Τι προβλέπει το Μεσοπρόθεσμο για πλεονάσματα, ανάπτυξη, ανεργία, δημόσιο χρέος,αποκρατικοποιήσεις-Ολο το νομοσχέδιο

Υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, αλλά και ταχεία αποκλιμάκωση της ανεργίας και δημοσιονομικό χώρο για μείωση της φορολογίας και κοινωνικές δράσεις, προβλέπει το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ) 2019- 2022 που κατατέθηκε στη Βουλή μαζί με το πολυνομοσχέδιο.

Όπως επισημαίνεται από την κυβέρνηση, βασική επιδίωξη του ΜΠΔΣ είναι η διαμόρφωση πολιτικών που θα συνδυάζουν, με συνέπεια και συνέχεια, την αναγκαία δημοσιονομική ισορροπία με την κοινωνικά δίκαιη κατανομή των βαρών της οικονομικής προσαρμογής σήμερα, αλλά και την ορθολογική απόδοση του μερίσματος της οικονομικής ανάκαμψης τα επόμενα χρόνια.

Σύμφωνα με το Μεσοπρόθεσμο, εφέτος προβλέπεται πρωτογενές πλεόνασμα 3,56% του ΑΕΠ, το οποίο αυξάνεται σε 3,96% του ΑΕΠ το 2019, σε 4,15% του ΑΕΠ το 2020, σε 4,53% του ΑΕΠ το 2021 και σε 5,19% του ΑΕΠ το 2022. Έτσι, από το 2019 και μετά θα υπάρξει επιπλέον δημοσιονομικός χώρος, τον οποίο η κυβέρνηση, όπως αναφέρεται στο ΜΠΔΣ, προτίθεται να αξιοποιήσει, ώστε, σε κάθε περίπτωση, το πρωτογενές αποτέλεσμα της περιόδου 2019- 2022 να μην υπερβεί το 3,5% του ΑΕΠ.

Συγκεκριμένα, θα χρησιμοποιηθεί για την υιοθέτηση μόνιμων μειώσεων φόρων, που θα συμβάλλουν στην αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, καθώς και της στοχευμένης ενίσχυσης των πρωτογενών δαπανών, με στόχο τη διατηρήσιμη μείωση της ανεργίας, την καταπολέμηση της παιδικής φτώχειας και την επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο.

 Όπως αναλύεται στο Μεσοπρόθεσμο:

1. Το 2019, δημοσιονομικός χώρος 700 εκατ. ευρώ θα διατεθεί αποκλειστικά σε παρεμβάσεις μείωσης των φορολογικών βαρών.

2. Ο πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος του 2020 θα διατεθεί κατά 75% σε νέες φορολογικές ελαφρύνσεις και κατά 25% σε κοινωνικές δαπάνες, ενώ αυτός των ετών 2021- 2022 θα διατεθεί ισόποσα μεταξύ φορολογικών ελαφρύνσεων και κοινωνικών δαπανών.

Στο Μεσοπρόθεσμο περιλαμβάνονται τα ήδη ψηφισμένα μέτρα, όπως η αναπροσαρμογή των συντάξεων το 2019 (ύψος 1,434 δισ. ευρώ από την αναπροσαρμογή στις κύριες συντάξεις πλην Δημοσίου και 1,121 δισ. ευρώ από την αναπροσαρμογή των κύριων συντάξεων του Δημοσίου) και η μείωση του αφορολόγητου το 2020 (παρέμβαση ύψους 1,920 δισ. ευρώ). Το σύνολο των παρεμβάσεων στα ασφαλιστικά ταμεία αγγίζει τα 3,020 δισ. ευρώ το 2019, αλλά σε καθαρή βάση το σύνολο των επικαιροποιημένων παρεμβάσεων περιορίζεται σε 2,156 δισ. ευρώ. Ωστόσο, ταυτόχρονα, συμπεριλαμβάνονται τα ψηφισμένα αντίμετρα, τα οποία αφορούν, μεταξύ άλλων, στη μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 209 εκατ. ευρώ από το 2020, του φορολογικού συντελεστή φυσικών προσώπων από το 22% στο 20% με ετήσιο κόστος 877 εκατ. ευρώ, καθώς και του φορολογικού συντελεστή 29% σε 26% για τις επιχειρήσεις με κόστος 461 εκατ. ευρώ τον πρώτο χρόνο εφαρμογής.

Ανάπτυξη, επενδύσεις και μείωση της ανεργίας

Το ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί 2% εφέτος (στα 182,959 δισ. ευρώ) και στη συνέχεια, κατά 2,4% το 2019 (στα 189,743 δισ. ευρώ), κατά 2,3% το 2020 (στα 197,218 δισ. ευρώ), κατά 2,1% το 2021 (στα 204,572 δισ. ευρώ) και κατά 1,8% το 2022 (στα 212,002 δισ. ευρώ). Σύμφωνα με το ΜΠΔΣ, η ανάπτυξη εκτιμάται ότι μεσοπρόθεσμα θα προέλθει από τις συνιστώσες της τελικής εγχώριας ζήτησης, με κύρια επίδραση αυτή της διατηρήσιμης, εύρωστης αύξησης των επενδύσεων. Η συνεισφορά των επενδύσεων στην πραγματική ανάπτυξη εκτιμάται ότι θα κορυφωθεί στις 1,6 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ το 2019, με το μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης των επενδύσεων στο 9,2% μεταξύ 2018 και 2022.

Η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να διπλασιάσει τη συνεισφορά της στην αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ το 2019, και να τη διατηρήσει περίπου στο 0,8% του ΑΕΠ στην υπόλοιπη μεσοπρόθεσμη περίοδο. Ειδικότερα, η ιδιωτική κατανάλωση θα αυξηθεί κατά 0,5% εφέτος, κατά 1% το 2019, και κατά 1,2% κάθε χρόνο την περίοδο 2020- 2022. Οι ιδιωτικές επενδύσεις θα αυξηθούν κατά 11,1% εφέτος, κατά 12,1% το 2019, κατά 9,4% το 2020, κατά 7,7% το 2021 και κατά 5,7% το 2022. Η αύξηση αυτή, επισημαίνεται, θα πραγματοποιηθεί εν μέσω αντίστοιχης αύξησης στην πραγματική μισθολογική δαπάνη της οικονομίας κατά 1,8% μεταξύ 2019 και 2022, και στον πραγματικό μέσο μισθό κατά 0,5% την περίοδο 2018- 2022.

Τα εν λόγω στοιχεία για την εξέλιξη των μισθών υποδηλώνουν τη συνέχιση της ανοδικής τάσης στην απασχόληση μισθωτών, με μέσο ρυθμό 1,2% την περίοδο 2019- 2022. Ίδιου ρυθμού αύξηση αναμένεται κατά μέσο όρο και για τη συνολική απασχόληση, με την ανεργία να μειώνεται στο 14,3% του εργατικού δυναμικού στο τέλος της μεσοπρόθεσμης περιόδου. Ειδικότερα, η ανεργία από 19,9% εφέτος, θα αποκλιμακώνεται σε 18,2% το 2019, σε 16,6% το 2020, σε 15,4% το 2021 και σε 14,3% το 2022.

Στα υπόλοιπα μεγέθη του Μεσοπρόθεσμου, ο πληθωρισμός προβλέπεται να αυξηθεί 0,6% εφέτος, κατά 1,2% το 2029, κατά 1,3% το 2020, κατά 1,5% το 2021 και κατά 1,7% το 2022. Οι εξαγωγές θα αυξηθούν κατά 5,6% εφέτος, κατά 4,6% το 2019, κατά 4,4% το 2020 και κατά 3% κάθε χρόνο το 2021 και το 2022. Μικρότερη θα είναι η αύξηση των εισαγωγών, κατά 5,5% εφέτος, κατά 4,4% το 2019, κατά 4,2% το 2020 και κατά 2,9% κάθε χρόνο το 2021 και το 2022.

Δημόσιο χρέος

Όπως αναφέρεται στο Μεσοπρόθεσμο, η ολοκλήρωση των βραχυπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του δημοσίου χρέους, μέσω των οποίων βελτιστοποιήθηκε το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής χρεολυσίων και μειώθηκε σημαντικά ο επιτοκιακός κίνδυνος μετά τη βελτίωση της αναλογίας χρέους / σταθερού επιτοκίου στο σύνολο του χαρτοφυλακίου, είχε θετικό αντίκτυπο στην επιτυχή συνέχιση της εκδοτικής δραστηριότητας της χώρας στις διεθνείς αγορές.

Το προσεχές χρονικό διάστημα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, επισημαίνεται, καθώς πρέπει να επιβεβαιωθεί η απρόσκοπτη πρόσβαση του Δημοσίου στις κεφαλαιαγορές και να συνεχιστούν οι επαφές με τους θεσμικούς εταίρους για τα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους και την περαιτέρω δημιουργία ταμειακών διαθεσίμων ασφαλείας, τα οποία θα εξασφαλίσουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη η αναμενόμενη ενσωμάτωση στο ύψος του δημοσίου χρέους, στο τέλος του 2022, των εκτιμώμενων αναβαλλόμενων τόκων που προέκυψαν στο πλαίσιο των αποφάσεων αναφορικά με το δεύτερο πρόγραμμα.

Για τον λόγο αυτό, έχουν ήδη τεθεί οι ακόλουθοι βασικοί στόχοι αναφορικά με τη μελλοντική στρατηγική διαχείρισης δημοσίου χρέους:

* Κάλυψη των ετήσιων μικτών χρηματοδοτικών αναγκών του Δημοσίου μέσω μίας συνεχούς και μόνιμης πρόσβασης στις διεθνείς κεφαλαιαγορές, βασιζόμενη σε μία αποτελεσματική στρατηγική εμπέδωσης σχέσεων εμπιστοσύνης και προσέγγισης επενδυτών.

* Ενεργή διαχείριση των κινδύνων αγοράς που ενυπάρχουν στο χαρτοφυλάκιο του ελληνικού δημόσιου χρέους.

* Διαχείριση των ταμειακών διαθεσίμων τόσο του κράτους όσο και των λοιπών φορέων Γενικής Κυβέρνησης.

* Διαχείριση της βραχυχρόνιας ταμειακής ρευστότητας του Δημοσίου.

Σύμφωνα με τους σχετικούς πίνακες του Μεσοπρόθεσμου, το δημόσιο χρέος διαμορφώνεται σε 335 δισ. ευρώ εφέτος (183,1% του ΑΕΠ), σε 323,3 δισ. ευρώ το 2019 (170,4% του ΑΕΠ), σε 318,3 δισ. ευρώ το 2020 (161,4% του ΑΕΠ), σε 313,3 δισ. ευρώ το 2021 (153,1% του ΑΕΠ) και σε 318,7 δισ. ευρώ το 2022 (150,3% του ΑΕΠ).

Στο Μεσοπρόθεσμο περιγράφονται συγκεκριμένοι εξωγενείς παράγοντες κινδύνου (π.χ. σχέσεις Ευρώπης- ΗΠΑ), οι οποίοι, εφόσον πραγματοποιηθούν, ενδέχεται να επιδράσουν δυσανάλογα σε οικονομίες με υψηλό ιδιωτικό και δημόσιο χρέος, όπως είναι η Ελλάδα. Για τον λόγο αυτό, βραχυπρόθεσμα η δημιουργία ταμειακών αποθεματικών, που βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη προκειμένου να διευκολυνθεί η εξυπηρέτηση των χρηματοδοτικών αναγκών της ελληνικής οικονομίας στην αμέσως μετά το τέλος του Προγράμματος εποχή, θεωρείται από την κυβέρνηση ως εκ των ων ουκ άνευ για τη θωράκισή της.

Στο πλαίσιο αυτό, ο κεντρικός λογαριασμός του Δημοσίου μετονομάζεται σε «Ελληνικό Δημόσιο- Ενιαίος Λογαριασμός Θησαυροφυλακίου» («Ενιαίος Λογαριασμός») και όλοι οι λογαριασμοί της Κεντρικής Διοίκησης τηρούνται υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος και εντάσσονται στον Ενιαίο Λογαριασμό. Ο υπουργός Οικονομικών μέσω του Ενιαίου Λογαριασμού παρακολουθεί και προγραμματίζει με ενιαίο τρόπο τις ταμειακές ροές από και προς αυτόν, προσδιορίζει το ύψος των διαθεσίμων και τις ανάγκες δανεισμού και διαχειρίζεται τα διαθέσιμα προς τοποθέτηση πλεονάσματα. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης φορέα της Γενικής Κυβέρνησης, δύναται, μεταξύ άλλων, να μειώνεται το ύψος της ετήσιας επιχορήγησης του φορέα από τον προϋπολογισμό.

Αποκρατικοποιήσεις

Σύμφωνα με το Μεσοπρόθεσμο, την περίοδο 2018- 2022 προβλέπονται συνολικά έσοδα ύψους 3,955 δισ. ευρώ από το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων του ΤΑΙΠΕΔ, τα οποία κατανέμονται σε 2,031 δις. ευρώ εφέτος, σε 1,204 δισ. ευρώ το 2019, σε 238 εκατ. ευρώ το 2020, σε 212 εκατ. ευρώ το 2021 και σε 270 εκατ. ευρώ το 2022.

Τα έσοδα του 2018 θα προέλθουν από τους διαγωνισμούς που έχουν κλείσει σε προηγούμενα έτη και λαμβάνονται οι επόμενες δόσεις (π.χ. ΟΠΑΠ, ψηφιακό μέρισμα, ηλεκτρονικές δημοπρασίες ακινήτων), την πώληση λοιπών ακινήτων, καθώς και νέους διαγωνισμούς που θα διεξαχθούν ή διεξήχθησαν και πρόκειται να ολοκληρωθούν μέσα στο έτος, π.χ. ΟΛΘ, ΟΤΕ, ΕΕΣΣΤΥ, ΔΕΣΦΑ κ.ά. Από το 2019 και μετά, τα έσοδα θα προέλθουν κυρίως από διαγωνισμούς που βρίσκονται σε εξέλιξη ή πρόκειται να διεξαχθούν, σύμφωνα με το πρόγραμμα του ΤΑΙΠΕΔ, όπως π.χ. Εγνατία Οδός, Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών, ΕΛΠΕ, ΔΕΠΑ, ΔΕΗ κ.ά.

Σημειώνεται, παράλληλα, ότι με διάταξη του πολυνομοσχεδίου ορίζεται πως το υπερταμείο αμετάκλητα και άνευ όρων εγγυάται στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) την έγκαιρη εκπλήρωση από το δικαιούχο κράτος- μέλος των υποχρεώσεων του δικαιούχου κράτους μέλους βάσει της σύμβασης, και υπόσχεται στον ESM ότι κάθε φορά που το δικαιούχο κράτος- μέλος δεν καταβάλλει ποσό οφειλόμενο βάσει ή σε σχέση με τη σύμβαση, το υπερταμείο μετά από αίτημα θα φέρει την ευθύνη καταβολής αυτού του ποσού σαν να ήταν ο κύριος οφειλέτης, εφόσον τα συνολικά καταβλητέα ποσά βάσει αυτής της εγγύησης δεν θα υπερβαίνουν συνολικά τα 25 εκατ. ευρώ.

Εδώ ολο το νομοσχέδιο Τελικό Πολυνομοσχεδίου Ιούνιος 2018

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here