Ένα μεσαιωνικό κείμενο του Γιώργου Παναγιωτάκη για τον Κυριάκο Μητσοτάκη και την Covid-19

Τω καιρώ εκείνω, ο μάγιστρος Κυριάκος είχε κυριολεκτικώς απηυδήσει. Διότι αν και επανειλημμένως είχε μηνύσει στους υπηκόους του να συμμορφωθούν, εκείνοι εκεί, το τροπάριόν τους. Έκοβαν ολημερίς βόλτες, πότε για παροχή βοηθείας, πότε για σωματική άσκηση, πότε δια τες εργασίες τους. Που σιγά πια, τι θα πάθαιναν αν δεν εδούλευαν για καμιά δεκαπενταριά μήνες; Με ετούτα και με εκείνα, ο Κόβιντος, ο τρομερός ο δράκοντας, οίον ο Κυριάκος είχε κατανικήσει δις (την άνοιξη και το φθινόπωρο) δεν κύρτωνε οριστικώς τη ράχη του, μα συνέχιζε να σκορπά τον όλεθρο στο Θέμα της Ελλάδος.

Και ο Κυριάκος εκάλεσε τους Αρίστους του σε σύνοδο βραδινή, δια να μην συμπέσει με τα σκολειά και τα παίξει το ουέμπεξ. Και εσυνάχτηκε εκεί το άνθος της ιπποσύνης. Από τον Χαρδαλιάν τον Αψίκορο μέχρι τον Άδωνιν Βουμβούκον. Και από τον Χρυσοχοΐδη τον Αγέρωχον, μέχρι την Ιεράν Μενδόνη. Άπαντες εμπρός σε βιβλιοθήκες ανέγγιχτες και ντυμένοι με τους καλούς τους μανδύες και από κάτω πιτζάμα.

Και ο Κυριάκος έμεινε για λίγο αμίλητος και τους θαύμαζε, ωσάν τον Μωυσή όταν θαύμαζε τις δέκα πληγές του φαραώ. Και οι Άριστοι ανησύχησαν μήπως και τους ξεφουρνίσει κανέναν ανασχηματισμό, χρονιάρες ημέρες. Και άρχισαν να πέμπουν μηνύματα μέσω βάιμπερ και να τα χώνουν ο εις στον άλλον. Μα ο Κυριάκος εκούνησε την κεφαλήν και τους είπε:

«Μην φοβάστε, Άριστοί μου και δε σκοπεύω να σας σουτάρω. Θέλω μονάχα να σας ανακοινώσω την απόφασίν μου: Θα πάγω να βρω τον Κόβιντο και να τον φονεύσω. Λένε ότι τις Κυριακές τριγυρνά στα ρουμάνια της Πάρνηθας».

Και άπαντες εχλόμιασαν και άρχισαν να τρέμουν. «Ετούτο που πας να κάμνεις είναι πολλά επικίνδυνο» του είπαν. «Τόσοι τρόποι υπάρχουν να πολεμήσουμε τον Κόβιντο. Γιατί, επί παραδείγματι, δεν μοιράζουμε λίγα ακόμη χρήματα εις τα κανάλια; Γιατί δεν την πέφτουμε μία ακόμη φορά στους Συριζαίους. Όλο και κάποια μαλακίαν θα έχουν κάνει ώστε να το αξίζουν».

«Όχι, Άριστοί μου. Τα δοκιμάσαμε αυτά και ο Κόβιντος είναι ακόμη ζωντανός. Θα πάγω. Πίριοντ».

«Θα ερχόμουν και εγώ μαζί σου» είπε τότε ο Χρυσοχοΐδης ο Αγέρωχος. «Αλλά έχω κανονίσει με τους πραιτοριανούς μου να πάμε να χαλάσουμε ανθοδέσμες»«Και εγώ θα ερχόμουν» είπεν ο Άδωνις, «αλλά έχει ξηλωθεί το νανογιλέκο της πανοπλίας μου και πρέπει να το φτιάξω»«Σάματις εγώ δεν θα ερχόμουν;» είπε και ο Κικίλιας ο Χασοκαλάθης. «Όμως είπαμε με την Ευγενία να στολίσουμε το δένδρο. Και μονάχα εγώ φτάνω δια να βάλω το αστέρι».

«Μη χολοσκάτε, γενναίοι μου» είπε συγκινημένος ο Κυριάκος. «Θα με συντροφεύσει η αρχόντισσα Μαρέβα. Μόν’ απαντήστε μου σε τούτο: Τι κωδικό να βάλουμε; Το έξι μας καλύπτει;»

 «Δίχως αμφιβολία!» απήντησε ο Χαρδαλιάς ο Αψίκορος. «Το κυνήγι του δράκου θεωρείται σωματική άσκηση».

 «Μήπως όμως η Πάρνηθα κείται μακράν και παραβούμε τον νόμον;» επέμεινε ο Κυριάκος.

Και ο Χαρδαλιάς αναστέναξε και είπε: «Ετούτο ουδείς το γνωρίζει με βεβαιότητα, άρχοντά μου. Λογικά δεν θα έχετε πρόβλημα. Εκτός βέβαια αν πέσετε σε κανένα στραβόξυλο».

«Ας είναι» είπεν ο Κυριάκος. «Θα το αποτολμήσουμε και ό,τι βγει».

Και έφτασε η Κυριακή. Και ο μάγιστρος με την αρχόντισσα φόρεσαν τις αντιιδρωτικές τους πανοπλίες και κίνησαν πάνω στα λαφριά τους άτια. Και απ’ όπου περνούσαν ο κόσμος έβγαινε και τους έραινε με αντισηπτικό. Και κάλυψαν γλήγορα την απόσταση μέχρι το όρος και εισχώρησαν βαθιά στο πυκνό ρουμάνι. Και περιπλανήθηκαν για ώρες, ώσπου άκουσαν τους βρυχηθμούς του Κόβιντου. Και έσπευσαν κατά κει δια να τον φονεύσουν. Μα τότε ξεπρόβαλαν μπρος τους πέντε θεόρατοι ιππότες και τους έκλεισαν τον δρόμο.

«Ποιοι είστε;» ζήτησε να μάθει ο Κυριάκος. «Κάμετε ευθύς στην άκρη δια να διαβούμε!»

«Είμαστε οι ιππότες που λένε νι» είπαν εκείνοι και άρχισαν να μαρσάρουν άγρια μέσα στον δρυμό. «Και για να σας αφήσουμε να διαβείτε θα πρέπει πρώτα να κάμετε δύο ανδραγαθήματα. Εσύ…» -και έδειξαν την Μαρέβαν- «θα τιθασεύσεις ένα άτι μεγάλου κυβισμού. Και εσύ…» και έδειξαν τον Κυριάκον- «θα βγάλεις μαζί μας μίαν αναμνηστική πόζαν, ώστε να αποδείξεις πως είσαι ανθρώπινος».

«Μα μέχρι να γίνουν όλα ετούτα, ο Κόβιντος θα έχει αποδράσει!» διαμαρτυρήθηκε ο Κυριάκος.

Όμως οι ιππότες που έλεγαν νι άρχισαν πάλι τα φριχτά τους μαρσαρίσματα, κωφεύοντας στις παρακλήσεις και τες απειλές. Και η Μαρέβα τιθάσευσε το άτι. Και ο Κυριάκος έβγαλε την πόζα. Μα μέχρι να γίνουν αυτά, ο Κόβιντος είχεν αποδράσει. Και όσο και αν έψαξαν στο δάσος δεν τον βρήκαν. Και ο ήλιος έδυσε. Και η ώρα κόντευε πια εννιά και ο Κυριάκος με τη Μαρέβα επέστρεψαν στο παλάτι δια να μην φάνε κανένα πρόστιμο. Και ο Κυριάκος κάλεσε ξανά τους Αρίστους του και τους πρόσταξε να εφαρμόσουν ευθύς το πλαν μπι. Ήγουν, να την πέσουν στους Συριζαίους. Διότι όλο και κάτι θα είχαν κάνει για να το αξίζουν.

Και έτσι κυλούσαν οι μέρες της πανδημίας στο Θέμα της Ελλάδος.

Από athensvoice

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here