Πασχαλινό διήγημα

της Ελένης Σαραντίτη

Αγαπημένη μου κυρία Ευαγγελία

Υγείαν έχω και υγείαν δια σας επιθυμώ.

Είμαι καλά, Κυρία Ευαγγελία μου, δηλαδή τι καλά -καλάμια- αλλά τι να λέμε τώρα χρονιάρες μέρες.

Ξέστρωσα το τραπέζι, έπλυνα πιάτα και ποτήρια, κι άμα τελείωσα τη λάτρα, λέω ας πάρω να γράψω ένα γράμμα, να ξεσκάσω κι εγώ Πασχαλιάτικα, να πω δυο κουβέντες κι εγώ, βρε αδερφέ, μέσα από τα φυλλοκάρδια μου. ‘Ωχου και πώς να βαστάξω το μολύβι οπού έχουνε πρηστεί τα δάχτυλά μου -διακόσα δέκα διπλά χερούλια γάζωσα όλη μέρα, διακόσες δέκα τσάντες περάσανε από τα χέρια μου, γι’ αυτό. Και γι’ αυτό είναι έτσι άσχημα τα γράμματά μου. Και γιατί τα μάτια μου είναι θαμπά. Θαμπώσανε από τα δάκρυα.

Είδα όνειρο απόψε, κυρία Ευαγγελία μου, όνειρο καλό και τιμημένο, πως ήτανε Μεγάλη Βδομάδα, λέει, πρωί της Μεγάλης Πέμπτης, κι ετοιμάζαμε το σπίτι για την Ανάσταση, κι έτριβα, έτριβα το πάτωμα και τα χαλκώματα κι άμα σήκωνα τη μέση μου να ξεκουραστώ γύρναγα στην κονσόλα και μύριζα τις βιόλες και τα τριαντάφυλλα κι αυτά μοσκοβολούσαν και η μυρωδιά τους έμπαινε ως το μεδούλι μου. Οι μυρωδιές, κυρία Ευαγγελία μου, οι μυρωδιές είναι που δε μ’ αφήνουνε να ησυχάσω καθόλου. Μυρωδιές από αγγελικούλες, μυρωδιές από μυρτιές, από αγριόβιολες, μυρωδιές από κουλούρια και τσουρέκια -αχ, το μαχλέπι- μυρωδιές από το σπίτι μας, από το στάβλο μας, απ’ το περιβόλι μας, της εκκλησιάς η μυρωδιά, της θάλασσας …

Τι έλεγα πρωτύτερα… α, πως τάχα μύριζα τα λουλούδια που στολίζανε το μπακιρένιο βάζο της κονσόλας. ‘Εχωνα, λέει, τη μούρη μου κατάμεσα, βαθιά τους, και ρούφαγα, ρούφαγα το μοσκοβόλημά τους και μετά, ε, ξύπνησα. Κι απέ, ε, έκλαψα πολύ για να διασκεδάσω. Έκλαψα σιγά κι αμίλητα – τα παιδιά κοιμόντανε ακόμη κι ο Παναγιώτης αναδευότανε με παραμιλητό στον ύπνο του. Παραμιλάει συχνά στον ύπνο του ο Παναγιώτης. Πότε για τα δίχτυα, πότε για παραγαδόσπαγγους λέει, πότε μελετάει τη βάρκα μας, τη «Βγενιώ»,

Αχ, τη Βγενιώ μας, τη Βγενικούλα μας, που ‘ναι και ρημάζει στο κατώι του Σπυράγγελου, κλεισμένη, σκονισμένη, παντέρημη, ενώ της πρέπουνε θάλασσες και ήλιοι και καλαφατίσματα και μπογιατίσματα και πάλι ανοίγματα για τον κόλπο της Σάμης, κι εγώ ακουμπισμένη στα κάγκελα του Καραβόμυλου, ν’ αγναντεύω το γυρισμό της …

Στον τόπο μας τέτοιαν ώρα ανασταίνετε, και τ’ αναμμένα κεριά πλημμυράνε την πλατεία σαν κόκκινος ποταμός, και τα φιλιά και οι μοσκοβολιές από τις μάντρες δεν έχουν τέλος, μα εμείς εδώ στην ερημιά και στην καταδίκη μας δεν έχουμε έναν άνθρωπο να μας χτυπήσει την πόρτα, να του ανοίξουμε την πόρτα, να του πούμε «Χριστός Ανέστη» να μας πει «Αληθώς ο Κύριος».

Κι είναι σκοτεινιά και βουβαμάρα, και πηγαίνω στο παράθυρο και ζητάω λίγο ουρανό, την άκρη από ένα άστρο, μπας και παρηγορηθώ λιγάκι, μπας και ξεκρίνω λίγο θαλασσί από κείνο της Κεφαλονιάς, και ζυγώνω μα δε βλέπω τίποτα παρεκτός τ’ αντικρινά σπίτια βρώμικα, να στάζει η βρώμα από πάνω τους μα αυτά να μην τα μέλει και να ψηλώνoυv, να ψηλώνoυv, να μπήγovται θαρρείς στον ουρανό. Ποιόν ουρανό; Εδώ δεν είναι ουρανός, μη και δεν ύπαρχε ποτές, λέω ‘γω.

Ήτανε χρυσάφια κι ασήμια στ’ αυτιά μου οι καμπάνες του Αϊ – Γιάννη. Βάραγε η καμπάνα της Παναγίτσας από τη Σάμη, της απάνταγε η καμπάνα του Αϊ – Χαράλαμπου κι απέ αποκρινόντανε οι καμπάνες των Ταξιαρχών. Σκοτάδι αξεδιάλυτο μα πάνωθε χιλιάδες τ’ άστρα, χιλιάδες να σου φυλάνε τα βήματα και τις έγνοιες. Και ο Αϊ- Γιάννης μ’ ορθάνοιχτες πόρτες, στολισμένος με βιόλες, κάλλες και μυρτιές, ολόφωτος, και τα πρόσωπα όλα συγγενικά κι αγαπημένα, να σε κοιτάνε και να πρoσκυνάς την Ανάσταση, το Φως του Κόσμου που ανηφορίζει σα φλόγα προς τα ουράνια, και πιο κει ν’ αποθέτεις φιλί στα μεγάλα μάτια της άγιας μάνας, στο τρυφερό λαιμάκι του βλασταριού της. Και μετά να γυροφέρνεις τα μάτια, να τους βλέπεις όλους, όλους συναγμένους, αχ, και ν’ ανατριχιάζεις από ευχαρίστηση.

Ενώ τώρα πού να πάω; Είμαστε δω τέσσερις μήνες κι ούτε που ξέρω άλλο δρόμο απ’ του σπιτιού μας, μήτε περπάτησα σ’ άλλον από δαύτον του μαγαζιού. Νύχτα πηγαίνω, νύχτα έρχομαι. Κι εκεί, στο έμπα του δρόμου για το σπίτι μας, είναι το μπακάλικο. Κει μέσα μπαίνω για τα χρειαζούμενα. Το μαγαζί το ‘χει ένας Ιταλός, παχύς, γελαστός, με τριχωτές χερούκλες και με την κυρά του στο ταμείο. Άμα μπαίνω κoυvάνε το κεφάλι τους και μου γελάνε. Με γνωρίζουνε πια. «Γκρέκα», λένε, και μου κάνoυv χώρο να περάσω. Τα λεφτά μου μετρημένα. Λιγοστά τα ψώνια μου. Δε μιλάω. Δείχνω. Σάμπως νιώθω μια κουβέντα να τους πω; Έτσι, να πούμε, σαν τι κάνετε ή βρέχει πάλι απόψε. Και βαριόκαρδη και αμίλητη φεύγω. Τους κοιτάω όμως καλά- καλά. Θέλω να τους πω -θα με καταλάβουνε δίχως ν’ ανοίξω το στόμα μου – για τα παιδιά που θα ‘ρθούνε πεινασμένα και με βρεγμένα ρούχα απ’ το εργοστάσιο, για τον Παναγιώτη που όλο γυρνάει με πρησμένα, κατάμαυρα χέρια από το συνεργείο. Θα ‘θελα να τους πω, πως θα ‘χω αναμμένη τη μικρή ηλεκτρική σόμπα να ζεσταθεί το δωμάτιο, που είναι και κουζίνα και κάμαρη των παιδιών – ο Παναγιώτης κι εγώ πλαγιάζουμε δίπλα, στη σάλα που ‘ναι πιο ευρύχωρη και όμορφη μα κρύα, ψυγείο. Έτσι είπα και ταχτοποιηθήκανε τα παιδιά στα ζεστά και το ανθρώπεψα το δωμάτιο. Έβαλα ένα χώρισμα εκεί που ‘ναι τα κρεβάτια τους – ένα ωραίο λουλουδάτο ύφασμα- και γλάστρες, και δυο- τρεις φωτογραφίες. Τη φωτογραφία του τόπου μας, «Γενική άποψις του Καραβόμυλου» γράφει, και βλέπεις ψαράδικα, βλέπεις σπίτια και το καμπαναριό του Αϊ-Γιάννη να ξεχωρίζει ανάμεσά τους, και θάλασσα, θάλασσα πολλή, θάλασσα να την πιείς στο ποτήρι.

Κρέμασα ακόμα και τη φωτογραφία του γάμου μου -θυμάσαι, από το σπίτι σου έφυγα νυφούλα, κυρία Ευαγγελία μου- κι είμαι εγώ και δίπλα μου ο Παναγιώτης μες στην εκκλησιά, και με κρατάει αγκαζέ κι είμαστε κι οι δυο μας σοβαροί και σα να ντρεπόμαστε, και στο δεξί μου χέρι, που αστράφτει η βέρα η χρυσή, έχω και βαστάω την τσάντα μου. Θυμάσαι, μου ‘χες πει: «Όχι, βρε Ισμήνη κοπελίτσα μου, δεν κρατάνε τσάντα οι νύφες», μα εγώ που δεν είχα ξαναπιάσει τσάντα, δεν σ’ άκουσα και την πήρα. Στο ένα χέρι την απαλάμη τού Παναγιώτη και στ’ άλλο την τσάντα μου, γύρισα όλο το χωριό ποδαράτα μέχρι να φτάσω στην εκκλησιά. Πολύ τη χάρηκα την τσάντα μου εκείνη. Τώρα πια θα πάλιωσε μα θα ‘θελα να ξέρω τι να ‘χει γίνει …

Εδώ, σε τούτη τη γειτονιά, δεν έχει άλλους Έλληνες εξόν από εμάς. Δύσκολο να βρεις σπίτι σε τούτη την πόλη-θεριό. Κι έτσι μας πήρανε και μας κλείσανε δω μέσα, κι είμαι που λες, κυρία Ευαγγελία μου, σαν το πουλί που μαδιέται μες στο κλουβί του, σαν το πουλί που τ’ αρπάξανε στα ξαφνικά και από τους λόγγους και τις ρεματιές του βρέθηκε στα καλά καθούμενα φυλακισμένο. Θυμάται το πουλί τους κάμπους και τα δέντρα και το νερό της πηγής; Πως δε θυμάται. Κι εγώ θυμάμαι. Κι απόψε θυμάμαι πιο πολύ. Απόψε που ανασταίνεται ο Χριστός, που μοσκοβολάει το χαμομήλι, που ξυπνάνε κι αναδεύονται τα ζώα στα κατώγια. «Τι να ‘ναι, τι να τρέχει, πώς χτυπάνε έτσι οι καμπάνες, πώς λάμπει έτσι η γης», θα ρωτήσανε μεταξύ τους. «Τι, δεν το ξέρετε; Ανάσταση. Οι άνθρωποι γιορτάζουνε την Ανάσταση», θ’ αποκρίθηκε η αγραπιδιά σα νύφη ολόλευκη και καλοσυνάτη. «Την Ανάσταση! Την Ανάσταση!». Θα γέμισε φωνές ή νύχτα …

Φτιάχναμε που λες ταψιά μεγάλα -τα μπακιρένια ταψιά της μάνας σου- μεγάλα ταψιά κουραμπιέδες. Και κατιμάρια. Και σαμουσάδες. Και αποβραδίς, μετά την εκκλησιά, πιάναμε προζύμι για το λαμπρόψωμο. Και ντάκα – ντάκα ολημέρα στο χαβάνι να κοπανιέται το αμύγδαλο και το καρύδι. Και να βράζει το μέλι για το μέλωμα και να ξεχειλίζει και να χύνεται. Τότε πλημμυρούσε το σπίτι απ’ τη μοσκοβολιά του μελιού. Και της κανέλας που έβραζε μέσα του. Και από τ’ άνθια της πασχαλιάς πού ‘μπαιναν από τ’ ανοιχτό παράθυρο. Έπειτα βάφαμε τ’ αυγά -κόκκινα του αιμάτου- και τα περνούσαμε με λάδι να γυαλίσουνε. Τα τρίβαμε καλά- καλά ν’ αστράφτουν. Και στην εκκλησιά τα βράδια, πώς φούσκωνε η καρδιά μου, πώς θλιβόταν με το παράπονο Εκείνου, πως τρεμούλιαζε σαν τ’ αγιοκέρια.

Τη Μεγάλη Παρασκευή πρωί, νυχτούλια, βγαίνανε τα παιδιά στις γειτονιές. Κρατούσανε σταυρούς στολισμένους με κατακίτρινες μαργαρίτες. «Σήμερο μαύρος ουρανός…» άρχιζαν κελαϊδιστά. Μα η γης λουλουδιασμένη, μα ο αέρας φορτωμένος μυρωδιές, μα ο ουρανός ατλαζωτός και γαλανός, μα η θάλασσα να στραφτοκοπάει και τα καϊκια φρεσκοπλυμένα – ας έκλαιγε η καμπάνα, την Ανάσταση ομολογούσε όλος ο κόσμος.

Εμείς εδώ, τι να σ’ τα λέω, όλη μέρα κι ώσπου σκοτείνιασε στο τσαντάδικο. Πολλές γυναίκες. Γυναίκες νέες, κορίτσια, γριές γυναίκες. Άσπρες, μαύρες, κόκκινες, κίτρινες γυναίκες. Όλες οι φυλές της Γης ζαρώνουνε στριμωγμένες στις γωνιές τους να κόβουνε, να γαζώνουνε, να κολλάνε. Κι ο επιστάτης φέρνει βόλτες και κοιτάει μ’ αλύπητο μάτι. Τότες και να θέλεις δεν μπορείς μήτε τα χείλια σου να κουνήσεις. Όχι να μιλήσεις. Άσε που δεν ξέρεις. Που δεν κατέχεις τη γλώσσα τους για να κοιτάξεις τη μαυρούλα απέναντί σου, που ‘ναι γλυκά και καθαρά τα μάτια της, να την κοιτάξεις και να της πεις, «Ο Λεωνίδας μου έβηχε απόψε στον ύπνο του κι έχω μιαν έγνοια μη χειροτερέψει στο εργοστάσιο», ή «Πάρε έναν δικό σου κι ελάτε απόψε στο σπίτι μας, έλα να κάνουμε μαζί Ανάσταση». Ή να πεις, «Στον τόπο μου ασβεστώναμε μέχρι τα πεζοδρόμια, μέχρι τις πέτρες του δρόμου, και στις φρουτιέρες σωροί τ’ αυγά και τα κουλούρια». Μα δε μίλησα. Μα δε μου μιλήσανε. Κι έτσι απόλυσε το εργοστάσιο κι έτσι μόνη κι αμίλητη ξεπόρτισα. Οι άλλες σχολάγανε παρέες- παρέες. Έβρεχε κι έβρεχε κι έβρεχε. Και κρύο και μαυρίλα. Τίποτα δεν είναι καθαρό δω πέρα. Μαύροι οι δρόμοι και τα σκουπίδια σωροί στα πεζοδρόμια. Κι ακόμα πιο μαύρες οι μούρες των σπιτιών. Παλιογειτονιά. Τα παιδιά παίζουνε κοντά σε βαρέλια ξέχειλα απ’ τα σκουπίδια. Στον τόπο μας τα παιδιά φοράνε τα καινούρια λαμπριάτικα παπούτσια, βαστάνε τις λαμπάδες τους και περιμένοντας να χτυπήσουν οι καμπάνες καμαρώνουν.

Στου Ιταλού είχε κόσμο. Ψωνίζανε βιαστικά. Μιλούσαν δυνατά. Περίμενα ώρα να ‘ρθει η σειρά μου. Δεν ερχόταν. Κρύωνα και τα ρούχα μου στάζανε. Έφυγα. Ούτε που με προσέξανε. Θα περιμένανε στο σπίτι. Έξω στάθηκα. Μια ομάδα, μια μεγάλη παρέα από γυναίκες με αδιάβροχα και λουλουδιασμένα καπέλα, όρθιες μες στη βροχή, ψάλλανε. Είχανε τρομπέτες στα χέρια και κοκαλιάρικα μαραγκιασμένα μούτρα. Τραγουδούσανε. Ύμνους στο Θεό, μου φαίνεται. Ξένα λόγια. Ξένες φωνές. Χίλιες φορές ξένες μούρες. Και ο Θεός άφαντος. Έκλαψα.

 Ένα απόγεμα -είχαμε εικοσιοκτώ μέρες εδώ- ντύθηκα, χτενίστηκα, τύλιξα τα πιο αναγκαία και περίμενα τον Παναγιώτη να φανεί. «Θα φύγω», του ‘πα, «δεν κάνω άλλo…». Κι έμεινα. Τα παιδιά βλέπεις. Τα παιδιά. Μάλιστα το Σεπτέβρη θα πάνε σχολείo.

Τα βλέπω τώρα που κοιμούνται. Πώς κοιμούνται. Πόσο περήφανα. Πλέκουνε  τα όνειρά τους. Χαμογελάνε στον ύπνο τους. Κι εγώ κάθομαι εδώ να τα φυλάω, να τα θωρώ, κι εγώ κάθομαι και σου γράφω κι αφήνω την καρδιά μου να μιλήσει λιγάκι, κυρία Ευαγγελία μου, και να σε χαιρετήσει από την πολιτεία της Νέας Υόρκης τη νύχτα της Ανάστασης του 2014.-

Print Friendly, PDF & Email

11 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Σενάριο ταινίας μοιάζει το Πασχαλινό σου διήγημα Ελένη.
    Πώς αλλιώς να αμυνθεί η Ισμήνη, η νέα γυναίκα; Πώς θα ενταχθεί, στον αλλοτριωτικό κόσμο της ξενιτιάς. Υποτάσσεται στις δυνάμεις του καιρού της, που πολλές φορές μεταβάλλουν τις αξίες του πολιτισμού σε κερδοσκοπίες. Αγωνίζεται με υπομονή, για να μπορέσει να βρει το αληθινό νόημα της ζωής μέσα από την προσφορά στα αγαπημένα της πρόσωπα.
    Τα βράδια, στην εσχατιά της σκέψης βυθίζεται στην αλληλογραφία.
    Υπήρξε σωτήρια λύση, για πολλούς, επί πολλά χρόνια.

  2. Χριστός Ανέστη, Αθηνά μου! Τι ηλιόλουστη μέρα! Λαμπρή! «Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,/ κ’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα…»
    Ξέρω, και από τα βιβλία σου, και από τις κουβέντες μας, πόσο και πώς την ζήσατε-οικογενειακώς- την ξενιτιά. Πικρή, συχνά, μα ανθίζουν και λουλούδια, εκεί στα ξένα… Ας μην μπαίνω σε λεπτομέρειες, ‘μέρα σαν κι αυτή. Εξαίρετοι οι στοχασμοί σου. Έτσι γίνεται «στην εσχατιά της σκέψης», όπως γράφεις, (και τι ωραία έκφραση), «βυθίζεται στην αλληλογραφία…». Σε ευχαριστώ για το πολύ ωραίο και ευαίσθητο σχόλιο σου. Να είσαι καλά, ο καιρός γνέφει για ακρογιαλιές και ξέφωτα. Χρόνια πολλά, ειρηνικά, με χαμόγελα αγάπης.

  3. Χριστός Ανέστη, Αθηνά μου. Τι Λαμπρή και αυτή η σημερινή ημέρα! «Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη, κ’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα…». Σε ευχαριστώ για το σχόλιο σου. Που και ωραίο είναι, και αληθινό. Γνωρίζω πώς βιώσατε την ξενιτιά. Και από τα βιβλία σου και από τις κουβέντες μας. Όμως, βλέπεις, όλοι βλέπουμε, εκεί έξω στα ξένα, ανθίζουν και λουλούδια ευωδιαστά… Ας μην μπαίνω, μέρες ‘που ‘ναι, σε καημούς παλιούς που τελικώς μετατρέπονται σε ξεχωριστή δημιουργία… Ας είσαστε όλοι καλά. Και ας είναι το μήνυμα της Ανάστασης παρηγοριά για τους «Κοπιώντες. Και τους πεφορτισμένους…» Μακάρι για όλο τον κόσμο. Και του χρόνου, Αθηνά, φίλη μου.

  4. Τι δώρο απρόσμενο για την Πασχαλιά το γράμμα της Ισμήνης σου, Ελένη! Τι γλώσσα, τι δροσιά, πόσες εικόνες, πόσες μυρωδιές, πόση αλήθεια! Χρόνια πολλά, Ελένη μου, με γραψίματα συναρπαστικά και χαρές μεγάλες!

  5. Σκληρή, πικρή η ξενιτιά, βγάζει σε άλλους ανθό, σε άλλους αγκάθι, και τέτοιες μέρες όλα έρχονται στο φως. Πολύ ανθρώπινο, Ελένη μου, σ’ ευχαριστούμε…

  6. Λίλη μου, Χριστός Ανέστη! Να είσαστε όλοι καλά. Όλοι να είναι καλά και, τουλάχιστον, ας μεν απολείπει η ζωοποιός δύναμη, η ελπίδα. Μια μέρα ας ήτανε να μας πεις δυο από τα παραμύθια σου. Τις παραμυθίες όλοι τις έχουμε ανάγκη- περισσότερο οι μεγάλοι. Ναι, μεγαλώνουμε και ζητάμε απεγνωσμένα παραμύθια. Η εύνοια της ζωής-λέω εγώ τώρα, Λίλη μου και Φωτεινούλα μου- είναι ότι ευτυχήσαμε να έχουμε φίλες, καλές. Αγαπημένες. Η κάθε μια με το χάρισμα και με την προσφορά της. Δεν είναι λίγο να ζουν οι φιλίες ολόκληρες δεκαετίες. Και η αγάπη θέλει άσκηση. Φωτεινή μου, συμφωνώ, πως η ξενιτιά «Βγάζει σε άλλους ανθό, σε άλλους αγκάθι…». Οι άνθρωποι καμιά φορά είμαστε τόσο ευάλωτοι…
    Σας ευχαριστώ για τα σχόλια για την Ισμήνη που την είχα γνωρίσει (με άλλο όνομα, βέβαια) και την είχα αγαπήσει. Εντέλει, με τον καιρό, όταν τακτοποιήθηκαν τα παιδιά, γύρισε στον νησί με τον Παναγιώτη. Είχε γίνει τριανταφυλλιά ολάνθιστη η καλή, χρηστή γυναίκα… Η Ανάσταση με το φως της άνοιξης ας μπει εφέτος στις καρδιές του κόσμου… Σας ευχαριστώ, φίλες μου.

  7. Πόσο όμορφο, Ελένη μου το διήγημά σου! Με τη δική σου μαστοριά και τα δικά σου «υλικά».Για τη Λαμπρή και για την κάθε μέρα. Για τον κάθε έναν ξεχωριστά και για όλους. Τρυφερό και βαθιά ανθρώπινο , μας στρέφει προς τα μέσα, μας κάνει καλύτερους. Θερμές αναστάσιμες ευχές, αγαπημένη μας Ελένη. Ευχαριστούμε.

  8. Αγαπημένη μου Χριστίνα
    Χριστός Ανέστη! Χρόνια πολλά.
    Σε ευχαριστώ για το σχόλιο σου που -το ξέρω- είναι βγαλμένο από την καρδιά σου και εφόσον αυτές οι θείες μέρες είναι πιο φορτισμένες. Πάντα θα θυμάμαι το μυθιστόρημά σου «Πιάνεις χώμα» όπου η ζωή του μετανάστη είναι μισή καημός- μισή ελπίδα ή και το βιβλίο της Αθηνάς Μπίνιου «Η Λουκία και οι δυο πατρίδες της» στο οποίο η ξενιτιά είναι ακόμη πιο μακρινή, αν και όχι τόσο δυσβάσταχτη…
    «Ξενιτεμένο μου πουλί, ας ήσουν χελιδόνι
    να έρτης εις τη Νίσυρο να μου διαβούν οι πόνοι…
    Τ’ Άγιου Γιωργιού τάσσω κερί και του Χριστού λαμπάδα
    να φέρει το πουλάκι μου αυτή την εβδομάδα…»
    Χριστίνα μου, το άκουσες ποτέ στην δεύτερη σου πατρίδα; Το είχα ακούσει προ χρόνων. Το συγκράτησα. Το συνάντησα ξανά στο συλλογή «Τα δημοτικά τραγούδια της ξενιτιάς» της Σούλας Τόσκα – Κάμπα. Εκεί έχει σαν προμετωπίδα:
    Γαρύφαλο μη μαραθείς, ρόδο μου μη μαδήσεις
    κι εσ’ άσπρο γιασεμάκι μου, στα ξένα μην αργήσεις

    Και του χρόνου, Χριστίνα μου, με λιγότερους καημούς και πόνους για τους ανθρώπους, όπου γης.

  9. Eυχαριστώ, Ελένη μου για όλα αυτά που μου γράφεις… δεν το `χω ακούσει στη Νίσυρο το υπέροχο τραγούδι της ξενιτιάς. κάποια παραλλαγή, όμως, σίγουρα. Πόσο με συγκίνησε αυτό το «.. να έρτης εις τη Νίσυρο…»αυτό το «τ» στη θέση του «θ», μεγαλώνει τη συγκίνηση, τα κάνει όλα πιο βαθιά. Ναι έτσι μιλούν εκεί, στη δεύτερη πατρίδα μου, την πιο αγαπημένη. Να είσαι καλά να μας τα λες και να μας τα γράφεις. Να είσαι καλά να μας μαθαίνεις… Φιλιά αγάπης

  10. Πρωτομαγιά διαβάζω τούτο το διήγημα, και γίνεται όλος ο κόσμος μαργαρίτες που σβήνουν κάτω από μαύρο ουρανό… Βλέπω τους Ιταλούς στη γωνία, και εκατοντάδες τσάντες να πετάνε σαν τις πεταλούδες και να φεύγουν… Καλό μήνα Μάη για όλους … όλους … και προπαντός στους ξενιτεμένους! Καλό μήνα έξοχη Ελένη Σαραντίτη!

  11. Καλό μήνα, φίλη Αργυρώ, σε όλους καλό μήνα. Ναι. Και στους ξενιτεμένους. Και στους πληγωμένους από την ξενιτιά. Πώς λέει το τραγούδι (από το Κιλκίς) για την γυναίκα του ξενιτεμένου; «Να φέρεις κι ασημόκουπα να σε κερνώ να πίνεις/ Εσύ να πίνεις το κρασί κι εγώ να λάμπω μέσα./ Να λάμπ’ ο ήλιος το πρωί, να λάμπ’ το μεσημέρι.»
    Αργυρώ μου, σε ευχαριστώ για το σχόλιο. Το τίμησες το διήγημα, τίμησες και την Ισμήνη. Τις ξενιτεμένες όλου του κόσμου. Σε ευχαριστώ και για το προηγούμενο σχόλιο- αν το θυμάσαι. Μακάρι να συναντηθούμε. Προς το παρόν, σου εύχομαι με αγάπη, και του χρόνου. Με χαρά και ελπίδες.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here