Το επιούσιο ποίημα – Dylan Thomas, Τρία ποιήματα

Μεταφράζει ὁ Δημήτρης Μαῦρος

ΑΘΟΡΥΒΑ ΜΗΝ ΠΑΣ ΣΤΟ ΩΡΑΙΟ ΕΚΕΙΝΟ ΒΡΑΔΥ

Ἀθόρυβα μὴν πᾶς στὸ ὡραῖο ἐκεῖνο βράδυ,
Τὴ δύση οἱ γέροι πῦρ νὰ γίνουν καὶ μανία·
Βράζε, βράζε, τὸ φῶς πεθαίνει τὸ ρημάδι.

Κι ἂς ξέρουν οἱ σοφοὶ στὸ τέλος πὼς σκοτάδι,
Οἱ λέξεις τοὺς δὲν ρίξαν ἀστραπὴ καμία,
Γι’ αὐτὸ ἀθόρυβα δὲν πᾶν στὸ ὡραῖο βράδυ.

Ἀγαθοί, φρέσκο κύμα, οὐρλιάζοντας στὸ ἰσιάδι
Πὼς πράξεις τους θὰ χόρευαν στὴν τρικυμία,
Βράζουν, βράζουν, τὸ φῶς πεθαίνει τὸ ρημάδι.

Ἄγριοι τὸν ἥλιο στὴν τροχιὰ του πού ’χουν ἄδει,
Κι ἀργὰ κατάλαβαν πὼς θρήνου ἦταν πορεία,
Ἀθόρυβα δὲν πᾶν στὸ ὡραῖο ἐκεῖνο βράδυ.

Σκυφτοί, νεκροὶ σχεδόν, μὲ βλέμμα μόνο ἀσπράδι,
Βλέπουν μάτι ν’ ἀστράφτει ὡς ἄστρο μ’ εὐτυχία,
Βράζουν, βράζουν, τὸ φῶς πεθαίνει τὸ ρημάδι.

Κι ἐσύ, πατέρα, μὲ τὸ θλιβερό σου ὑφάδι
Μὲ δάκρυ ὁργῆς ρίξε κατάρα, εὐχὴ δριμεία.
Ἀθόρυβα μὴν πᾶς στὸ ὡραῖο τοῦτο βράδυ.
Βράζε, βράζε, τὸ φῶς πεθαίνει τὸ ρημάδι.

ΚΛΟΟΥΝ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΗΝΗ

Τὸ δάκρυ μου σὰν ἀπαλὴ καταρροή
Πετάλων κάποιου ρόδου μαγικοῦ·
Κι ὅλο τὸ πένθος ἔξω ἀπ’ τὴ ρωγμή
Λησμονημένων οὐρανῶν, χιονιοῦ.

Πιστεύω, τὴ γὴ ἄμα ἄγγιζα,
Θὰ γκρεμιζόταν·
Εἶναι τόσο θλιμμένη κι ὄμορφη,
Τόσο τρεμουλιαστὴ σὰν τ’ ὄνειρο.

ΟΝΤΕΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Ὄντες ἄνθρωποι, μπήκαμε στὰ δέντρα
Φοβούμενοι, μιλώντας σιγανά
Μὴν καὶ ξυπνήσουν τὰ κοράκια,
Μὴν καὶ διαβοῦμε
Ἀθόρυβα ἔναν κόσμο ἀπὸ φτερὰ καὶ ρεκασμούς.

Ἂν ἤμασταν παιδιά, ἴσως νὰ σκαρφαλώναμε,
Νὰ πιάσουμε τὰ κοράκια στὸν ὕπνο, χωρίς νὰ σπάσουμε κλαδάκι,
Καὶ, μετὰ τὴν ἥσυχη ἄνοδο,
Νὰ χώσουμε τὰ κεφάλια μας μέσα ἀπὸ τὶς φυλλωσιές
Γιὰ νὰ θαυμάσουμε τὰ στεριωμένα ἀστέρια.

Ἀπὸ τὸ μπέρδεμα, αὐτὴ εἶναι ἡ πορεία,
Καὶ τὸ θαῦμα ποὺ ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει,
Ἀπὸ τὸ χάος θά ’βγαινε ἡ εὐδαιμονία.

Αὐτὸ, εἴπαμε, εἶναι ὀμορφιά ἄρα,
Παιδιὰ ποὺ νὰ θαυμάζουν τ’ ἄστρα
Εἶναι ὁ στόχος καὶ τὸ τέρμα.

Ὅντες ἄνθρωποι, μπήκαμε στὰ δέντρα.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here