Το ελληνικό υπόβαθρο της βυζαντινής παιδείας

Του Νικόλαου Τουλαντά

 

Ο ελληνικός προσανατολισμός αφορά σε ένα βασικό στοιχείο της νοοτροπίας των Βυζαντινών. Ως Έλληνες κι ελληνιστές ήταν κάθε άλλο από αυτό που θα ονομάζαμε σοβινιστές. Ήταν δεκτικοί σε όλους και δοτικοί, επίσης. Η ιστορικός Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ μάλιστα, θα τονίσει ότι το Βυζάντιο, ιδιοσυγκρασιακά, ήταν πιο κοντά στη σημερινή Αμερική παρά στην τότε Ρώμη εκ της οποίας διατηρήθηκε, τροποποιούμενο με τον καιρό, κυρίως το νομικό πλαίσιο.

Ο Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας Πωλ Βαλερύ (1871-1945) θα προσπαθήσει να προσδιορίσει την Ευρωπαϊκή ρίζα κρατώντας τη γλώσσα και φιλοσοφία των Ελλήνων σε συνδυασμό με το ρωμαϊκό δίκαιο και βέβαια την πνευματικότητα της εκκλησιαστικότητας.

Μιλάμε για την πρώτη Ευρωπαϊκή Αυτοκρατορία μες την οποία ιδρύθηκε και το πρώτο πανεπιστήμιο της Ευρώπης. Άνοιξε στην Κωνσταντινούπολη, το 425 μ.Χ., έχοντας τρεις σχολές – φιλοσοφική, νομική και θεολογική – κι έκλεισε με την πτώση της Πόλεως μία χιλιετία αργότερα. Μέχρι την ενηλικίωση των παιδιών και την εκούσια επιλογή της σπουδής στο πανεπιστήμιο, ιδιωτικά κι εκκλησιαστικά ιδρύματα ή ιδιωτικοί οικοδιδάσκαλοι δίδασκαν τα παιδιά. Δεν υπήρχαν σχολικά συγκροτήματα και η εκπαίδευση διεκπαιρεωνόταν είτε σε εκκλησίες είτε σε μοναστηριακά μετόχια. Ο σύνολος εκπαιδευτικός κύκλος έως και το πανεπιστήμιο διαρκούσε περίπου 7 με 8 χρόνια. Τα διαθέσιμα μαθήματα ήταν Ανάγνωση, Γραφή, Ρητορική, Φιλοσοφία, Ιστορία, Αριθμητική, Γεωγραφία, Μουσική, Αστρονομία, Νομική, Ιατρική, Φυσική. Το μάθημα της Θεολογίας διδασκόταν μόνο από κληρικούς.

Η παιδεία των ανθρώπων ήταν η άμεση συνέχεια του κλασικού ελληνικού πολιτισμού παντρεμένος με τη θεολογία και πνευματικότητα του εκκλησιασμού. Τα παιδιά διδάσκονταν τον Όμηρο ήδη από την προεφηβική τους ηλικία και μάλιστα σε επίπεδο αποστήθισης. Τα «ομηρικά» χρησιμοποιούταν στην καθομιλουμένη με τη συχνότητα της σύχρονης παροιμίας και θεωρούνταν το πλέον απαραίτητο εφόδιο ως πλούτος γλώσσας και σκεπτική ασκητική. Χαρακτηριστικά παραδείγματα επιρροής του Ομήρου: Η Αλεξιάδα της Άννας Κομνηνής εμπεριέχει 66 αναφορές στον Όμηρο χωρίς καν να υπάρχει η ανάγκη να αναφερθεί η προέλευση των γνωμικών, ενώ ο λόγιος Μιχαήλ Ψελλός γνώριζε απέξω όλη την Ηλιάδα.

Παρεξήγηση αποτελεί η πεποίθηση πως ο ελληνικός πολιτισμός χτυπήθηκε από τον βυζαντινό, λες και ήταν ξέχωροι. Πρόσωπα όπως ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος Θεολόγος δείχνουν πρακτικά το αρμονικό τους πάντρεμα και καλλιέργεια. Άγιοι όπως οι Μάξιμος Ομολογητής και Γρηγόριος Παλαμάς, θεωρούνταν ειδήμονες επί της αριστοτελικής φιλοσοφίας. Ο Μέγας Βασίλειος συγκεκριμένα είχε σπουδάσει όλα τα υπάρχοντα γνωσιολογικά πεδία της εποχής (4 χρόνια στην Αθήνα, στη σχολή του Προαιρεσίου) – φιλοσοφία, ρητορική, ιστορία, αριθμητική, γεωμετρία, γραμματική, αστρονομία, ιατρική – ενώ στη συνέχεια αφιερώθηκε στην ασκητική ζώη και το φιλανθρωπικό έργο με αποκορύφωση τη λειτουργία της «Βασιλειάδας», μία πόλη 30.000 κατοίκων κι εθελεντών που προσέφεραν απροσωπόληπτα περίθαλψη κι εκπαίδευση σε όποιον είχε ανάγκη (φτωχούς, ασθενείς, ορφανά κτλ.).

 

Εικονογράφηση των Θουκυδίδη κι Αριστοτέλη. Είναι τοιχογραφίες που βρίσκονται στον προαύλιο χώρο της Ιεράς Μονής Μεγάλου Μετεώρου. Εικονίζονται επίσης οι Σόλωνας, Σίβυλλα, Σωκράτης, Πυθαγόρας, Όμηρος, άγιος Ιουστίνος ο Φιλόσοφος, Πλάτωνας, Πλούταρχος. Παρόμοιες εικονογραφήσεις (με τους ίδιους αλλά και άλλους όπως οι Χίλων και Σοφοκλής) βρίσκουμε επίσης σε μοναστήρια του Αγίου Όρους (π.χ. Μεγίστης Λαύρας, Βατοπαιδίου, Ιβήρων) αλλά και σε διάφορες περιοχές των Βαλκανίων. Ο εικονογραφημένος Αριστοτέλης συναντάται σε πάνω από 20 διαφορετικά μέρη.

 

Άλλη μία παρεξήγηση: Ο Ιουστινιανός δεν έκλεισε τη σχολή του Πλάτωνα στην Αθήνα αλλά σταμάτησε να τη χρηματοδοτεί. Εκείνη την εποχή ο Δαμάσκιος εξασκούσε τις αστρολογικές του δραστηριότητες στη σχολή κάτι που δε θα μπορούσε ποτέ να συνάδει με την υπάρχουσα – στον Ελληνικό πολιτισμό – διαθέσιμη γνώση συνεπώς λειτουργούσε τελείως πλανερά όπως λειτουργούν ακόμα πολλοί σύγχρονοί του. Περί του συγκεκριμένου θέματος (αστρολογίας), σε συνδυασμό με τις σύγχρονες δραστηριότητες της συνωμοσιολογίας, σκέφτομαι συχνά πως είναι άκρως λυπηρό το να υπάρχει τόση διαθέσιμη ευεπικύρωτη γνώση στην ανθρωπότητα για να ασχολούμαστε με «παράνοιες». Ο λόγος βέβαια της ενασχόλησής μας, με κάθε τέτοιου τύπου ανοησία, είναι κοινός: είναι η εύκολη «άποψη» που δε κοστίζει την οποιαδήποτε ασκητική καταβολή εκ μέρους του δέκτη αλλά απλώς τον πελατειακό του ρόλο απέναντι σε όλους αυτούς τους σκοτεινούς τσαρλατάνους και βέβαια μια κάποια δόση νοητικής υστέρησης και αδιψίας. Θα είχε ενδιαφέρον να βγει μία από αυτές τις κυρίες (ή κυρίους) των «πρωϊνομεσημεριανών» εκπομπών και να δηλώσει: «Η αστρολογική γνώση αποτελεί αληθινή καλλιέργεια και πρόοδο για τον άνθρωπο»…

Όπως με την αριστοτέλεια πραγματεία και παρακαταθήκη, ακόμα και σύγχρονοι πατέρες της εκκλησίας (βλ. Νικόλαο Λουδοβίκο) αναδεικνύουν και την πλατωνική σκέψη ως έναν ακόμα πρόδρομο της χριστολογικής μεταφυσικής. Θα βρούμε επίσης τα ανάλογα ορθόδοξα γεφυρώματα με αναφορές στο Σωκράτη ή τον Ηράκλειτο, ενώ άμεση σχέση με την ανάλογη ιουδαϊκοχριστιανική δραστηριότητα της προφήτευσης έχει η ύπαρξη της Σίβυλλας, την οποία εγκωμιάζει και ο Ηράκλειτος χαρακτηρίζοντάς την «θεοκίνητη» όντας, σε διαφοροποίηση με την Πυθία που έδινε χρησμούς κατά παραγγελία, ικανή να προφητεύει το μέλλον μέσω των θείων απροσδόκητων εκλάμψεων που λάμβανε.

Ο δρ. Γεώργιος Αρμπατζής μας θυμίζει πόσο λάθος έκανε η Δύση να θεωρήσει πως οι Βυζαντινοί ήταν αποκλειστικά και μόνο θεολόγοι – και όχι φιλόσοφοι – και κατ’ επέκταση οι δάσκαλοι του μετα-επαναστατικού ελληνικού διαφωτισμού να ορίσουν ως δευτέρας σημασίας τη σοφία των Βυζαντινών σε σχέση με αυτή των αρχαίων Ελλήνων. Αποτέλεσμα αυτής της παράβλεψης ήταν – ενώ η Καθολική, Μεσαιωνική, Εβραϊκή κι Αραβική επιστημονική έρευνα και φάση να έχει ξεκινήσει ήδη από τον 19ο αιώνα – η επιστημονική φάση της Βυζαντινής Φιλοσοφίας να ξεκινά μόλις το 1950 με το έργο του Βασίλεου Τατάκη, «Βυζαντινή Φιλοσοφία». Επίσης, ο καθηγητής, τονίζει πως πέρα από το πλήθος των προσώπων που δε γράφουν πατερικά, πρόσωπα όπως ο Διονύσιος ο Αεροπαγίτης ή ο Γρηγόριος Νύσσης δε μπορούν να αποκλειστούν από το πλαίσιο (και) της φιλοσοφικής κληρονομιάς και γραμματείας που έχουμε από τον μετά Χριστού Ελληνισμό. Ο Θωμάς ο Ακινάτης είναι ένα αντίστοιχο παράδειγμα χριστιανού-φιλοσόφου στο πλαίσιο του Ρωμαιοκαθολικισμού.

 

 

Η 166 τόμων Ελληνική Πατρολογία – έργο του ρωμαιοκαθολικού κληρικού Ζαν Πολ Μιν (Jacques Paul Migne) – περιλαμβάνει έργα που γράφτηκαν στα Ελληνικά από τον 1ο έως και τον 15ο αιώνα, στην αυθεντική τους γλώσσα συνοδευόμενη με τη λατινική της μετάφραση. Αποτελείται κυρίως από θεολογικά κείμενα. Στη συλλογή εμπεριέχονται επίσης έργα ιστορικά, φιλολογικά, επιστολικά, επιστημονικά κ.ά. Ένας θησαυρός της ελληνικής σκέψης, γλώσσας και πνευματικότητας, διαθέσιμος και σε ηλεκτρονική μορφή στο διαδίκτυο.

 

 

Η Ελληνική Σκέψη ολοκληρώνεται και κυριολεκτικά αποθεώνεται, θεολογούσα πλέον, μετά της αποστολικής διαδοχής, δένοντας στο λιμάνι της πνευματικότητας των πατέρων του Βυζαντίου, οι οποίοι διέσωσαν όλο το κάλλος της αρχαίας ανησυχίας και κατάκτησης. Το έδαφός τους, έως τότε, ήταν η άμπελος όλων αυτών των φιλοσοφικών ρευμάτων που μελέτησαν, διέσωσαν κι ανέδειξαν ως δικαίως κληρονομούντα την απάντηση στα μεγάλα θεανθρωπολογικά ερωτήματα των Ελλήνων αλλά και όλης της ανθρωπότητας: Φυσικοί, Πυθαγόρειοι, Ελεάτες, Ατομικοί, Σοφιστές, Μετασωκρατικοί-Πλατωνικοί, Περιπατητικοί, Κυνικοί, Επικούρειοι, Πυρρώνειοι, Νεοπλατωνιστές, Εκλεκτικιστές, Στωϊκοί.

Το δράμα επίσης συνεχίζει την πορεία του διασκευάζοντας θεματικές και από την Αγία Γραφή οι οποίες ανεβάζονται σε θέατρα αλλά και χριστιανικούς ναούς. Εντός των τελευταίων έχουμε επίσης και μουσικές συναυλίες.

Η Ελληνική τέχνη, μετά τις επτά μεγάλες φάσεις της – Κυκλαδική (3200 – 1100 π.Χ.), Μινωϊκη (3000 – 1000 π.Χ.), Μυκηναϊκή (1400 – 1100 π.Χ.), Γεωμετρική (1050 – 700 π.Χ.), Αρχαϊκή (750 – 479 π.Χ.), Κλασική (499 – 323 π.Χ.) , Ελληνιστική-Αλεξανδρινή (323 – 30 π.Χ.) – θα συνεχίσει να εξελίσσεται, μεγαλουργεί, καλλύνει και υπηρετεί την ποιότητα της ζωής των ανθρώπων με τον Βυζαντινό τρόπο ναοδομίας, μουσικής κι ορθόθοξης αγιογραφίας. Οι τέσσερεις φάσεις της τελευταίας δραστηριότητας αποτελούνται από την Μακεδονική Αναγέννηση (9ος – 10ος αι.), την Κομνήνεια Τέχνη (11ος – 12ος αι.), την Παλαιολόγεια Αναγέννηση (13ος – 15ος αι.) και την Κρητική Σχολή (15ος – 17ος αι.).

 

*Ο Νίκος Τουλαντάς είναι αυτοδίδακτος λογοτέχνης και δημιουργεί ερασιτεχνικά τα τελευταία 12 χρόνια. Το 2018 έλαβε μέρος στον 9ο Παγκόσμιο Διαγωνισμό Λογοτεχνίας του Ελληνικού Πολιτιστικού Ομίλου Κυπρίων (Ε.Π.Ο.Κ) όπου και απέσπασε το πρώτο βραβείο στην κατηγορία του Δοκιμίου. Έχει ασχοληθεί με την ποίηση, την στιχουργική και τα τελευταία 5 χρόνια με την δοκιμιογραφία.

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here