Θυμάμαι, που λέτε…

Του ΑΝΤΩΝΗ ΣΚΟΡΔΙΛΗ

(αφιερωμένο στη μνήμη της Κατερίνας Κουλουρίδου)

 

Πριν από δώδεκα χρόνια, στις 15 Ιουνίου 2007, έφυγε από τη ζωή η βαθιά ψυχή και νους του κινήματος των Ελλήνων διαβητικών Κατερίνα Κουλουρίδου. Το σημείωμα που διαβάζετε είναι αφιερωμένο στη μνήμη της:

Θυμάμαι, που λέτε, μια πολύ γενναία κυρία, μακαρίτισσα εδώ και μια δωδεκαετία, να ψάχνει να βρει τρόπους ώστε να αρχίσει να συζητιέται δημόσια η πολύ άγρια εκμετάλλευση των Ελλήνων διαβητικών από έναν ολάκερο μηχανισμό συμφερόντων επικεφαλής του οποίου ήταν κάποιος φερόμενος ως σωτήρας, διαπρεπής επιστήμων “κοινής αποδοχής” που “έκοβε και έραβε”. Μακαρίτης πλέον και αυτός, εδώ και όχι πολύ καιρό, έφυγε πλήρης χρόνων πολλά χρόνια μετά από τη πολύ γενναία κυρία που έφυγε νωρίς…

Θυμάμαι, που λέτε, να προσπαθούμε με τη γενναία αυτή κυρία να πείσουμε κάποιους άλλους διαπρεπείς της επιστήμης που της έδιναν 100% δίκαιο στις ιδιωτικές συζητήσεις να γράψουν και δυο λόγια δημόσια για τον μηχανισμό εκμετάλλευσης των διαβητικών ενισχύοντας την προσπάθεια να αποκαλυφθεί και αδρανοποιηθεί. Και αυτοί – οι της επιστήμης διαπρεπείς – να ψάχνουν να βρουν χίλιες δυο δικαιολογίες, άπασες στο μη κατάλληλο timing εστιασμένες και στην ανάγκη να δημιουργηθούν συμμαχίες (άραγε με ποιους άλλους;), ώστε αντί για δυο λέξεις να γράψουν μία, και ακόμα και αυτή εκτός θέματος.

Θυμάμαι, που λέτε, να επιμένουμε εκτιμώντας ότι η Γλυκιά Ζωή – το περιοδικό/ εργαλείο της ομοσπονδίας των διαβητικών της οποίας η γενναία κυρία ήταν επί χρόνια η ψυχή και η πρόεδρος – μπορούσε να κάνει τη διαφορά μιας και μοιραζόταν σε 30 χιλιάδες και πλέον ανθρώπους. Και όσο η επιμονή αυξανόταν, εκεί όπου πλέον μεταφραζόταν σε πίεση, πόρτες διαφημιστικές να απειλούν ότι θα κλείσουν, από αυτές ντε τις πόρτες τις εταιρικές φαρμακευτικές άνευ των οποίων καμιά Γλυκιά Ζωή δεν μπορούσε να υπάρξει. Και όσο οι πόρτες απειλούσαν, η πίεση να ανεβαίνει, η ιατρικού τύπου ντε πίεση, αυτή που χρειάζεται όσο ανεβαίνει τη φαρμακευτική αρωγή, να ανεβαίνει στα όρια και πέρα από αυτά. Υποχρεώνοντας σε προσωρινή (πάντα) αναδίπλωση, σε μια μικρή στάση για ξεκούραση. Και πάλι από την αρχή.

Θυμάμαι, που λέτε, δυο άθλια υποκείμενα, της κακιάς ώρας πολιτικούς νεοελληνικής κοπής, ηγετικές πολιτικές φυσιογνωμίες στο χώρο της υγείας της εποχής Καραμανλή του Β, να επιδεικνύουν ακρωτηριασμένα πόδια γεμάτα αίματα σε πανελλήνιο συνέδριο – μια Ημέρα επετειακή σαν σήμερα – για τον σακχαρώδη διαβήτη, γελώντας ως βρικόλακες ενώπιον εκατοντάδων άναυδων και άφωνων διαβητικών. Γελώντας ως βρικόλακες μέχρι να τους κόψει μαχαίρι το χαμόγελο σοβαρότατος επιστήμονας από τον χώρο των οικονομικών της υγείας – από τους μη λογιζόμενους ως κοινής αποδοχής στη χώρα των νεοελλήνων – μετωπικά (με την δική μας μικρή συντονιστική του τραπεζιού αρωγή) εξευτελίζοντας την βρωμερή επίδειξή τους. Βρωμερή και τρισάθλια, μιας και έγινε σε ένα timing όπου τα νούμερα των ακρωτηριασμών λόγω διαβήτη (διαβητικό πόδι) στην Ελλάδα ξεπέρναγαν ακόμα και αυτά της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης σε περίοδο πολέμου, προς δόξα των εμπόρων. Όχι όπλων, δε θυμάμαι και δε μιλάω γι’ αυτούς.

Θυμάμαι, που λέτε, εκατό και πλέον αντιπολιτευόμενους βουλευτές (αριθμός ρεκόρ για συναφή θέματα χαρακτηρίστηκε και αυτός) να καταθέτουν επερώτηση στον αρμόδιο περί της υγείας υπουργό όταν τα σκανδαλώδη νούμερα Βοσνίας Ερζεγοβίνης των εν Ελλάδι σε περίοδο ειρήνης ακρωτηριασμών με χίλιες προσπάθειες δημοσιεύτηκαν όχι σε κάποια ιατρική στήλη ή σελίδα κάποιας εφημερίδας αλλά στην στήλη “Ανθρώπινα” του αληθινά γενναίου δημοσιογράφου (και φίλου) Ηρακλή Ανδύρα της εφημερίδας Ελευθεροτυπία. Και κατόπιν της επερώτησης – θυμάμαι – τη πολύ γενναία κυρία των διαβητικών αλλά και κάμποσους άλλους γενναίους του περίγυρού της να αναθαρρεύουν πιστεύοντας ότι το μείζον θέμα (του άγριου μηχανισμού εκμετάλλευσης) άνοιξε, και άπαξ και άνοιξε δεν μπορεί πλέον να κλείσει. Και λίγο καιρό μετά – θυμάμαι – το μείζον θέμα να κλείνει, με τις τυπικές εκτός θέματος απαντήσεις που πάντοτε κλείνουν τα πράγματι μείζονα θέματα, και με τους επερωτώντες να αποζητούν πιεστικά να λάβουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μερίδιο από τις εντυπώσεις επειδή το “άνοιξαν”.

Θυμάμαι πολλά, κι άλλα πολλά. Θυμάμαι τους γενναίους ανθρώπους να δίνουν μάχη με την πίεση πέρα από τα όρια τους για να αλλάξει κάτι, έστω κάτι, σε ότι αφορά την εκμετάλλευση και τον άγριο μηχανισμό της, και τίποτε να μην αλλάζει. Την ιστορία ολάκερη των αγώνων των γενναίων ανθρώπων για γλυκιά ζωή στη βάρβαρη ετούτη των νεοελλήνων χώρα πολύ καλά θυμάμαι – (και) μέσω των αγώνων των γενναίων διαβητικών για τους οποίους σήμερα σας γράφω – γνωρίζοντας ότι συνεχίζεται ως έχει μέχρι και σήμερα.

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here