Της ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ

ζωγράφου
Μια φορά το μήνα γινόταν κι αυτό. Όχι σπουδαία πράγματα. Μέχρι την πλατεία Όθωνος, άντε και παλιότερα μέχρι το Ψαλίδι, εκεί που ήταν κάποτε τα ανθρακωρυχεία. Τα παπουτσάκια, την τιμητική τους. Ε, καλύτερα να σε πηγαίνουν σ΄αυτή την ψευτοεκδρομή, παρά σπίτι σχολείο σχολείο σπίτι. Μπαίναμε στη σειρά δυάδες, και χεράκι χεράκι προχωρούσαμε τραγουδώντας το ήταν ένα μικρό καράβι, τον μπάρμπα Μπρίλιο ή το κοκοράκι. Και δώσ’ του να ξελαρυγγιζόμαστε τα κορίτσια «που ήταν σαν βασίλισσες» και τ’ αγόρια να γκαρίζουν για να ακουστεί πιο δυνατά το δικό τους για εμάς «που ήταν σαν σκυλόψαρα».
Σε δεκαπέντε λεπτά είχαμε φτάσει. Κάποτε ήταν το περίπτερο του Όθωνα εκεί και στεκόντουσαν οι Βαυαροί για ένα ποτό όταν κουραζόντουσαν από την πολλή ιππασία, έτσι λέγαν οι παππούδες στα καφενεία. Μια πλατεία στρογγυλή όλο πεύκα, με μια τσουλήθρα, ένα μύλο για γύρω γύρω, δυο τραμπάλες και δυο κούνιες· η μία με τέσσερεις μικρές κουνίτσες και αλυσιδάκια ασφαλείας για τους μικρούς, και η άλλη με τρεις κούνιες από χοντρή σανίδα για τους πιο μεγάλους. Αφού στεκόμασταν όλοι στην ουρά για λίγη κούνια, που, σιγά, μπορούσαμε να πάμε όποτε θέλαμε εκτός σχολείου και να τις βρούμε άδειες, σε λίγα λεπτά τις παρατάγαμε κι αρχίζαμε άλλα παιχνίδια· κρυφτό, μήλα, κουτσό και κυνηγητό, το καλύτερο.
Και ξαφνικά, «Ναι, το είδα, το είδα, το είδα!», φωνάζει ο Αχιλλέας, το αγόρι με τα κόκκινα μαλλιά. «Πίσω απ’ το παράθυρο. Και ξαναμπήκε μέσα! Φάντασμα, φάντασμα!»
Απέναντι απ’ την πλατεία βρισκόταν μια μισογκρεμισμένη βίλα. Μπαίναμε για σύκα το καλοκαίρι, είχε κι αμύγδαλα και σταφύλια ακόμη. Πριν ερημώσει θα ήταν πολύ όμορφη. Βεράντα στολισμένη με μαρμάρινα κολονάκια, είσοδος βαριά με δύο ανοίγματα, ένα για κάθε φύλλο, και τα κάγκελά τους σαν λουλούδια. Τα παράθυρα μεγάλα και ψηλά με στολίσματα γύρω γύρω. Τώρα έχασκαν τα παντζούρια ανοιχτά και κρεμασμένα, και κανείς δεν γνώριζε τι γινόταν εκεί μέσα.
«Σσσς…» τους λέω. «Για να το ξαναδούμε, δεν πρέπει να μας καταλάβει. Ούτε αυτό, ούτε οι δάσκαλοι». Εμείς οι πέντε-έξι που δείξαμε ενδιαφέρον, και ο Αχιλλέας μαζί, αρχίσαμε να πλησιάζουμε όσο γινόταν πιο κοντά, χωρίς να βγούμε απ’ την πλατεία. Και περιμέναμε σιγοκουβεντιάζοντας. Πράγματι, σε λίγο βγήκε ένα σκελετωμένο χέρι και προσπαθούσε να κλείσει το κρεμασμένο παντζούρι, πράγμα αδύνατον. Το τράβηξε λίγο ωστόσο. Κόκκαλο εμείς. Ο Αχιλλέας επιβεβαιώθηκε. «Και ήταν γκρι το χέρι!» «Καλέ, τι γκρι, πράσινο ήταν!».
Παίρνουμε την απόφαση με τον Αχιλλέα. Πάμε στο δάσκαλο, τον πατέρα του Γιάννη. «Κύριε Γιώργο, ο Αχιλλέας πείνασε. Να πάμε εδώ στο περίπτερο να πάρουμε μια σοκολάτα;». Ο δάσκαλος ήταν καθισμένος στην άκρη της πλατείας μαζί με τη στριμμένη και άλλη μια δασκάλα καινούργια και κάπνιζε. Μα τι έγινε η καλή κυρία Βέτα, σκέφτηκα, συχνά το σκεφτόμουν. «Να πάτε, θα σας κοιτάζω από εδώ. Και γρήγορα πίσω». Το περίπτερο ήταν λίγο πιο μακριά. Βγαίνουμε, προσπαθώντας στο δρόμο να πλησιάσουμε τη βίλα όσο γινόταν περισσότερο. Κι εκεί, το ακούσαμε και οι δύο· ένα «αχ…» που μας έκανε να τρέμουμε και πιαστήκαμε απ’ το χέρι και το βάλαμε στα πόδια σαν παλαβοί. «Περίμενε», του λέω. «Εδώ δεν μας βλέπει». Κι τη στήσαμε ανάμεσα από τα φύλλα της συκιάς που ήταν ακόμη πολλά και άλλαζαν χρώμα τώρα το φθινόπωρο και μπέρδευε το μάτι. Το χέρι ξαναβγήκε, το «αχ…» ξανακούστηκε. Το «φάντασμα» ήταν ταλαιπωρημένο. Αποφασίζουμε να πάρουμε τη σοκολάτα και στο γυρισμό να την αφήσουμε στο πεζούλι. «Σίγουρα θα πεινάει», είπαμε.
Λίγο πριν το περίπτερο, ένα χαρτάκι εξείχε απ’ το χώμα. Σκάβω λίγο με το παπουτσάκι το μαύρο, το γνωστό. Αμάν! Ένα ολόκληρο πενηντάρικο! Χάρτινο, μισοσκισμένο και τσαλακωμένο, αλλά πενηντάρικο, γαλανό πενηντάρικο! Κάνουμε μαζί την ανασκαφή. Δεν προλαβαίνουμε να το ξετσαλακώσουμε, να το χαρούμε, να σκεφτούμε τι θα κάνουμε και να, απλωμένη η τεράστια παλάμη του δάσκαλου. «Μπράβο σας, παιδιά. Για το ταμείο του σχολείου μας που δεν έχουμε ούτε κιμωλίες να πάρουμε. Μπράβο».
Πάμε με τον Αχιλλέα στο περίπτερο. Πίσω μας ο δάσκαλος. Παίρνουμε τη σοκολάτα, απομακρυνόμαστε λίγο, κοιτάμε. Αλίμονο, δίνει το πενηντάρικο, παίρνει δυο πακέτα Σαντέ, κουδούνισαν τα ρέστα στην τσέπη του. «Πηγαίνετε πίσω», φωνάζει αυστηρά. «Ένα μπράβο σας είπα και κάνετε ό,τι σας έρθει».
Συντετριμμένοι ανοίγουμε τη σοκολάτα με τον Αχιλλέα, να βρούμε το χαρτάκι. Η Νταίζη Ντακ. Ωραίο χαρτί, σπάνιο, πάλι καλά. Πλησιάζουμε στο φάντασμα. Άδειο το παράθυρο. Αφήνουμε τη σοκολάτα στη μάντρα, κάνουμε κι ένα «αχ» μήπως μας ακούσει. Γυρίζουμε στα άλλα παιδιά. Σιγά σιγά, βγήκε. Τον είδαμε όλοι. Ένας άντρας κουρελής, με γκρίζα γένια. Πήρε τη σοκολάτα και ξανατραβήχτηκε μέσα. Όταν χάθηκε και η τελευταία άκρη του ρούχου του απ’ την όμορφη πόρτα, πέρασε κι ο δάσκαλος τρώγοντας μια τεράστια αφράτη τυρόπιτα.
«Βρε πόσα γλειφιτζούρια χάσαμε», μουρμουρίζει ο Αχιλλέας. Μόλις κατάπιε ο δάσκαλος την τελευταία μπουκιά, σφύριξε να φύγουμε.
Print Friendly, PDF & Email

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Μου άρεσε πολύ, Φωτεινή «Το φάντασμα και η σοκολάτα στη μάντρα». Ήταν μια έκπληξη ΄χθες αργά που το είδα. Έχει μια ατμόσφαιρα που χάθηκε πια. Και μιλώ για ένα κείμενο τέλειο: τρυφερό και αθώο, και μάτια παιδικά που, όμως, ξέρουν να ξεχωρίζουν το ψεύτικο και το αρπακτικό, ξέρουν και να συμπονούν.
    Είναι να απορείς σ’ αυτή τη μια σελίδα, πόσα συνυπάρχουν και με πόση απλότητα είναι γραμμένα. Να σε συγχαρώ, αισθαντική και ταλαντούχα, ασώπαστη φίλη μου, και να σου ευχηθώ τα ωραιότερα και πολυτιμότερα…

    • Πολλά και ωραία μου λές, καλή μου, για μία ιστοριούλα τόση δα, που φρόντισε και στάλαξε στις ψυχούλες της παρέας μας τότε. Πολύ σ΄ ευχαριστώ που μπήκες στην παρεούλα μας, πολύ, και για τα καλά λογάκια!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here