Το ξεχασμένο ολοκαύτωμα των γατιών και των σκύλων

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Το 2017, η βρεττανίδα ιστορικός Χίλντα Κιν (Hilda Kean, 1949- ), έφερε στη δημοσιότητα το βιβλίο της «Η μεγάλη σφαγή των γατιών και των σκύλων: Η πραγματική ιστορία της άγνωστης τραγωδίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου» (The Great Cat and Dog Massacre: the Real Story of World War II’s Unknown Tragedy). Ενώ οι  τραγωδίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου είναι αρκούντως γνωστές και  αναρίθμητες, τουλάχιστον μια απ’ αυτές έχει ξεχαστεί.  Εκείνη του  Σεπτεμβρίου του 1939, όταν πάνω από τετρακόσιες χιλιάδες γάτες και σκύλοι θανατώθηκαν στη Μεγάλη Βρεττανία. Ας πάρουμε καλύτερα τα πράγματα από την αρχή. Όταν ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος βρισκόταν προ των πυλών με τους απειλούμενους βομβαρδισμούς των βρεττανικών πόλων, η κυβέρνηση της χώρας  ένα από τα πρώτα που έπρεπε να φέρει εις πέρας από πλευράς διοικητικής μέριμνας ήταν να εξασφαλίσει την όσο το δυνατόν επαρκέστερη εξασφάλιση τροφίμων για τον πληθυσμό της. Όμως παρά τα διαμορφούμενα σχέδια χορήγησης τροφής με δελτία πολλοί ήταν εκείνοι που πίστευαν ότι οι πολίτες θα μοιράζονταν τα τρόφιμα με τους τετράποδους φίλους τους, γεγονός που θα οδηγούσε ή στον υποσιτισμό των ίδιων των κατοίκων, ή στην εγκατάλειψη των κατοικίδιων ζώων στο έλεος του παντοδύναμου Θεού. Η επιτροπή που συστάθηκε διατύπωσε τη γνώμη πως τα ζώα ή θα έπρεπε να σταλούν στην εξοχή, αν ήταν εφικτό, ή αλλοιώς να θανατωθούν με τρόπους που υποδείκνυε στο σχετικό φυλλάδιό της. Η κυβέρνηση, οι κτηνίατροι και τα φιλοζωικά ιδρύματα ήταν όλοι κατά του θανάτου, κι’ έτσι  εγείρεται το ερώτημα γιατί χιλιάδες Βρεττανοί πολίτες ευθυγραμμίστηκαν οικειοθελώς με την ευθανασία των κατοικίδιων σχηματίζοντας  ουρές χιλιομέτρων για ευθανασία των ζώων.

* * * * *

Στο βιβλίο της, η Χίλντα Κιν αποκαλύπτει την ξεχασμένη ιστορία, συγκεντρώνοντας διάφορες  συναρπαστικές λεπτομέρειες από την  ιστορία της ζωής και φυσικά του θανάτου  των τετράποδων φίλων των Βρεττανών   την εποχή του τελευταίου μεγάλου πολέμου.

Η συγγραφέας μας εξηγεί ότι ο φόβος των επικείμενων βομβιστικών ναζιστικών επιδρομών και η επιθυμία να κάνουν κάτι για να προετοιμαστούν για τον πόλεμο και τους απειλούμενους βομβαρδισμούς, οδήγησαν τους Βρεττανούς να ράψουν κουρτίνες συσκότισης, να σκάψουν τα παρτέρια τους και να αντικαταστήσουν τα λουλούδια με λαχανικά, να στείλουν εάν είχαν τη δυνατότητα τα παιδιά τους μακρυά στην εξοχή  και να σκοτώσουν τα κατοικίδια ζώα του σπιτιού τους, τα οποία θεωρητικά θα υπέφεραν από τις βομβιστικές επιδρομές αφ’ ενός, αλλά και την πείνα αφ’ ετέρου. Η αφήγηση της Κιν είναι εντυπωσιακή, ξεδιπλώνεται μέσα από ιστορίες κοινών εμπειριών βομβαρδισμού, περιορισμών σε τρόφιμα, στέγασης και αμοιβαίας υποστήριξης. Σύντομα τα κατοικίδια ζώα έγιναν κλειδί για την εθνική πολεμική προσπάθεια, παρέχοντας συναισθηματική βοήθεια και βοηθώντας τους ανθρώπους να επιβιώσουν, μια συμβολή για την οποία τα ζώα κέρδισαν αργότερα την αναγνώριση της κυβέρνησης. Αντλώντας στοιχεία  από νέες έρευνες σε φιλανθρωπικά ιδρύματα ζώων, κρατικά αρχεία, ημερολόγια και οικογενειακές ιστορίες, η Κιν κάνει κάτι περισσότερο από το να διηγείται μια σχεδόν ξεχασμένη ιστορία του προηγούμενου αιώνα. Ευπρόσιτα γραμμένη, η αφήγησή της γι’ αυτήν την ξεχασμένη πτυχή της βρεττανικής ιστορίας μετακινεί τα ζώα στο επίκεντρο της σκηνής,  αναγκάζοντάς μας να ξανασκεφτούμε τις σχέσεις μας με  τα ζώα με τα οποία μοιραζόμαστε τα σπίτια μας. Υπάρχει ίσως κάποια επιλεκτικότητα σε πολλές από τις αφηγήσεις για το πώς διαμορφώθηκαν, συγκεκριμένα, οι ζωές των ζώων από τις πολεμικές επιχειρήσεις  τον εικοστό αιώνα, οι οποίες εστιάζονται συχνά στην ανδρεία και την πίστη τους όπως  χρησιμοποιήθηκαν και κακοποιήθηκαν στην πραγματικότητα στα πεδία της μάχης. Λίγοι, ωστόσο, γνωρίζουν λεπτομερή γεγονότα γύρω από τα οποία περιστρέφεται η «Η μεγάλη σφαγή των γατιών και των σκύλων», με απλά λόγια η άδικη θανάτωση  τετρακοσίων και πλέον χιλιάδων κατοικιδίων τις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου του 1939 καθώς ξεκινούσε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Αυτό το βιβλίο διερευνά τόσο τις στάσεις όσο και τις πρακτικές που οδήγησαν στο συγκεκριμένο ολοκαύτωμα  και τις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και ζώων που αναπτύχθηκαν στη συνέχεια.

* * * * *

Το μέτωπο του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου αποτέλεσε αντικείμενο μεγάλης σειράς ιστορικών βιβλίων και ακόμα πολυάριθμων ακαδημαϊκών εργασιών. Στο  κλασσικό του έργο ‘The People’s War: Britain, 1939–45’, ο Άνγκους Κάλντερ (1942-2008) ανατέμνει την εμπειρία της καθημερινής ζωής των Βρεττανών πολιτών κατά τη διάρκεια της μεγάλης σύγκρουσης. Τόσο αυτός όσο και αρκετοί άλλοι συγγραφείς αμφισβήτησαν τον επίμονο και ανακριβή μύθο ότι αυτή ήταν μια σύγκρουση στην οποία όλοι οι στωικοί Βρετανοί συνενώθηκαν με   αποφασιστικότητα μπροστά στις επερχόμενες προκλήσεις των καιρών τους. Στη  σελίδα αυτή της ιστορίας, ετούτο  το βιβλίο της Χίλντα Κιν μας προσφέρει μια  διαφορετική άποψη αυτού του πολέμου. Όμως πόσο διαρκεί αυτή η σημασία από  την άποψη της ιστοριογραφίας είναι αμφισβητήσιμο, δεδομένης της περιορισμένης επιτυχίας όσων έχουν παρόμοιους στόχους όπως για παράδειγμα στην ιστορία των γυναικών,   την ιστορία των ΛΟΑΤ, κ.ο.κ. Έτσι η έρευνα της Κιν προσφέρει καινούργια περιθώρια επανεξέτασης μιας σειράς ιστορικών προσεγγίσεων για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπενθυμίζοντας στους ιστορικούς, στην αρχή του βιβλίου της,  ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου, ζώα και άνθρωποι μοιράστηκαν τον ίδιο χώρο και γεγονότα, η Κιν  αναζητά μια νέα άποψη  της ζωής μέσα στα βρεττανικά σπίτια και με τον τρόπο της συμβάλλει περισσότερο στον αναπτυσσόμενο τομέα της συναισθηματικής ιστορίας. Προσφέρει πολλά παραδείγματα για το πώς διαμορφώθηκαν οι εμπειρίες των ανθρώπων και πως εμπλέκονταν σε αυτές τα κατοικίδια ζώα τους καθ’ όλη  τη διάρκεια του πολέμου. Τα παραδείγματα κυμαίνονται από την ήρεμη παρουσία της γάτας του Τσόρτσιλ, που συχνά παρατηρείται να κοιμάται ήρεμα στο κρεβάτι του, έως τους ιδιοκτήτες κατοικίδιων ζώων που βρέθηκαν νεκροί ανάμεσα στα ερείπια μετά από τις ναζιστικές βομβιστικές επιδρομές με τα χέρια τους να σφιχταγκαλιάζουν το αγαπημένο τους ζώο που πέθανε κι’ εκείνο μαζί τους.

Όπως υποστηρίζει η Κιν, καταγράφοντας τις κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτικές στάσεις των πολιτών απέναντι στα κατοικίδια ζώα στη Βρεττανία τη δεκαετία του 1920 και του 1930, η χαμηλή υπόληψη των ζώων συντροφιάς ίσως αποτέλεσε μια από τις αιτίες που έδωσαν γένεση αργότερα  στη θανάτωση τόσων ζώων, τον Σεπτέμβριο του 1939.  Κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, είχε αμφισβητηθεί  η αξία των σκύλων. Τα τσοπανόσκυλα που συχνά ζούσαν στη χώρα και εκπλήρωναν μια πολύτιμη από οικονομικής σκοπιάς  λειτουργία, ήταν σε γενικές γραμμές ανεκτά, αλλά  τα κατοικίδια ζώα θεωρούνταν συχνά ότι καταναλώνουν πολύτιμες μερίδες φαγητού  ειδικά σε μια περίοδο σοβαρής έλλειψης τροφίμων, όπως αυτής που αναφερόμαστε. Στα χρόνια του μεσοπολέμου, οι γάτες στις οποίες δόθηκε  στέγη ως αντάλλαγμα για το έργο που πραγματοποιούσαν  στη εξολόθρευση  των παρασίτων και των βλαβερών ζώων, αντιμετωπίστηκαν με κάπως  συμπαθητικότερο τρόπο. Ενώ αυτοί οι μικροί αιλουροειδείς σύντροφοι κατάφερναν και συντηρούσαν μόνοι τον εαυτό τους, τα σκυλιά αντίθετα τρέφονταν κυρίως με τα υπολείμματα τροφών. Η διατροφή των ζώων, η θεραπεία τους και η κτηνιατρική τους φροντίδα διαμορφώθηκαν από τις οικονομικές συνθήκες των ιδιοκτητών και η θανάτωση των κατοικίδιων ζώων ήταν πολύ πιο συνηθισμένη υπόθεση  από ότι στη κουλτούρα της εποχής. Ένας αριθμός από ανεπιθύμητα κουτάβια και γατάκια πνίγονταν συστηματικά, ασθένειες   μείωναν    τη ζωή των σκύλων και τα χρονίως αλυσοδεμένα σκυλιά έξω από τα σπίτια δεν ήταν ασυνήθιστο θέαμα. Όμως σίγουρα πολλοί απολάμβαναν τη συντροφιά που προσέφεραν τα σκυλιά, οι γάτες και τα πουλιά που μοιράζονταν τα σπίτια τους. Ωστόσο, δεν είχαν  σαφείς προετοιμασίες από τη μεριά της Πολιτείας για την  μεταχείριση των ζώων σε περίπτωση ολικού πολέμου και οι αναμνήσεις του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου βοήθησαν στη επισφράγιση της μοίρας πολλών κατοικίδιων ζώων.

* * * * *

 

Σε ειδικό κεφάλαιο παρουσιάζονται οι πολυποίκιλες αντιδράσεις που είχαν οι άνθρωποι απέναντι στα δεινά των ζώων τις πρώτες μέρες του πολέμου, οι οποίες είδαν τους πολίτες να βιώνουν μια ξέφρενη, από κάθε πλευρά,  δραστηριότητα. Οι άνθρωποι επέστρεφαν βιβλία στις βιβλιοθήκες και άδειαζαν τα σπίτια τους στέλνοντας τα παιδιά και τους ηλικιωμένους ή τους ασθενείς στην ύπαιθρο ή ακόμη και σε άλλες χώρες. Πολλοί έκλεισαν τα σπίτια τους και είτε αναζητούσαν νέα σπίτια για τα κουνέλια, τα πουλιά, τις γάτες και τα σκυλιά τους, είτε τα εξολόθρευαν. Υπήρχαν τεράστιες ουρές έξω από καταφύγια ζώων και τους κτηνιάτρους. Ο βομβαρδισμός, εσφαλμένα, αναμενόταν να ξεκινήσει αμέσως, με την πρώτη προειδοποίηση αεροπορικής επιδρομής που πραγματοποιήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου και ο οποίος ενώ δεν δημιούργησε  την αναμενόμενη μαζική υστερία, έφερε τους κινδύνους του σύγχρονου βιομηχανικού πολέμου στις ζωές και τα σπίτια του άμαχου πληθυσμού. Η μαζική εξολόθρευση των ζώων που σημειώθηκε αυτές τις πρώτες μέρες της σύγκρουσης δεν έγινε με συμβουλή, υποστήριξη ή καθοδήγηση από την κυβέρνηση. Ήταν μια προσωπική απάντηση από πολλούς ιδιοκτήτες κατοικίδιων που έφευγαν από τα σπίτια τους, νοιώθοντας άβολα για την πολυτέλεια να διατηρούν   ζώα σε καιρό πολέμου και ανησυχώντας  για το πώς θα τα ταΐσουν ή πως αυτά θα αντιμετώπιζαν τους βομβαρδισμούς των βρεττανικών πόλεων. Οι δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι ιδιοκτήτες είχαν προηγούμενο στην κρίση του Μονάχου του 1938, όταν πολλοί άνθρωποι είχαν προσπαθήσει να εξολοθρεύσουν  τα ζώα τους, αλλά γενικά πείστηκαν να περιμένουν και να δουν πώς θα ξεδιπλώνονταν τα γεγονότα. Η Χίλντα Κιν αποδεικνύει ότι το 1939 υπήρχαν άλλες επιλογές για τους ιδιοκτήτες πέρα ​​από το φόνο των κατοικίδιων τους. Μερικοί τα έδιωξαν μακρυά, ενώ η  Νίνα Ντάγκλας  Χάμιλτον (1878-1951) δημιούργησε ένα καταφύγιο  σκύλων  το οποίο επέτρεψε σε πολλούς τετράποδους φίλους να περάσουν τη διάρκεια του πολέμου με ασφάλεια στο κτήμα της στο Γουίλτσαϊρ.  Καθώς μερικοί άνθρωποι σκότωναν ή έδιναν τα κατοικίδια τους σε καταφύγια ή φίλους, μερικοί άλλοι έγιναν ιδιοκτήτες κατοικίδιων για πρώτη φορά.

Ένα κεφάλαιο  εξετάζει τους πρώτους μήνες του πολέμου, που συνήθως αναφέρεται ως ‘ψεύτικος πόλεμος’.  Παράξενος ή Ψεύτικος Πόλεμος (στην αγγλική γλώσσα: phony war) αποκαλείται η περίοδος του Β’ παγκοσμίου πολέμου, από τις 3 Σεπτεμβρίου 1939, όταν οι δύο συμμαχικές χώρες Γαλλία και Μεγάλη Βρεττανία, κήρυξαν τον πόλεμο στη ναζιστική Γερμανία με αφορμή την εισβολή της στην Πολωνία, μέχρι τις 10 Μαΐου του 1940, την ημερομηνία δηλαδή έναρξης της ναζιστικής επίθεσης εναντίον της Γαλλίας. Η Κιν επισημαίνει την ευθραυστότητα της σχέσης μεταξύ των κατοικίδιων ζώων   και των ιδιοκτητών τους, η οποία οδήγησε στη μεγάλη και εν πολλοίς άδικη σφαγή των αρχών του Σεπτεμβρίου του 1939.  Η πολύπλοκη, αντιφατική και απεριόριστα ποικίλη έρευνα που πραγματοποιήθηκε αποκάλυψε νέα στοιχεία για επίμονες, νέες ή τροποποιημένες  σχέσεις μεταξύ των ζώων αυτών και των ιδιοκτητών τους κατά τους επόμενους μήνες. Αυτό που υπογραμμίζει η έρευνα  που αναφέρεται στο θέμα  της διατροφής των ζώων στον πόλεμο, είναι πως κάποιες  αποφάσεις σχετικά με το σιτηρέσιο δεν ελήφθησαν για καθαρά ρεαλιστικούς λόγους, αλλά  με ένα σκεπτικό που ακολουθούσε την ηθική περισσότερο πλευρά του θέματος. Η κυβέρνηση, άλλωστε, είναι γνωστό πως  υπηρέτησε με αφοσίωση την εισαγωγή τσαγιού από τις γνωστές χώρες, την ίδια  στιγμή που μαινόταν  γύρω της ο υποβρύχιος πόλεμος, αν και δεν είχε θρεπτική αξία, καθώς η στέρηση του τσαγιού από τον πληθυσμό θα   ήταν κακό για το ηθικό του. Υπάρχουν αρκετά στοιχεία για την αξιοσημείωτη και αποφασιστική  δέσμευση του πληθυσμού να ταΐσει τα ζώα του, καθώς  και στην αμφιλεγόμενη στάση των αρχών απέναντι σε αυτό, λόγω της σημασίας των κατοικίδιων ζώων ακριβώς για το ηθικό των πολιτών. Η  κυβέρνηση, παράλληλα,  φαίνεται πως αποφάσισε να μην απαγορεύσει τελείως την παραγωγή ζωικών τροφών, καθώς θεωρήθηκε πολύ πιθανό ότι αυτό θα οδηγούσε τους ιδιοκτήτες να δρομολογήσουν  περισσότερα ανθρώπινα τρόφιμα προς την κατεύθυνση των κατοικίδιων ζώων.

Η Κιν  υποστηρίζει ότι οι τροφές για ανθρώπους και σκύλους γίνονταν όλο και πιο ανταλλάξιμες. Οι νοικοκυρές προσπαθούν με αγωνία να ταΐσουν τις οικογένειές τους συχνά με κόκαλα  και άλλα προϊόντα απορριμμάτων, που δίνονταν σε  σκύλους, για να φτιάξουν στιφάδο και σούπες για την οικογένειά τους. Στα τελευταία κεφάλαια αυτού του βιβλίου, η συγγραφέας δεν παραλείπει να μας  δώσει πολλά παραδείγματα για να υποστηρίξει ένα πειστικό επιχείρημα ότι μετά τη σφαγή του 1939 η σχέση μεταξύ ανθρώπων και κατοικίδιων ζώων όχι μόνο διορθώθηκε, αλλά ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο κατά τη διάρκεια του πολέμου. Οι άνθρωποι και τα κατοικίδια ζώα τους εξαρτιόνταν ολοένα και περισσότερο και υποστηρίζοντας ο ένας τον άλλον μέσα κι’ έξω απ’ τα καταφύγια. Τα κοινοτικά καταφύγια δεν έπρεπε να δέχονται ζώα, έτσι  μερικοί έδεναν τα σκυλιά τους έξω όταν έμπαιναν στο καταφύγιο, αν και περιστασιακά κάποια  ζώα εισέρχονταν παράνομα. Σε μια δραματική εποχή με πιθανό ενδεχόμενο και το θάνατο, η αμοιβαία υποστήριξη ήταν άγραφος κανόνας. Η Αγγλίδα νοικοκυρά Νέλα Λαστ, έγραψε ένα περίφημο ημερολόγιο όλων εκείνων των ημερών και αναρωτιόταν αν έπρεπε να αφήσει μόνο το σκύλο της.

Η θανάτωση σχεδόν μισού εκατομμυρίου γατιών και σκύλων τις παραμονές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, υπήρξε μια άδικη, ξεχασμένη εν πολλοίς υπόθεση  και ντροπιαστική σε γενικές γραμμές για τη σχέση του ανθρώπου με τους τετράποδους φίλους του οι οποίοι χάθηκαν σε εκείνο που έμεινε γνωστό ως το ‘ολοκαύτωμα του Σεπτέμβρη’.

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here