TΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΥ

Η επίθεση που εξαπέλυσε ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Κυριάκος Μητσοτάκης εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ από το βήμα της εκδήλωσης για τη συμπλήρωση 40 χρόνων από την ένταξη της χώρας στην Ενωμένη Ευρώπη ήταν απαράδεκτη κρίνοντας τόσο με πολιτικούς, όσο όμως και με θεσμικούς, αλλά και με ηθικούς όρους.

Κατ’ αρχήν γιατί η εξαγωγή της εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης σε διεθνές ακροατήριο αποτελεί δείγμα φτηνού πολιτικού επαρχιωτισμού. Σκεφτείτε τι αλγεινή εντύπωση θα έκανε αν η Μέρκελ, ο Μακρόν ή ο Μπόρις Τζόνσον, σε διεθνή εκδήλωση όπου εκπροσωπούσαν τη χώρα τους, εκμεταλλεύονταν την ευκαιρία για να επιτεθούν στην εσωτερική τους αντιπολίτευση.

Συνιστά όμως ταυτόχρονα και βαρύτατο θεσμικό ατόπημα η σφοδρή επίθεση εναντίον της αντιπολίτευσης, ενώπιον μάλιστα θεσμικών εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε μια επετειακή εκδήλωση εορτασμού της ένταξης της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή οικογένεια.

Κι ακόμη, αποτελεί ένδειξη μικροψυχίας και φτώχειας πολιτικού πολιτισμού από πλευράς πρωθυπουργού η επίθεση εναντίον του πολιτικού αντιπάλου του, σε μια εκδήλωση στην οποία δεν εκπροσωπεί το κόμμα του, αλλά ομιλεί ως θεσμικός εκπρόσωπος όλης της Ελλάδας.

Εδώ βέβαια υποκρύπτεται και ένα ακόμη σοβαρό πολιτικό και θεσμικό ατόπημα του πρωθυπουργού που παραπέμπει σε αντιδημοκρατικές και ολοκληρωτικές αντιλήψεις. Η ταύτιση του κόμματος με την εθνική υπόθεση, η φίμωση του πλουραλισμού και η επίθεση στο αντίπαλο δέος, στην αξιωματική δηλαδή αντιπολίτευση, είναι μια προσπάθεια που δεν συνάδει με το Ευρωπαϊκό πνεύμα. Καθώς τόσο η Ευρώπη, όσο βέβαια και η Ελλάδα, είναι ιστορικά συνδεδεμένες με την υπόθεση της διασφάλισης των εγγυήσεων της Δημοκρατίας.

Και βέβαια είναι κορυφαίο πολιτικό και θεσμικό ατόπημα του πρωθυπουργού ότι αντί να ενώσει τη χώρα γύρω από μια εθνικής σημασίας υπόθεση, όπως υποτίθεται ότι ήταν ο στόχος της εκδήλωσης, αυτός επιτυγχάνει ακριβώς το αντίθετο, προκαλώντας εσωτερικό διχασμό και φορτώνοντας με πόλωση το πολιτικό κλίμα.

Και τέλος, ποιον Ευρωπαίο ενδιαφέρει, άραγε, η εσωτερική αντιπαράθεση στη χώρα μας και οι… καημοί του Έλληνα πρωθυπουργού για το πολιτικό μέλλον της κυβέρνησης, αλλά και για το δικό του;

Γιατί εκείνο που η πολιτική διολίσθηση του πρωθυπουργού στον φτηνό λαϊκισμό και στην αντιδημοκρατική συμπεριφορά εκφράζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι οι φόβοι του, η πολιτική του αγωνία και το προσωπικό του άγχος για την προοπτική της πολιτικής του κυριαρχίας.

Ο πρωθυπουργός φαίνεται να γνωρίζει την εύθραυστη πολιτική ισορροπία που επικρατεί στην παρούσα συγκυρία στην Ελλάδα. Η οποία ήδη εκδηλώνεται μέσα από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των δημοσκοπήσεων, αλλά έχει ακόμη και με τον πλέον επίσημο τρόπο εκφραστεί και με τα αποτελέσματα της τελευταίας έρευνας του Ευρωβαρόμετρου.

Η έκφραση της δυσαρέσκειας της μεγάλης πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος σε βάρος της κυβέρνησης Μητσοτάκη τόσο όσον αφορά στη διαχείριση της πανδημίας, όσο και στην οικονομική πολιτική και στα ζητήματα της καθημερινότητας, προφανώς είναι πολύ ανησυχητική και γεμίζει φόβο τους κυβερνώντες.

Οι οποίοι γνωρίζουν καλά ότι η δημοσκοπική τους κυριαρχία είναι προσωρινή, καθώς οφείλεται στις ιδιόρρυθμες και πρωτοφανείς συνθήκες της καραντίνας που επέβαλε η πανδημία, αλλά και στις ιδιάζουσες μονοφωνικές συνθήκες ενημέρωσης που έχει επιβάλει η χειραγώγηση και ο έλεγχος των ΜΜΕ από τους ίδιους.

Όσοι ξέρουν να διαβάζουν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των δημοσκοπήσεων, πέραν της προσωρινής εικόνας της στιγμής που δίνουν τα ποσοστά που θα είχαν τα κόμματα αν σήμερα γίνονταν εκλογές, διαβλέπουν ότι η κυβερνητική δημοσκοπική κυριαρχία είναι εύθραυστη και δεν θα κρατήσει πολύ.

Πρώτα γιατί η περίοδος χάριτος στην κυβέρνηση, προκειμένου να διαχειριστεί ανενόχλητη την πανδημία, έχει οριστικά τελειώσει.

Δεύτερον γιατί η έξοδος στην κανονικότητα της ζωής, χωρίς πλέον τον φόβο της πανδημίας, επαναφέρει τους πολίτες στα συνήθη επίπεδα ενημέρωσης και συνεπώς και πολιτικής αντιπαράθεσης.

Τρίτον γιατί μετά την πανδημία οι Έλληνες εργαζόμενοι και επιχειρηματίες θα διαπιστώσουν με οδύνη το εύρος της οικονομικής κρίσης, της ύφεσης δηλαδή και της ανεργίας που προκάλεσε η κυβερνητική διαχείριση της οικονομίας στον καιρό της πανδημίας.

Τέταρτον γιατί τα εκατομμύρια από τα Ευρωπαϊκά ταμεία δεν θα μοιραστούν με διαφάνεια και δικαιοσύνη σε όσους τα χρειάζονται, αλλά θα συμβεί ακριβώς αυτό που κατηγόρησε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν στον ιστορικό του λόγο στο Καπιτώλιο, ως αιτία της οικονομικής καταστροφής και των τεράστιων ανισοτήτων. Που δεν είναι άλλο από το λίγα σε πολλούς, το trickle down δηλαδή, που θέλει την οικονομία να ενισχύεται εκ των άνω και την ανάπτυξη να διαχέεται στη συνέχεια και στα χαμηλότερα στρώματα.

Αυτή η σκληρή νεοφιλελεύθερη αντίληψη στην οποία έχουν γυρίσει την πλάτη ακόμη και οι πιο νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις της Ευρώπης, σύμφωνα με την οποία η ενίσχυση της οικονομικής ολιγαρχίας θα δημιουργήσει ευνοϊκό κλίμα για την ανάπτυξη της οικονομίας, από την οποία στη συνέχεια θα ευεργετηθούν και τα χαμηλότερα στρώματα, είναι μια τεράστια πλάνη. Που όπως δήλωσε ο νέος πλανητάρχης, είναι και η κύρια αιτία των ανισοτήτων και της φτώχειας στον πλανήτη.

Και τέλος ο πρωθυπουργός φοβάται γιατί γνωρίζει ότι ο έλεγχος της επικοινωνίας σε δημοκρατικές κοινωνίες και ιδίως σε κοινωνίες ανοικτές στη διεθνή ενημέρωση είναι προσωρινή και δεν μπορεί να διαρκέσει επ’ αόριστο.

Κάτι το Ευρωβαρόμετρο, κάτι το BBC, κάτι τα κοινωνικά δίκτυα και κάτι η ενημέρωση μέσω διαδικτύου, δεν θέλουν και πολύ οι Έλληνες για να καταλάβουν τι τους αποκρύπτεται και πως τους παραπλανούν και τους εξαπατούν.

Όπως λένε μπορείς να εξαπατήσεις πολλούς για μικρό χρονικό διάστημα, μπορείς να εξαπατήσεις λίγους για μεγάλο, αλλά δεν μπορείς να τους εξαπατάς όλους για πάντα.

Η τεράστια επιτυχία στο διαδίκτυο του αντικυβερνητικού μηνύματος του Μιθριδάτη ούτε τυχαία είναι, ούτε εδώ πρόκειται να σταματήσει.

Ο φόβος γι’ αυτά που γνωρίζει ότι έρχονται, σε συνδυασμό με τη δημοσκοπική επιμονή και τη σταθερότητα των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ ως οιωνεί αντίπαλου δέους, είναι που γεμίζουν με ανασφάλεια και φόβο τον πρωθυπουργό.

Ο οποίος βέβαια, πανικόβλητος από την εύθραστη πολιτικά κατάσταση, κάνει ένα μοιραίο λάθος.

Προσπαθεί να ξορκίσει το κακό, επιμένοντας στην ίδια επικοινωνιακή πολιτική της απομόνωσης και της φίμωσης της αντιπολίτευσης.

Ο πανικός όμως είναι πολύ κακός σύμβουλος.

Γιατί όσο περισσότερο εμφανίζουν το αντιδημοκρατικό, μονοκομματικό και ολοκληρωτικό πρόσωπο της διακυβέρνησής του, τόσο η φλόγα της αντίδρασης θα συντηρείται και θα φουντώνει.

Μέχρι να γίνει η σπίθα πυρκαγιά και να κάψει όχι μόνο τη δημοσκοπική δημοφιλία που προσωρινά απολαμβάνει, αλλά και την ίδια την πολιτική κυριαρχία της κυβέρνησής του.

Από

tvxs

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here