥΣ και από κοντά τους αγοραστές των «φιλέτων» λίγο καιρό μετά: περιμένουν να πέσει η νύχτα για να πάρουν στο χέρι το αλυσοπρίονο, να χυθούν καταπάνω στο ανυπεράσπιστο πεύκο που αναιδώς παρεμποδίζει την ανέγερση× γιατί προστατευόμενο και ο δασικός υπάλληλος έχει ωράριο 8.00-3.00.

 

Τώρα είναι στο επίκεντρο της φωτιάς, της επόμενης φωτιάς που μπήκε για άλλους λόγους ή για τους ίδιους ακριβώς αλλά ξέφυγε από τον έλεγχο εξαιτίας ή χάρις στους ανέμους. Ουρλιάζουν και επαιτούν ή απαιτούν βοήθεια από την πολιτεία, τους συνανθρώπους, τους εθελοντές, καταριούνται. Μέσα τους ξέρουν, όπως ξέρουμε όλοι, όπως ξέρουν κι αυτοί που δεν ουρλιάζουν αλλά βουρκώνουν με βουβή απόγνωση× φτωχοί αγρότες που ζήσαν από τη γη, κτηνοτρόφοι που ζήσαν από τα ζωντανά και κάποτε άναψαν κι αυτοί μικρότερες φωτιές για ν’ αυξήσουν τα βοσκοτόπια τους, άνθρωποι πολλοί χωρίς την πολυτέλεια της μετάνοιας και της διάσωσης.

Τέλος, εγώ× ο φρίττων βλέποντας την καταστροφή, έμαθα πρόσφατα για το σπίτι μου:  κατασκευάστηκε το 1952 βάσει σχεδίου προτύπου οικισμού του 1925, σε περιοχή που ήταν δασική, κόβοντας πεύκα από το ίδιο δάσος που κάηκε διαδοχικά πέντε φορές μεταπολεμικά. Για να μην έχει μείνει σήμερα άλλο τίποτα παρά χαμηλή βλάστηση και οι δασικοί δρόμοι, όλα μέχρι την κορυφογραμμή του Υμηττού διεκδικούμενα από τις οικογένειες μεγαλοκτηματιών που τα έχουν, λένε, από προπάππου προς πάππον×έχει πάντως και κάτι σημαντικό μείνει, όταν κοιτάζω το βουνό από το σπίτι μου: δύο μεγαλοπρεπείς γαλανόλευκοι σταυροί στο σχήμα της πρώτης ελληνικής σημαίας, ζωγραφισμένοι στα βράχια με ανεξίτηλα χρώματα, όπως της ρωμέικης ψυχής η πατίνα.

Να σκάψω πιο κάτω;

Είμαστε όλοι συνένοχοι. Και αν όχι επειδή οι καθεύδοντες εργάται και σύνεργοι των εν τω κόσμω γινομένων, τουλάχιστον γιατί κουβαλώντας μέσα μας το στίγμα του συλλογικού συνειδητού, της συλλογικής ευθύνης× δε μπορεί μόνο οι Γερμανοί να κουβαλούν το στίγμα του ναζισμού, έτσι δεν είναι;

Λυπημένη χαιρεκακία. Αυτοκτονική μεν, κακία δε.

Ίσως σε όλα τούτα τα αντικρουόμενα και ασαφή συναισθήματα που με κατακλύζουν αυτήν την ώρα εμπεριέχεται και φθόνος. Όμορφες περιουσίες όμορφα καίγονται ή κάπως έτσι δεν έγραφαν στους τοίχους κάποιοι απεγνωσμένοι ή κάποιοι «βαλτοί»;

Πόσες φορές έκαψαν το δικό μας δάσος; Ακόμα θυμάμαι τη νύχτα με τα «καντηλάκια» στον Υμηττό.

Γιατί όλοι αυτοί οι κάτοικοι των προνομιούχων προαστίων σιώπησαν όταν ο δρόμος διέσχισε και διέλυσε τον ιστό της πόλης μου;

Η Αθηνά το μεσημέρι μιλά για οπτική επαφή τη νύχτα με τη φωτιά σε πενήντα χιλιόμετρα κι εγώ σκέφτομαι τις φρυκτωρίες των μυκηναίων και των μινωιτών. Οι φίλοι το βράδυ, στην ερώτησή μου «πόσα σπίτια κάηκαν», απαντούν «κάποια παραπήγματα»και η κακία μου μένει μόνο λυπημένη.

 

Η επερχόμενη κάθαρση, μέσα κι εμείς όλοι χωρίς αναπνοή, βυθισμένοι στη μακαριότητα των περιχάρακτων εγώ× με τις αναπνοές να λιγοστεύουν σε εύρος και τις μικρές επιδημίες να ανεβοκατεβαίνουν από το βυθό του γεωλογικού χρόνου× ά!..και την εκστρατεία κατά του καπνίσματος σε πλήρη εξέλιξη.

* Μια απόπειρα στρεψοδικίας τώρα που η αναζήτηση ενόχων για την τραγωδία στο Μάτι…

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here