Το επιούσιο ποίημα – George Oppen, Of Being Numerous (25-28)

George Oppen γεννήθηκε το 1908 στη Νέα Υόρκη κι είναι γνωστός ως ένα από τα μέλη του Αντικειμενισμού. Για τη συλλογή με τo Of Being Numerous του απονεμήθηκε το βραβείο Pulitzer (1969). Θα ανέβει ολόκληρο το ποίημα μέσα στις επόμενες ημέρες (4 ενότητες ανά ημέρα).

O Αντικειμενισμός (Objectivism) αποτελείτο μία χαλαρή ομάδα μοντερνιστών ποιητών δευτέρας γενεάς, κυρίως Αμερικανών, επηρεασμένων -μεταξύ άλλων- από τον Ezra Pound και τον William Carlos Williams. Βασικές αρχές τους, όπως διατυπώνονται από τον Louis Zukofski, ήταν η αντιμετώπιση του ποιήματος ως αντικειμένου και η έμφαση στην ειλικρίνεια, την ευφυΐα και την ικανότητα του ποιητή να δει με διαύγεια τον κόσμο. Αν και η ονομασία του κινήματος είναι όμοια με τη σχολή φιλοσοφίας του Ayn Rand, τα δύο δεν σχετίζονται. To κίνημα έχει τις ρίζες του στον εικονισμό, ιδίως μέσω της σχέσης που αναπτύχθηκε μεταξύ του Zukofski και του Pound. Απέκτησε την ονομασία του, όταν οι ιδρυτές του αναγκάστηκαν να του δώσουν ένα όνομα το 1931.

Του να Είμαστε Πολυάριθμοι

25

Αλλόκοτο τ’ ότι οι νεώτεροι που ξέρω
Ζούνε στα παλαιότερα κτήρια

Διάσπαρτοι στην πόλη
Στα σκοτεινά δωμάτια
Του παρελθόντος ⸺ κι οι εμιγκρέδες,

Τα μαύρα
Ορθογώνια κτήρια
Των εμιγκρέδων.

Είναι τα τέκνα της μεσαίας τάξης.

«Τ’ αγνά προϊόντα της Αμερικής ⸺»

Επενδύοντας
Τ’ αρχαία κτήρια
Αλληλοσπρώχνονται

Στο μισοξεχασμένο, εκείνη την αργοκίνητη δουλειά.
Αυτό το Σινικό Τείχος.

26

Φέρνουν τον ιθαγενισμό
Σε μια κατάληξη
Αυτοκτονίας.

Θέλουμε να υπερασπιστούμε
Τον περιορισμό
Και δεν γνωρίζουμε πώς.

Ανόητο να πούμε απλώς
Ότι οι ποιητές δεν πρέπει να διάγουν τον βίο τους
Ανάμεσα σε ποιητές,

Έχουν απολέσει την μεταφυσική διαίσθηση
Του μέλλοντος, αισθάνονται τον εαυτό τους
Ως το τέλος μιας αλυσίδας

Ζωών, μοναδικών ζωών
Και γνωρίζουμε ότι οι ζωές
Είναι μοναδικές

Και δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε
Το μεταφυσικό
Που πάνω του στηρίζονται

Τα όρια
Των αποστάσεών μας.
Θέλουμε να πούμε

«Κοινή λογική»
Κι αδυνατούμε. Εμμένουμε

Σ’ αυτήν την άρνηση
Του θανάτου που ασφαλτόστρωσε τις πόλεις,
Ασφαλτόστρωσε τις πόλεις

Γενεές
Επί γενεών και το πεζοδρόμιο

Είναι σιχαμερό σαν τους διαδρόμους
Της αστυνομίας.

Πώς να γνωρίσει κανείς μια γενιά, μια νέα γενιά;
Όχι από την πάχνη πάνω τους! Όπου η γη είναι πιότερο ξεσκισμένη
Και οι πληγές αφρόντιστες και οι φωνές συγκεχυμένες,
Εκεί είναι η κεφαλή της κινούμενης στήλης

Όσοι δεν καταφέρουνε να βρούνε
Τη γενιά τους
Μαραζώνουν στα θεραπευτήρια

Και στις αποθήκες των προμηθειών, προμηθεύοντας
Ακατάλληλα αντικείμενα.
Λάμπες των δρόμων φωτίζουν τα παρκαρισμένα αμάξια
Σταθερά στην ξάστερη νύχτα

Αληθεύει, η μεγάλη ορυκτή σιγή
Δονείται, βουίζει, μια διαδικασία
Που ολοκληρώνει τον εαυτό της

Στην οποία οι υαλοκαθαριστήρες
Των αμαξιών είναι ορατοί.

Η δύναμη του νου, η
Δύναμη και βαρύτητα
Του νου που
Δεν επαρκεί, είναι το τίποτα
Και κάνει το τίποτα

Ενάντια στον φυσικό κόσμο,
Μεγαθήριο, άσπρη φάλαινα, τέρας
Θα πουν και λιγότερο από τέρας,
Ο μοιραίος βράχος

Που είναι ο κόσμος ⸺

Ω αν οι δρόμοι
Φαίνονται αρκετά φωτεινοί,
Δίπλωμα και πάλι δίπλωμα
Της κατοίκησης…

Ή αν βλέπεις μέσα σε νερό
Καθαρά τα βοτσαλάκια
Της παραλίας
Μέσα στο νερό, να ρέουν
Από το ρυτίδιασμα, πεντακάθαρα
Όσο ήταν πάντα

Είναι δύσκολο τώρα να μιλάς για ποίηση ⸺

Για κείνους που έχουνε αναγνωρίσει το φάσμα της επιλογής ή κείνους που έχουν ζήσει μέσα στη ζωή οπού γεννήθηκαν ⸺. Δεν είναι επακριβώς ένα ερώτημα βαθύτητας σκέψης αλλά μια διαφορετική κατηγορία εμπειρίας. Θα ‘πρεπε κανείς να πει τι συμβαίνει σε μια ζωή, ποιες επιλογές εμφανίζονται, τι μας είναι ο κόσμος, τι συμβαίνει εν χρόνω, ποια σκέψη είναι στην ρότα της ζωής και άρα τι ‘ν’ η τέχνη, και η απομόνωση του πραγματικού

Θα ήθελα να μιλήσω για δωμάτια και για το τι κοιτούν προς τα έξω και για υπόγεια, τους τραχείς τείχους που κουβαλάνε τα σημάδια των μορφών, τα παλιά σημάδια ξύλου στο τσιμέντο, τόση μοναξιά όπως γνωρίζουμε ⸺

Και για τα σκουπισμένα δάπεδα. Κάποιος, ένας εργάτης αντέχοντας τον εαυτό του, συναισθανόμενος για τον εαυτό του εκείνη την ιδιότροπη λέξη όπως μια ατιμασμένη πατρότητα έχει σκουπίσει τούτο το μονήρες πάτωμα, τούτο το βαθύτατα κρυμμένο πάτωμα ⸺ τόση μοναξιά όπως γνωρίζουμε.

Κανείς δεν πρέπει να ‘ρθει να αισθανθεί ότι έχει χίλιες κλωστές στα χέρια του,
Πρέπει κάπως να διακρίνει ένα πράμα•
Αυτό είναι το επίπεδο της τέχνης
Υπάρχουν κι άλλα επίπεδα
Μα δεν υπάρχει άλλο επίπεδο της τέχνης

28

Το φως
Κλειστών σελίδων, σφιχτά κλεισμένων, συμπιεσμένων μεταξύ τους
Αποκαλύπτει την καινούργια μέρα,
Το στενό, τρομακτικό φως
Πριν από μιαν ανατολή.

 

(Υπεύθυνος της καθημερινής σειράς «Το επιούσιο ποίημα» ο Δημήτρης Μαύρος. Όπου δεν αναφέρεται ο μεταφραστής, η μετάφραση είναι δική του. Ο Δημήτρης Μαύρος γεννήθηκε το 1996 στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του Ποιητικού Εργαστηρίου του Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος και φοιτητής της Φιλολογίας Αθηνών.)

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here