Το κίνημα του μοντερνισμού και το πάρκο Γκουέλ

 

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

 

Η αναζήτηση ενός νέου δικαιώματος της Καταλανικής κουλτούρας, σηματοδοτεί σε γενικές γραμμές την έννοια του μοντερνισμού, μία ονομασία που δόθηκε σε ένα κίνημα τέχνης και της λογοτεχνίας, ειδικότερα. Σήμερα θεωρείται ένα κίνημα που βασίστηκε περισσότερο στην πολιτιστική αποκατάσταση μιας συγκεκριμένης Καταλανικής ταυτότητας. Η κύρια μορφή της έκφρασης ήταν ο χώρος της  αρχιτεκτονικής, αλλά και πολλές άλλες τέχνες, ταυτόχρονα, όπως η ζωγραφική, η γλυπτική και ιδιαίτερα οι διακοσμητικές τέχνες της ξυλουργικής, σφυρήλατου σίδερου, κεραμικών πλακιδίων,  γυαλιού και  χρυσοχοΐας ήταν ιδιαίτερα σημαντικές, ιδίως στο ρόλο τους ως υποστήριξης αυτής καθ’ εαυτής της αρχιτεκτονικής. Πέρα απ’ την αρχιτεκτονική όμως, ο μοντερνισμός υπήρξε και λογοτεχνικό κίνημα. Βεβαίως το συγκεκριμένο κίνημα ήταν στοιχείο μιας γενικότερης τάσης που εμφανίστηκε στην Ευρώπη γύρω στις αρχές του εικοστού αιώνα, αλλά στον γεωγραφικό χώρο της Καταλωνίας, που αναφερόμαστε,  απέκτησε τη δική του μοναδική προσωπικότητα για λόγους κοινωνικούς και ιδεολογικούς.  Είναι ισάξιο και ισοδύναμο θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε  με μια σειρά άλλων κινημάτων τέχνης που έκαναν την εμφάνισή τους σε διάφορες άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ως κίνημα, υπήρξε ενεργό από το 1888 περίπου, με την  πρώτη παγκόσμια έκθεση της Βαρκελώνης, μέχρι το 1911 και το θάνατο του σημαντικότερου ποιητή του Καταλανικού μοντερνισμού, του  Χουάν Μαραγάλ ι Γκορίνα (Joan Maragall i Gorina, 1860-1911), ο οποίος αναντίρρητα υπήρξε ένας εκ των σημαντικότερων προσωπικοτήτων της σύγχρονης Καταλανικής λογοτεχνίας και ο πρώτος κλασσικός ποιητής των Καταλανικών γραμμάτων στον εικοστό αιώνα. Το κίνημα του μοντερνισμού  είχε ως επίκεντρο την πόλη της Βαρκελώνης, αν και έφτασε πολύ πιο πέρα, και έμεινε γνωστό περισσότερο για την αρχιτεκτονική του έκφραση, ειδικά με το μεγαλεπήβολο έργο του Αντόνιο Γκαουντί, αλλά παρ’ όλα αυτά ήταν επίσης σημαντικό στη γλυπτική, την ποίηση, το θέατρο και τη ζωγραφική, όπως ήδη αναφερθήκαμε.

Το ‘Κάστρο των τριών δράκων’  (Castell dels tres Dragons), αποτελεί το  παλαιότερο δείγμα αρχιτεκτονικής του μοντερνισμού.

Ο Καταλανικός εθνικισμός άσκησε σημαντική επιρροή στους καλλιτέχνες οι οποίοι ήταν ανοιχτοί και δεκτικοί σε πρωτοποριακές  ιδέες και οι οποίοι  ήθελαν να θεωρηθεί ο πολιτισμός της Καταλανίας ίσος με αυτόν άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Κάποιες ιδέες συγγραφέων που βρίσκονταν κοντά στον αναρχισμό, ή μερικών άλλων  αντιμοναρχικών συγγραφέων, είχαν αναμφίβολα σημαντική επίδραση στο συγκεκριμένο κίνημα, χωρίς φυσικά να αποτελεί εξαίρεση ο  παραδοσιακός και θρησκευτικός χαρακτήρας των Καταλανών. Οι μοντερνιστές απέρριπταν σε μεγάλο βαθμό τις αστικές αξίες, τις οποίες θεωρούσαν ότι ήταν τροχοπέδη κατά κάποιο τρόπο  της τέχνης. Ως εκ τούτου, υιοθέτησαν δύο στάσεις. Είτε αποχώρησαν από την κοινωνία υιοθετώντας  μια μποέμικη  πολιτιστική στάση,  ή επιχείρησαν να χρησιμοποιήσουν την τέχνη για να αλλάξουν αυτή την κοινωνία, με κύριους εδώ εκφραστές τους αρχιτέκτονες και σχεδιαστές και τους θεατρικούς συγγραφείς, κατά κύριο λόγο.

Το παλαιότερο παράδειγμα αρχιτεκτονικής στα πλαίσια πάντοτε του μοντερνισμού, είναι το ‘Κάστρο των τριών δράκων’  (Castell dels tres Dragons) που σχεδίασε ο Ντομένεκ ι Μοντανέρ για την παγκόσμια έκθεση του 1888, και το οποίο βρίσκεται μέσα στο Πάρκο ντε λα Σιουταντέλα, από την πλευρά της Passeig de Picasso. Αρχικά σχεδιάστηκε ως καφέ και εστιατόριο για την έκθεση, αλλά το κτίσμα δίνει ξεκάθαρα την βαθύτερη πρόθεση του αρχιτέκτονα. Η χρήση του γυμνού τούβλου πάνω σε σίδηρο, βρίσκεται παντού, κι’ όσο το βλέμμα προχωράει προς τα πάνω δίνεται η εντύπωση ενός κάστρου με έντονες τις γνωστές ισλαμικές επιρροές. Είναι μια αναζήτηση για ένα συγκεκριμένο στυλ για την Καταλωνία που σχεδιάζει περίτεχνα το μεσαιωνικό και το αραβικό στυλ, τα σύγχρονα κατασκευαστικά στοιχεία με την μεσαιωνική φαντασία. Το κίνημα του μοντερνισμού στην αρχιτεκτονική, εκτός του συνδυασμού μιας πλούσιας ποικιλίας ιστορικών στοιχείων, χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα από την κυριαρχία της καμπύλης σε σχέση με την ευθεία γραμμή, από την πλούσια διακόσμηση και την ανάδειξη της  λεπτομέρειας, από τη συχνή χρήση φυτικών και άλλων οργανικών μοτίβων, τη διάχυτη γεύση της ασυμμετρίας, τον εκλεπτυσμένο αισθητικό του χαρακτήρα, και τα δυναμικά σχήματα.

Ο Αντόνιο Γκαουντί είναι ο πιο γνωστός αρχιτέκτονας αυτού του κινήματος, αλλά φυσικά δεν ήταν ο μόνος. Άλλοι σημαντικοί αρχιτέκτονες που συγκαταλέγονται στο κίνημα ήταν, ο Λιουίς Ντομένεκ ι Μοντανέρ (Lluís Domènech i Montaner, 1850-1923), και ο Τζοζέπ Πιουίτς ι Κανταφάλκ (Josep Puig i Cadafalch, 1867-1957), για να ακολουθήσουν  αργότερα οι Josep Maria Jujol, Rafael Guastavino και Enrique Niet.

Στη λογοτεχνία, πάλι, ακολουθήθηκαν ανάλογες τάσεις.  Τα μυθιστορήματα και τα κείμενα κάποιων συγγραφέων, είχαν μεγάλη επιρροή στην μεταγενέστερη Καταλανική αφήγηση, ανακαλύπτοντας ουσιαστικά ένα είδος που είχε χαθεί λόγω πολιτικών αιτιών από το τέλος του Μεσαίωνα.  Αυτοί οι συγγραφείς συχνά, αν και όχι πάντα, επιδείκνυαν επιρροές από τη ρωσική λογοτεχνία του 19ου αιώνα καθώς και από τα γοτθικά μυθιστορήματα.

Στην ποίηση, ο Καταλανικός μοντερνισμός  δεν ακολουθεί πιστά, ούτε αντιστοιχεί  στον ελληνικό ή ευρωπαϊκό μοντερνισμό του εικοστού αιώνα, αλλά συνδυάζει τις πολυποίκιλες  τάσεις που υπήρχαν στο χώρο της Ευρώπης, όπως τη μουσικότητα της ποίησης, τον συμβολισμό και τον παρνασσισμό, και εδώ τώρα αναφερόμαστε στην ποιητική σχολή που αναπτύχθηκε στη Γαλλία στα μέσα του 19ου αιώνα. Το  θέατρο ήταν επίσης σημαντικό, καθώς έσπαζε την παράδοση, προχωρώντας και έχοντας ως στόχο, να αλλάξει αρκετά κατεστημένα στην κοινωνία και επιπλέον να καταγγείλει την αδικία.

Φυσικά όπως όλα τα πράγματα και οι τάσεις στην ιστορία, έχουν αρχή και τέλος. Η αρχιτεκτονική των μοντερνιστών, όμως, επέζησε περισσότερο από τις άλλες τέχνες. Η ισπανική πόλη της Μελίγια στη Βόρεια Αφρική γνώρισε οικονομική άνθηση στις αρχές του εικοστού  αιώνα και η νέα αστική τάξη έδειξε τα πλούτη της, ζητώντας  μαζικά κτίρια και δημιουργήματα του μοντερνισμού. Η παράλια αυτή ισπανική πόλη στη βόρεια ακτή της Αφρικής, η οποία αποτελεί έδαφος της Ισπανίας, αν και αρχικά φοινικική πόλη υποτάχθηκε διαδοχικά από τους Ρωμαίους, τους Βανδάλους, τους Βυζαντινούς και τους Άραβες. Το 1496 καταλήφθηκε από τους Ισπανούς παραμένοντας έκτοτε υπό την κυριαρχία τους. Στην πόλη αυτή, το 1936, κηρύχθηκε η επανάσταση από τον στρατηγό Φρανθίσκο Φράνκο, η οποία προκάλεσε τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο. Οι περισσότεροι σήμερα κάτοικοι είναι Ισπανοί. Τα εδάφη, σημειωτέον,  της Μελίγια και της Θέουτα είναι σήμερα τα μοναδικά εδάφη Ευρωπαϊκών κρατών στην Αφρική, και τα οποία φυσικά αποτελούν σημείο τριβής μεταξύ της Ισπανίας και του Μαρόκου. Στη Μελίγια, ο Καταλανός αρχιτέκτονας Enrique Nieto (1880-1954) συνέχισε να παράγει διακοσμήσεις σε αυτό το στυλ, ακόμη και όταν το κίνημα του μοντερνισμού ήταν εκτός μόδας στη Βαρκελώνη, με αποτέλεσμα η πόλη αυτή σήμερα να έχει, κατά περίεργο τρόπο, τη δεύτερη μεγαλύτερη συγκέντρωση μοντερνιστικών δημιουργημάτων, αμέσως μετά τη Βαρκελώνη.

Γυρίζοντας, τώρα, στη Βαρκελώνη,  ο επισκέπτης του Πάρκου Γκουέλ, σήμερα, παίρνει μια σαφώς κατατοπιστική ιδέα του κινήματος του μοντερνισμού, πέρα από την εμβληματική εκκλησία της Σαγράδα Φαμίλια, χωρίς βεβαίως να υπαινίσσεται κάποιος ότι αποτελούν τα μόνα αντιπροσωπευτικά δείγματα. Στα βόρεια της πόλης, που βρίσκεται, δεν φαίνεται να αποτελεί συχνό και δημοφιλή προορισμό τουλάχιστον για τους επισκέπτες ολίγων ημερών. Στις παρυφές της πόλης προσφέρει, όμως,  μεταξύ των άλλων, άπλετη θεά της πόλης και του λιμανιού της πανέμορφης πρωτεύουσας της Καταλωνίας, κάτω χαμηλά.

Το Σπίτι-Μουσείο του Αντόνιο Γκαουντί, στο πάρκο Γκουέλ.

Μπαίνοντας στον κυρίως χώρο του πάρκου, ο επισκέπτης έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με το σπίτι-μουσείο του Αντόνιο Γκαουντί, αλλά ταυτόχρονα και με μια σύγχρονη και λίγο περίεργη Ντίσνεϋλαντ, όπως τουλάχιστον τις έχουμε συνηθίσει αισθητικά από άλλους γεωγραφικούς παραλλήλους. Ίσως σ’ αυτό να συντελεί και η μεγάλη παρουσία μικρών παιδιών ανάμεσα στα φανταχτερά δημιουργήματα. Το βαμμένο ροζ σπίτι προς τα ανατολικά, της όλης έκτασης, ήταν η κατοικία του μεγάλου αρχιτέκτονα για σχεδόν είκοσι  χρόνια, από το 1906 μέχρι το τέλος του 1925. Στα  1963 άνοιξε τις πύλες του ως ένα ιστορικό σπίτι και σήμερα στεγάζει μια συλλογή από έπιπλα και αντικείμενα σχεδιασμένα βεβαίως από τον ίδιο τον αρχιτέκτονα. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Καταλανός βιομήχανος Εουσέμπι Γκουέλ,  μετά από παραμονή στην Αγγλία, επέστρεψε στη Βαρκελώνη με σκοπό να χτίσει έναν κήπο και κάποια οικήματα  σε ένα ακίνητο που απέκτησε το 1899. Οι οικίες προορίζονταν για τις εύπορες οικογένειες της Βαρκελώνης.

Ανέθεσε το όλο εγχείρημα στον Γκαουντί, αλλά το  1914 οι εργασίες  σταμάτησαν και το έργο δεν ολοκληρώθηκε, και μόνον δύο απ’ αυτές χτίστηκαν.  Το ένα απ’ αυτά ήταν  το κτίσμα που σήμερα φιλοξενεί το Σπίτι-Μουσείο του Γκαουντί. Χτίστηκε μεταξύ 1903 και 1905, αλλά όχι από τον Γκαουντί. Σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Francesc Berenguer i Mestres, και χτίστηκε από τον ανάδοχο Josep Casanovas i Pardo, έχοντας όμως τη σύμφωνη γνώμη του Γκαουντί. Το 1906, ο Γκαουντί αγόρασε το σπίτι και στην αρχή έζησε εκεί με τον πατέρα και την ανιψιά του. Ο ίδιος ο Γκαουντί,  έμεινε εκεί  μέχρι το τέλος του 1925, όταν, λίγους μήνες πριν από το θάνατό του, το 1926, μετακόμισε μόνιμα στο εργαστήριό του στην Σαγράδα Φαμίλια. Η συλλογή από κάποια προσωπικά αντικείμενα, και μερικά δωμάτια, όπως το υπνοδωμάτιο, προκαλούν αναμνήσεις και απεικονίζουν τον τρόπο που έζησε ο αρχιτέκτονας. Μια έκθεση κάποιων επίπλων σχεδιασμένων απ’ αυτόν, βρίσκεται επίσης σε επίδειξη  εκεί. Η συλλογή περιλαμβάνει επίσης έπιπλα, γλυπτά, πίνακες ζωγραφικής, σχέδια και άλλα αντικείμενα των συνεργατών  του Γκαουντί,  τα οποία εκτίθενται σε πολλά δωμάτια του μουσείου.

 

Μια γωνιά του σπιτιού του μεγάλου αρχιτέκτονα και  πιστού καθολικού.

Γύρω στο πάρκο, πανδαισία από κήπους και αρχιτεκτονικά στοιχεία που ανάγονται και χαρακτηρίζουν τον μοντερνισμό. Το πάρκο χτίστηκε μεταξύ 1900 και 1914 και άνοιξε επίσημα ως δημόσιο πάρκο το 1926. Το 1984, η Ουνέσκο  το κήρυξε ως Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Ολόκληρο το πάρκο, αντανακλά την ιδιοφυία και τον καλλιτεχνικό πλούτο του Γκαουντί. Εδώ, ο αρχιτέκτονας τελειοποίησε το προσωπικό του στυλ με έμπνευση από γεωμετρικά  σχήματα, τα οποία επεξεργάστηκε με τη  δημιουργική του φαντασία. Το έργο ξεκίνησε να γίνει, όπως ειπώθηκε,  μια οργανωμένη ομάδα υψηλής ποιότητας σπιτιών, με όλες τις τελευταίες τεχνολογικές εξελίξεις, για να τελειώσει φυσικά με μια εξεζητημένη καλλιτεχνική πινελιά.  Η περίπλοκη πολλαπλότητα των συμβόλων του Γκαουντί, μάλλον πρέπει να είναι συνδεδεμένη με πολιτικές και θρησκευτικές αναφορές. Σήμερα κανένας δεν μπορεί να διανοηθεί, ούτε να φανταστεί πως εκείνη η βραχώδης κάποτε περιοχή, έναν αιώνα πριν, με την απελπιστικά περιορισμένη βλάστηση, εξελίχτηκε σε τούτο το πανδαιμόνιο φυτών, λουλουδιών, σχημάτων  και χρωμάτων.

Το πολύχρωμο μωσαϊκό με την σαλαμάνδρα του Γκαουντί, ευρέως γνωστό ως ‘ο δράκος’ (el drac), στην κύρια είσοδο, αποκαταστάθηκε με τη σημερινή του μορφή μετά τον βανδαλισμό του Φεβρουαρίου 2007. Το επίκεντρο του πάρκου είναι η κύρια βεράντα, που περιβάλλεται από έναν μακρύ πάγκο με τη μορφή ενός φιδιού της θάλασσας. Σκεπαστοί διάδρομοι, με κεκλιμένες αλλά ευθυγραμμισμένες κολώνες, απογειώνουν τη φαντασία των επισκεπτών. Η υπόστυλη αίθουσα με το δάσος από τις βαριές κολόνες να γέρνουν προς τα μέσα, αιχμαλωτίζουν τον επισκέπτη στην αρχή κατευθύνοντας το βλέμμα προς τα πάνω, στην οροφή, και αμέσως μετά, ωσάν μέσα από ένα παρατηρητήριο,  πέρα μακρυά, στον αχανή ορίζοντα του θαλασσινού κόλπου της πόλης, ύπερθεν των τειχών, των τρούλων και των στεγάστρων των υπόλοιπων δομών του συγκροτήματος.

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here