‘Το παγκάκι του κήπου’ (The Garden Seat)-Από την Αντζελίνα Ουέλντ Γκρίμκι

 

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

 

Στάθηκα ξανά μέσα στον κήπο γερασμένη

Γύρω απ’ τις άκρες του οποίου μεγάλωσε το ψηλό πράσινο κουτί.

Είδα ξανά τα φιδογυριστά στενά δρομάκια

Τόσο χαρωπά στις άκρες τους με ροζ κοχύλια.

Είδα τις μολόχες τόσο ψηλές και περιποιημένες

Τον σεμνό ηλίανθο να γέρνει κάτω απ’ τον ήλιο,

Τη ρεζεδά και το ζωηρό γεράνι,

Το ηλιοτρόπιο και την αναπνοή του μικρού   τόσο καθαρά.

Είδα το καλοκαιρινό σπίτι με τριαντάφυλλα κατάφυτο,

Το  γραφικό, παλιό παγκάκι όπου καθόμασταν

Ονειροπολώντας χέρι-χέρι τις εποχές που θα έρχονταν,

Και στο παγκάκι σε είδα να κάθεσαι  βαριεστημένα

Η ρόκα  στο πλάι σου στεκόταν σιωπηλή

(Τα αποχαυνωμένα  χέρια σου να ξεχνάνε τη δουλειά  τους)

Το ξανθό, αγαπητό,  κεφάλι γερμένο ελαφρώς πίσω

Αγγίζοντας στο παγκάκι, στην κομψή και παλιωμένη του πλευρά,

Τα μάτια σου μισόκλειστα, και τα γλυκά σου χείλια σοβαρά,

Κι’ ύστερα έκλεψα όλα τα αθόρυβα και κρυμμένα,

Και φίλησα αυτά τα μάτια τόσο ονειροπόλα και τόσο λυπημένα – εγώ

Α Θεέ μου! αν μπορούσα να τα δω πάλι όλα

Το ανασκίρτημα της ψυχής σου στα βάθη τους τότε

Τόσο πεινασμένα απ’ τη μεγάλη αναμονή και τόσο αληθινά,

Τα κρατώ σφιχτά μες  την παθιασμένη μου αγκαλιά

Φιλάω τα μάτια σου, τα χείλη σου, τα μεταξένια μαλλιά σου,

Ένιωσα τα μαλακά σου χέρια να τυλίγονται γύρω απ’ το λαιμό μου,

Τα ντροπαλά σου, παρθενικά φιλιά στο μάγουλό μου

Ολόκληρη την καρδιά μου να τινάζεται   απ’ τη  φανταστική   χαρά

Και τότε το όραμα να ξεθωριάζει  και να εξαφανίζεται

Και ήμουν στο μοναχικό μου, σκοτεινό δωμάτιο,

Η παλιά λαχτάρα να φουσκώνει μες  το στήθος μου,

Η παλιά αγωνία μέσα στην ψυχή μου

Τόσο φρέσκια, τόσο νέα, όπως όταν φίλησα τα χείλη σου

Τόσο κρύα, μανιασμένα να σε ικετεύω να μιλήσεις,

Πιστεύοντας πως δεν είσαι πεθαμένη.

Ναι, να είσαι γερμένη χαμηλά  τόσα πολλά, ανιαρά χρόνια.

Και όταν σπρώχνω διάπλατα το σκοτεινό παράθυρό μου,

Και το βλέμμα πέρα απ’ την κοιμισμένη πόλη της Ζωής

Σ’ αυτήν την πόλη του Θανάτου πάνω στο λόφο,

Βλέπω με δάκρυα που κυλούν και πέφτουν μάταια,

Την ξεκάθαρη, άσπρη πέτρα που δείχνει  το σημείο όπου αυτή κοιμάται.

 

 

I stood again within the garden old/ Around whose edges grew the tall green box /I saw again the winding, narrow, paths /So gay along their sides with pink sea shells/I saw the holly-hocks so tall and prim /The humble sun-flower bowing ‘neath the sun/The mignonette and gay geranium/The heliotrope and baby’s breath so pure/I saw the summer house with roses overgrown/The quaint, old, bench whereon we used to sit /Day-dreaming hand in hand of times to come/And on the bench I saw thee idly sit /The distaff at thy side all silent stood /(Thy listless hands forgetful of their stint) /Thy fair, dear, head was tilted slightly back /Against the bench’s quaint and aged side/Thine eyes half-closed, and sweet lips gravely set/And then I stole up all noiseless and unseen/And kissed those eyes so dreamy and so sad — I /Ah God! if I might once again see all /Thy soul leap in their depths as then /So hungry with long waiting and so true/I clasp thee close within my yearning arms /I kiss thine eyes, thy lips, thy silky hair/I felt thy soft arms twining round my neck /Thy bashful, maiden, kisses on my cheek/My whole heart leaping ‘neath such wondrous joy

 

And then the vision faded and was gone/ And I was in my lonely, darkened, room /The old-time longing surging in my breast/The old-time agony within my soul /As fresh, as new, as when I kissed thy lips /So cold, with frenzy begging thee to speak/Believing not that thou wert lying dead.

 

Yes, lying dead these many, weary, years/And when I push my darkened casement wide/And gaze beyond the sleeping town of Life/ Unto that town of Death upon the hill/I see with streaming tears that vainly fall/The Plain, white, stone that marks the spot she sleeps.

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here