Το επιούσιο ποίημα – Ezra Pound, Canto II

Ο Έζρα Ουέστον Λούμις Πάουντ (Ezra Weston Loomis Pound, 30 Οκτωβρίου 1885 – 1 Νοεμβρίου 1972) ήταν Αμερικανός ποιητής και δοκιμιογράφος. Μαζί με τον Τ.Σ. Έλιοτ θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές του αγγλοαμερικανικού λογοτεχνικού ρεύματος του μοντερνισμού.

Τα γνωστότερα έργα του είναι το Hugh Selwyn Mauberley (1920) και το ανολοκλήρωτο επικό έργο, The Cantos (1917–1969). Πέθανε στην Βενετία την 1η Νοεμβρίου 1972.

Πληροφορίες για το Canto που ακολουθεί, καθώς και για άλλα, μπορούν να βρεθούν, μεταξύ πολλών άλλων, εδώ.

[Να σημειωθεί ότι η μορφή του κειμένου εμφανίζεται παρηλλαγμένη. Συγκεκριμένα, πολλοί στίχοι δεν ξεκινούν από την αρχή της εκάστοτε γραμμής και προηγείται μία εσοχή η οποία δεν μπορεί να αποδοθεί εδώ.]

CANTO II

HANG it all, Robert Browning,
there can be but the one «Sordello.»
But Sordello, and my Sordello?
Lo Sordels si fo di Mantovana.
So-shu churned in the sea.
Seal sports in the spray-whited circles of cliff-wash,
Sleek head, daughter of Lir,
eyes of Picasso
Under black fur-hood, lithe daughter of Ocean;
And the wave runs in the beach-groove:
«Eleanor, ἑλέναυς and ἑλέπτολις!»
And poor old Homer blind, blind, as a bat,
Ear, ear for the sea-surge, murmur of old men’s voices:
«Let her go back to the ships,
Back among Grecian faces, lest evil come on our own,
Evil and further evil, and a curse cursed on our children,
Moves, yes she moves like a goddess
And has the face of a god
and the voice of Schoeney’s daughters,
And doom goes with her in walking,
Let her go back to the ships,
back among Grecian voices.»
And by the beach-run, Tyro,
Twisted arms of the sea-god,
Lithe sinews of water, gripping her, cross-hold,
And the blue-gray glass of the wave tents them,
Glare azure of water, cold-welter, close cover.
Quiet sun-tawny sand-stretch,
The gulls broad out their wings,
nipping between the splay feathers;
Snipe come for their bath,
bend out their wing-joints,
Spread wet wings to the sun-film,
And by Scios,
to left of the Naxos passage,
Naviform rock overgrown,
algæ cling to its edge,
There is a wine-red glow in the shallows,
a tin flash in the sun-dazzle.

The ship landed in Scios,
men wanting spring-water,
And by the rock-pool a young boy loggy with vine-must,
«To Naxos? Yes, we’ll take you to Naxos,
Cum’ along lad.» «Not that way!»
«Aye, that way is Naxos.»
And I said: «It’s a straight ship.»
And an ex-convict out of Italy
knocked me into the fore-stays,
(He was wanted for manslaughter in Tuscany)
And the whole twenty against me,
Mad for a little slave money.
And they took her out of Scios
And off her course…
And the boy came to, again, with the racket,
And looked out over the bows,
and to eastward, and to the Naxos passage.
God-sleight then, god-sleight:
Ship stock fast in sea-swirl,
Ivy upon the oars, King Pentheus,
grapes with no seed but sea-foam,
Ivy in scupper-hole.
Aye, I, Acœtes, stood there,
and the god stood by me,
Water cutting under the keel,
Sea-break from stern forrards,
wake running off from the bow,
And where was gunwale, there now was vine-trunk,
And tenthril where cordage had been,
grape-leaves on the rowlocks,
Heavy vine on the oarshafts,
And, out of nothing, a breathing,
hot breath on my ankles,
Beasts like shadows in glass,
a furred tail upon nothingness.
Lynx-purr, and heathery smell of beasts,
where tar smell had been,
Sniff and pad-foot of beasts,
eye-glitter out of black air.
The sky overshot, dry, with no tempest,
Sniff and pad-foot of beasts,
fur brushing my knee-skin,
Rustle of airy sheaths,
dry forms in the æther.
And the ship like a keel in ship-yard,
slung like an ox in smith’s sling,
Ribs stuck fast in the ways,
grape-cluster over pin-rack,
void air taking pelt.
Lifeless air become sinewed,
feline leisure of panthers,
Leopards sniffing the grape shoots by scupper-hole,
Crouched panthers by fore-hatch,
And the sea blue-deep about us,
green-ruddy in shadows,
And Lyæus: «From now, Acœtes, my altars,
Fearing no bondage,
fearing no cat of the wood,
Safe with my lynxes,
feeding grapes to my leopards,
Olibanum is my incense,
the vines grow in my homage.»

The back-swell now smooth in the rudder-chains,
Black snout of a porpoise
where Lycabs had been,
Fish-scales on the oarsmen.
And I worship.
I have seen what I have seen.
When they brought the boy I said:
«He has a god in him,
though I do not know which god.»
And they kicked me into the fore-stays.
I have seen what I have seen:
Medon’s face like the face of a dory,
Arms shrunk into fins. And you, Pentheus,
Had as well listen to Tiresias, and to Cadmus,
or your luck will go out of you.
Fish-scales over groin muscles,
lynx-purr amid sea…
And of a later year,
pale in the wine-red algæ,
If you will lean over the rock,
the coral face under wave-tinge,
Rose-paleness under water-shift,
Ileuthyeria, fair Dafne of sea-bords,
The swimmer’s arms turned to branches,
Who will say in what year,
fleeing what band of tritons,
The smooth brows, seen, and half seen,
now ivory stillness.

And So-shu churned in the sea, So-shu also,
using the long moon for a churn-stick…
Lithe turning of water,
sinews of Poseidon,
Black azure and hyaline,
glass wave over Tyro,
Close cover, unstillness,
bright welter of wave-cords,
Then quiet water,
quiet in the buff sands,
Sea-fowl stretching wing-joints,
splashing in rock-hollows and sand-hollows
In the wave-runs by the half-dune;
Glass-glint of wave in the tide-rips against sunlight,
pallor of Hesperus,
Grey peak of the wave,
wave, colour of grape’s pulp,

Olive grey in the near,
far, smoke grey of the rock-slide,
Salmon-pink wings of the fish-hawk
cast grey shadows in water,
The tower like a one-eyed great goose
cranes up out of the olive-grove,

And we have heard the fauns chiding Proteus
in the smell of hay under the olive-trees,
And the frogs singing against the fauns
in the half-light.
And…

***

ΆΣΜΑ ΙΙ

Παράτα τα, βρε Ρόμπερτ Μπράουνινγκ,
Ένας είναι ο “Sordello”.
Αλλ’ ο Σορντέλλο, κι ο δικός μου Σορντέλλο;
Lo Sordels si fo di Mantovana.
O Σο-Σου συστρεφόταν μες στη θάλασσα.
Φώκιες πλατσουρίζουν στις φυσαλίδες των σπασμένων κυμάτων στα βράχια,
Στιλπνό κεφάλι, κόρη του Λιρ,
Μάτια του Πικάσσο
Κουκουλωμένα με μαύρο τομάρι, αιόλη κόρη του Ωκεανού,
Και κυλά το κύμα στης ακτής τ’ αυλάκια:
«Ελεονόρα, ἑλέναυς και ἑλέπτολις!»
Και ο κακόμοιρος γερο-Όμηρος τυφλός, τυφλός σαν νυχτερίδα,
Τ’ αφτί, τ’ αφτί στημένο στη φουσκοθαλασσιά, ψιθυρισμοί γεροντικών φωνών:
«Αφήστε την να πάει πίσω στα καράβια,
Πίσω σε πρόσωπα ελλαδικά, μην τυχόν και πάνω μας πέσει το κακό,
Κακό κι άλλα χειρότερα, και κατάρα στα παιδιά μας,
Κινάει, ναι, κινάει σαν θεά
Κι έχει το πρόσωπο θεού
Και τη φωνή της θυγατέρας του Σχοινέα,
Και ο όλεθρος θροΐζει στα πέλματά της,
Αφήστε την να πάει πίσω στα καράβια,
Πίσω στις ελλαδικές λαλιές.»
Και πλάι στην ακροποταμιά, η Τυρώ,
Του θαλασσοθεού διαστρεβλωμένα χέρια,
Ευλύγιστοι υδάτινοι τένοντες την καθηλώνουν σταυρωτά
Και το γλαυκό γυαλί του κύματος να τους σκεπάζει,
Λαμπερό γαλανό του νερού, δροσερή ταραχή, κλειστή σκεπή.
Σιγαλή ηλιόλουστη αμμουδιά,
Οι γλάροι τανύζουν τις φτερούγες τους ,
Ραμφίζουν τ’ απλωμένο φτέρωμα,
Μπεκατσίνια έρχονται να μπανιαριστούν,
Αναπτύσσουν τις κλειδώσεις των φτερών τους,
Ξεδιπλώνουν μουσκεμένες φτερούγες στη λιακάδα,
Και λίγο έξω απ’τη Χίο,
Αριστερά απ’ το πέρασμα της Νάξου,
Βράχος νηόσχημος κατάφυτος,
Τριγύρω τυλιγμένος φύκια,
Οίνοπες ιριδισμοί στα ρηχά,
Μεταλλική φωτοβολή στην ηλιοζάλη.

Το καράβι έδεσε στη Χίο,
Οι άντρες ήθελαν γλυκό νερό,
Και πλάι στα βραχόνερα αγόρι νωθρό απ’ τον μούστο,
«Στη Νάξο; Αμέ, θα σε πετάξουμε στη Νάξο,
Κόπιασε φίλε». «Όχι προς τα ‘κει!»
«Ναι προς τα ‘κει, εκεί ‘ν’ η Νάξος».
Κι είπα εγώ «Είναι τίμιο το καράβι μας».
Και ένας πρώην κατάδικος από την Ιταλία
Με πέταξε στα σκοινιά,
(καταζητείτο για ανθρωποκτονία στην Τοσκάνη)
Και οι είκοσι μαζί απέναντί μου,
Αφιονισμένοι για λίγο σκλαβοπαραδάκι.
Και ‘φυγαν απ’ τη Χίο,
Αλλάζοντας πορεία…
Και με τον σαματά συνήλθε το αγόρι,
Κι αγνάντεψε απ’ την πλώρη,
Πέρα ανατολή, και προς το πέρασμα της Νάξου.
Τότε λοιπόν, από μηχανής θεός, από μηχανής θεός:
Σκαρί σε νεροστρόβιλο παγιδευμένο
Κισσός στα κουπιά, Πενθέα βασιλιά μου,
Σταφύλια δίχως σπόρο πέρα απ’ τον αφρό,
Κισσός μέχρι τα μπούνια.
Κι όμως, εγώ, ο Ακοίτης, στεκόμουν εκεί,
Και πλάι μου στεκόταν ο θεός,
Νερό να κυκλοφέρνει την καρίνα,
Να σπάνε κύματα απ’ την πρύμνη ως την πλώρη,
Νερά να τρέχουν απ’ την πρώρα,
Κι εκεί που κάποτε ήταν κουπαστή, τώρα κορμός κληματαριάς,
Και κληματσίδες εκεί που τα σκοινιά κάποτε ήταν,
Στους σκαρμούς αμπελόφυλλα,
Στις λαβές των κουπιών βαρύ το κλημα,
Και, από το πουθενά, μια ανάσα,
Ανάσα ζεστή στους αστραγάλους μου,
Θηρία σαν σκιές σε γυαλί,
Μια γούνινη ουρά στ’ ανύπαρκτο,
Γουργουρητό του λύγκα, και φυτική μυρωδιά θηρίων,
Εκεί που πίσσα μύριζε πρότερα,
Οσμή και πέλμα των θεριών,
Σπινθήρισμα ματιών μέσα στον μαύρο αέρα.
Ο ουρανός μας προσπερνάει, στεγνός, χωρίς κακοκαιρία,
Οσμή και πέλμα των θεριών
Τρίχωμα τρίβεται στα γόνατά μου,
Θροΐζουνε αέρινα θηκάρια,
Απτές μορφές μες στον αιθέρα.
Και το καράβι μοιάζει με καρίνα σε λιμάνι,
Κρεμάμενο σα βόδι στην αρτάνη οπλουργού,
Πλευρά σφιχτοδεμένα με σκοινιά,
Μπλεγμένα κλήματα στις τροχαλίες,
Ο κενός αέρας παίρνει σχήμα ζώου.
Ο άγονος αγέρας αποκτάει τένοντες,
Αίλουρη αναψυχή πανθήρων,
Λεόπαρδοι μυρίζουνε στα μπούνια τα σταφύλια,
Σκυμμένοι πάνθηρες στην μπροστινή καταπακτή,
Κι η θάλασσα κυανή, βαθιά τριγύρω μας,
Ρόδινη, πρασινωπή στους ίσκιους,
Και ο Λυαίος: « Εφεξής, Ακοίτη, οι βωμοί μου
Μη τρέμοντας δεσμά
Μη τρέμοντας δασόγατες,
Ασφαλής στη συντροφιά των λυγκών μου,
ταΐζοντας σταφύλια στους λεόπαρδούς μου,
Λιβάνι το θυμίαμά μου,
Η άμπελος φυτρώνει προς τιμήν μου.»

Η φουσκονεριά τώρα απαλή στα σάγουλα,
Μαύρο ρύγχος φώκαινας
Στη θέση του Λυκάβαντος,
Λέπια στους κωπηλάτες.
Και εγώ προσκυνώ.
Είδα αυτά που είδα.
Κι όταν ‘φεραν το αγόρι, είπα:
«Μέσα του θεός φωλιάζει,
Μα ποιος θεός, δεν ξέρω.»
Και μ’ έριξαν απάνω στα σκοινιά.
Είδα αυτά που είδα:
Του Μήδωνα το πρόσωπο σαν πρόσωπο χριστόψαρου,
Χέρια μικρά πτερύγια. Και εσύ, Πενθέα,
Κάλλιο να τους ακούς, Κάδμο και Τειρεσία,
Ειδάλλως ξέχνα την καλή σου τύχη.
Λέπια στους βουβώνες,
Ένας λύγκας γουργουρίζει στα ανοιχτά…
Και κάποτε στο μέλλον,
Χλωμό στα οίνοπα φύκια,
Αν σκύψεις μπροστά απ’ τον βράχο,
Το κοραλλένιο πρόσωπο μες στ’ απαλό το κύμα,
Χλομάδα ρόδινη μέσα στο ρεύμα,
Ειλεθιέρια, δίκαια Δάφνη των υδάτων,
Κλαδιά τα χέρια που κολύμπησαν,
Και ποιος θα πει ποιο έτος,
Ξεγλιστρώντας κάποια τριτώνων συμμορία,
Τα λεία φρύδια, λίγο-πολύ φανερωμένα,
Πλέον φιλντισένια ακινησία.

Και ο Σο-Σου συστρεφόταν μες στη θάλασσα, ο Σο-Σου επίσης,
Με τη μακρόστενη σελήνη για ραβδί…
Αίλουρες νεροστροφές,
Του Ποσειδώνα τένοντες,
Μαύρες κυανές και κρυσταλλένιες,
Γυάλινο κύμα σκεπάζει την Τυρώ,
Κλειστή σκεπή, αναβρασμός,
Λαμπερό κύλισμα των θαλάσσιων λώρων,
Μετά σιγαλό νερό,
Σιγαλός στραφταλισμός στην άμμο,
Θαλασσοπούλι τεντώνει τις κλειδώσεις του,
Ραίνοντας τα βαθουλώματα των βράχων και της άμμου.
Στις κυματοδρομίες πλάι στον αμμουδερό λοφίσκο,
Γυαλάδα κύματος στο ηλιόφως,
Χλομό του Έσπερου,
Γκρίζα κορυφογραμμή του κύματος,
Κύμα στο χρώμα της σάρκας σταφυλιού,

Γκρίζο της ελιάς κοντά,
Πέρα, γκρίζος κονιορτός κατολίσθησης,
Σομόν φτερά ψαραετού
Ρίχνουν γκρίζους ίσκιους στο νερό,
Ο πύργος σαν γιγάντια μονόφθαλμη χήνα
Γέρνει πέρα πάνω από τον ελαιώνα,

Κι έχουμε ακούσει τους φαύνους να μαλώνουν τον Πρωτέα
Στη μυρωδιά σανού κατ’ απ’ τα λιόδεντρα,
Και τα βατράχια ν’ άδουν ενάντια στους φαύνους
Στο ημίφως.
Και…

(Υπεύθυνος της καθημερινής σειράς «Το επιούσιο ποίημα» ο Δημήτρης Μαύρος. Όπου δεν αναφέρεται το όνομα του μεταφραστή είναι επειδή μεταφράζει ο συντάκτης της σειράς.)

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here