Του ΚΩΣΤΑ ΚΑΛΛΩΝΙΆΤΗ*

Φαίνεται πως στις μέρες μας οι διδάκτορες Νομικής μπορούν να αποφαίνονται ως ειδικοί και να προβλέπουν τις οικονομικές εξελίξεις. Βεβαίως, ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής κ. Γ. Γεραπετρίτης είναι ενεργό κυβερνητικό στέλεχος και μπολιάζεται με τις αναλύσεις και τις εκτιμήσεις του οικονομικού επιτελείου. Θα έπρεπε, ωστόσο, να κρατά χαμηλό προφίλ στα οικονομικά και να μην προχωρά σε δημόσιες δηλώσεις για τη δυναμική της ελληνικής οικονομίας (εκτός κορονοϊού) προβλέποντας ανάκαμψή της το 2021.

Σύμφωνα με τον κ. Γεραπετρίτη, «το τελευταίο 6μηνο του 2019 και το πρώτο 2μηνο του 2020 αποτυπώθηκε μια πολύ μεγάλη δυναμική στην ελληνική οικονομία, με σαφή ανασυγκρότηση, με σοβαρό κύμα επενδύσεων, με μια αναπτυξιακή λογική, η οποία στηρίχθηκε στον περιορισμό των φόρων, σε ένα μείγμα πολύ πιο αναπτυξιακό. Αποκαταστάθηκε η εικόνα της σοβαρότητας της ελληνικής Πολιτείας απέναντι στην οικονομία, υπάρχει μια συστημική δυναμική στην ελληνική οικονομία και εκτιμούν οι αγορές ότι όταν πάψει η επέλαση αυτής της δίνης θα μπούμε σε τροχιά πολύ μεγαλύτερης ανάπτυξης της οικονομίας μας» (8/9/2020, Capital.gr).

Πού τα είδε αυτά ο αξιότιμος κ. καθηγητής; Η τάση των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου στη χώρα μας ήταν πτωτική στη διάρκεια της τελευταίας τριετίας πριν ακόμη ενσκήψει η κρίση πανδημίας (βλ. ΓΡΑΦΗΜΑ 1).

Θα περίμενε, δε, κανείς να έχουμε τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια καλύτερη επίδοση στις παραγωγικές επενδύσεις συγκριτικά με την Ευρώπη λόγω της προηγούμενης 10ετούς ύφεσης. Αντίθετα, όμως, με την προσδοκία αυτή, οι επενδύσεις στην Ε.Ε. αυξήθηκαν την ίδια περίοδο που στην Ελλάδα περιορίζονταν (βλ. ΓΡΑΦΗΜΑ 2).

Συνεπώς, η αιχμή του δόρατος της αναπτυξιακής πολιτικής της κυβέρνησης, οι επενδύσεις, καμία δυναμική δεν εκδήλωσαν ώς τώρα, ενώ κι αυτές που έγιναν στο μεγαλύτερο μέρος τους πήγαν στις κατασκευές και τις κατοικίες, δηλαδή δεν συνέβαλαν καθόλου στην περίφημη αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος της οικονομίας.

Βεβαίως, ο κ. Γεραπετρίτης αισιοδοξεί ότι όλα θα αλλάξουν μόλις εμφανιστεί το εμβόλιο κατά του κορονοϊού ώς τον Δεκέμβριο, ενώ το 2021 θα έχουμε επιστροφή στην κανονικότητα και μεγάλη ανάπτυξη… σύμφωνα με τις αγορές. Την αισιοδοξία του βασίζει στο ότι αποκαταστάθηκε η εμπιστοσύνη των αγορών στην ικανότητα της Πολιτείας να διευθύνει την οικονομία όπως δείχνει ο όψιμος δανεισμός της χώρας με το χαμηλότερο επιτόκιο στην ιστορία της.

Με τη διαφορά πως τα επιτόκια κρατικού δανεισμού είναι τα χαμηλότερα στην ιστορία όλων των οικονομιών (στην αναπτυγμένη Δύση τουλάχιστον) εξαιτίας της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης και της ανάγκης χρηματοδοτικής στήριξης των κλυδωνιζόμενων οικονομιών. Αρα, πρώτον, η Ελλάδα δεν αποτελεί κάποια φωτεινή εξαίρεση και, δεύτερον, τα χαμηλά επιτόκια είναι ένδειξη αποπληθωρισμού και ύφεσης, όχι δυναμικής όπως φαντάζεται ο κ. Γεραπετρίτης. Αν, δε, οι αγορές είχαν αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη τους στην ελληνική Πολιτεία, τότε το ελληνικό χρηματιστήριο δεν θα σημείωνε ετήσια πτώση 26% διεκδικώντας αρνητικά πρωτεία στην Ε.Ε., ούτε οι ξένες άμεσες επενδύσεις θα σημείωναν ετήσια κάμψη 18% και 25% το α’ εξάμηνο του 2019 και 2020 αντίστοιχα (βλ. 7ο Δελτίο ΙΝΕ-ΓΣΕΕ).

Ακόμη, όσον αφορά τον αναπτυξιακό χαρακτήρα της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης που βασίζεται στις μειώσεις φόρων-εισφορών και τις ιδιωτικοποιήσεις (π.χ. ασφαλιστικό σύστημα), αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι αυτή η πολιτική ουδόλως απέδωσε τα υπεσχημένα στις ΗΠΑ επί Τραμπ. Η πολιτική αυτή που ανακοινώθηκε το 2017 (Tax Cuts & Jobs Act) υποσχόταν ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 3,5-4%, εκτίναξη επενδύσεων, αυτοχρηματοδότηση μέσω ανάπτυξης του δημόσιου ελλείμματος και αύξηση εισοδήματος του μέσου αμερικανικού νοικοκυριού κατά 4.000 δολάρια.

Από τα αποτελέσματα μπορεί να κρίνει κανείς την πολιτική αυτή:

  • α. το μέσο αμερικανικό εισόδημα αυξήθηκε μόλις κατά 1.400 δολ. (εκτίμηση Heritage Foundation) ή κατά 1.600 έως 1.900 δολ. (εκτίμηση Motley Fool),
  • β. ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ ήταν 2,4% τα πρώτα 8 τρίμηνα (διετία 2018-2019), δηλαδή όσο και πριν αναλάβει ο Τραμπ,
  • γ. η πορεία των επενδύσεων ήταν φθίνουσα και έγινε μάλιστα αρνητική πριν από την εκδήλωση της πανδημίας και
  • δ. το ομοσπονδιακό έλλειμμα αυξήθηκε κατά 130 δισ. δολ. στη διετία.

Με άλλα λόγια, καμία από τις υποσχέσεις της νεοφιλελεύθερης αυτής πολιτικής δεν τηρήθηκε και είναι βασικός λόγος για τον οποίο μπορεί να χάσει ο Τραμπ τις προσεχείς εκλογές.

Τέλος, προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση η δογματική εμμονή της κυβέρνησης Ν.Δ. στις αποδεδειγμένα –λόγω της κρίσης– αποτυχημένες νεοφιλελεύθερες συνταγές για τη χώρα μας, όταν στη γειτονική Ιταλία ο υπουργός Ανάπτυξης δηλώνει πως ο μείζων μετασχηματισμός του παραγωγικού συστήματος πρέπει να καθοδηγείται από την κυβέρνηση, μιλά για μερική αντιστροφή των ιδιωτικοποιήσεων και για δυνατότητα βέτο σε ξένες επενδύσεις ή ακόμη και για εθνικοποιήσεις επιχειρήσεων από το κράτος ποντάροντας στην ανάπτυξη αντί της λιτότητας για τη μείωση του χρέους.

*Οικονομολόγος

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here