Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Η πρωτεύουσα της Εσθονίας, Ταλίν.

Λίγους μήνες πριν, η πρωτεύουσα της Εσθονίας, Ταλίν, ήρθε στην επικαιρότητα με τη γνωστή άρνηση του Έλληνα υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Σταύρου Κοντονή, να συμμετάσχει στο Διεθνές Συνέδριο με θέμα: ‘Η κληρονομιά στον 21ο αιώνα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τα κομμουνιστικά καθεστώτα’ που διοργανώθηκε στις 23 Αυγούστου, στο Ταλίν, στο πλαίσιο της Εσθονικής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το σκεπτικό του υπουργού ήταν ότι δεν αναγνωρίζει εγκλήματα από τα κομμουνιστικά καθεστώτα. Όπως γίνεται σε όλες τις περιπτώσεις όπου υπεισέρχονται πολιτικές αντιπαραθέσεις, ακολούθησε μεγάλη διαμάχη, ανακοινώσεις, δημοσιεύματα, δηλώσεις, και όσα μας τροφοδότησε η σχετική επικαιρότητα. Ας δούμε λίγο τα πράγματα από μια κάπως μακρυνή ιστορική σκοπιά.

Το Μουσείο της Κατοχής του Ταλίν

 

Για τους Εσθονούς, όπως και για όλους άλλωστε,  ‘η γη είναι πιο ακριβή κι’ απ’ το χρυσάφι’ και οι ίδιοι δεν θα μπορούσαν να αποτελούν εξαίρεση του γνωστού και προαιώνιου κανόνα. Δανείζομαι τα λόγια μεγάλου, προφανώς, αριθμού κατοίκων διαφόρων εποχών, μέσα από μια παλιά Εσθονική παροιμία. Οι Εσθονοί το ξέρουν καλά και το μεταφέρουν από γενιά σε γενιά, το έχουν βιώσει και αισθανθεί με τον χειρότερο, όχι πάντοτε βεβαίως, τρόπο μέσα στο πέρασμα των αιώνων και της ιστορίας της χώρας τους, με πολέμους αναγκαστικά pro aris et focis, υπέρ δηλαδή βωμών και εστιών, όπως έλεγαν οι Λατίνοι σε άλλες μακρυνές εποχές. Η ιστορία όμως, υπήρξε άδικη και σκληρή με την Εσθονία, με τους ποικίλους κατακτητές που πέρασαν από τα εδάφη της και τα τραύματα που άφησαν πίσω τους, με τη σειρά του ο καθένας αντικαθιστώντας τον άλλο. Η διάλυση της μεγάλης Σοβιετικής ένωσης στο τέλος, είχε σαν αποτέλεσμα η Εσθονία να ανακηρυχτεί, επιτέλους, ανεξάρτητη δημοκρατία, το 1991. Τον Απρίλιο του 2003 υπογράφτηκε η συμφωνία ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κάτι που τελεσφόρησε το 2004.

Ο Λένιν, το 1918, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, την παραχώρησε στους Γερμανούς, όμως μετά την κατάρρευση της Γερμανίας, ανακηρύχτηκε ανεξάρτητη δημοκρατία (1921). Αργότερα το 1940 η Σοβιετική Ένωση, σύμμαχος της τότε Ναζιστικής Γερμανίας, παραβίασε τη Διακήρυξη της εσθονικής ουδετερότητας και κατέλαβε τη χώρα. Έτσι τον Αύγουστο του 1940, η Εσθονία κόλλησε στο άρμα της ΕΣΣΔ ως Εσθονική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία πλέον. Στην επιχείρηση Μπαρμπαρόσα του γερμανικού στρατού που ακολούθησε, πολλές χιλιάδες Εσθονοί στρατολογήθηκαν βιαίως σαν ‘Σοβιετικοί’ στην αντίσταση, με αποτέλεσμα να ανακαταληφθεί από τη Γερμανία, το 1941. Τρία χρόνια μετά, το 1944 ο ερυθρός στρατός μπήκε πάλι στην Εσθονία. Πάνω από 120.000 Εσθονοί εγκατέλειψαν τα σπίτια και τη χώρα τους και μετακινήθηκαν προς τις γειτονικές τους χώρες. ‘Ακριβώς όπως και τότε, έτσι και σήμερα μπορούμε να επιστήσουμε την προσοχή του κόσμου στο γεγονός ότι, σε αντίθεση με την πλειοψηφία της Ευρώπης, το έτος 1945 δεν μας έφερε την ελευθερία’ δήλωσε βαθύτατα απογοητευμένος ο τρίτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Εσθονίας (από τον Οκτώβριο του 2001 μέχρι τον Οκτώβριο του 2006), Arnold Ruttel. Το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε την Εσθονία ξανά στο άρμα της ΕΣΣΔ, μέχρι βεβαίως την οριστική της διάλυση.

Στην σχετικά πρόσφατη επίσκεψή μου στο Ταλίν, ξοδεύω λίγο απόγευμα γύρω από τα τείχη της καταπράσινης πόλης. Παντού πάρκα, χώροι αναψυχής μικρών και μεγάλων ηλικιών. Το Μουσείο της Κατοχής της πόλης και της χώρας τους κοντά στην παλιά πόλη, λίγο έξω απ’ αυτή. Το γυάλινο κτίσμα του έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τα άλλα γύρω κτίρια, σαν να θέλει να σηματοδοτήσει τις δύσκολες ιστορικές καμπές που βίωσαν οι Εσθονοί. Σήμερα η μόνιμη έκθεση του Μουσείου της Κατοχής το οποίο άνοιξε το 2003, αντικατοπτρίζει τις εξελίξεις του πρόσφατου παρελθόντος στην Εσθονία στο διάστημα 1940–1991, όταν η χώρα είχε εναλλάξ καταληφθεί από τη Σοβιετική Ένωση, τη Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση για άλλη μια φορά ξανά. Υλικά, αντικείμενα και έγγραφα, συγκεντρώνονται σε μόνιμη βάση, μελετώνται, ταξινομούνται αναλόγως και εκτίθενται στο ευρύ ενδιαφερόμενο κοινό. Το Μουσείο ασχολείται με μια περίοδο για την οποία οι κάτοικοι είχαν ελλιπείς πληροφορίες, μια εποχή που χαρακτηρίζεται από την ολοκληρωτική εξουσία και την καταστολή της μάζας, ενώ προσπαθεί να δημιουργήσει ένα σύνθετο μνημείο, γι’ αυτούς που δεν επέστρεψαν στην πατρίδα τους, από οποιαδήποτε δικαιολογία. Θα είναι για τις καινούργιες γενιές, όπως ισχυρίζονται οι σημερινοί Εσθονοί, σαν μια επιτύμβια πλάκα, τρόπον τινά, για τους χιλιάδες συμπατριώτες τους που απώλεσαν τις ζωές τους και θάφτηκαν σε μαζικούς ανώνυμους τάφους, κι’ ακόμα γι’ αυτούς που δεν βρέθηκαν ποτέ από τους ενδιαφερόμενους προς τούτο. Όπως λένε οι υπεύθυνοι ετούτου του Μουσείου, καθήκον τους είναι να τεκμηριώσουν επιστημονικά τις καταστροφές και τους κατακλυσμούς που έλαβαν χώρα κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια και για να βρουν λεπτομερή στοιχεία για το παρελθόν που να βασίζονται σε ακριβή γεγονότα και τεκμηριωμένη ανάλυση. Τους ενδιαφέρει τα καινούργια παιδιά να μάθουν για τη ζωή των Εσθονών, αλλά και των Ρώσων, των Γερμανών, των Εβραίων, των Σουηδών και των άλλων μειονοτήτων στο πλαίσιο του ολοκληρωτικού καθεστώτος του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα. Δεν υπάρχει λόγος να ντρέπονται ή να κρύβουν την ιστορία τους, μάλλον το αντίθετο! Ταυτόχρονα όμως, δεν πρέπει να ξεχάσουν τις εμπειρίες που βίωσαν οι συγγενείς και οι συμπολίτες τους και να σιωπούν αμέριμνοι. Με τη βοήθεια των ανθρώπων του Μουσείου και τη δημοσιότητα που δόθηκε στο όλο εγχείρημα, έχουν όλοι ξεκινήσει να συλλέγουν αντικείμενα, έγγραφα και άρθρα για την περίοδο εκείνη και κάνουν επαφές με ιδιωτικά και κρατικά ιδρύματα, τα οποία, κατά καιρούς ασχολήθηκαν με παρόμοια προβλήματα. Βρίσκονται σε επαφή με την Εσθονική και Διεθνή Επιτροπή για τη Διερεύνηση των Εγκλημάτων κατά της Ανθρωπότητας και με την ομάδα εργασίας για τους πολιτικούς κρατούμενους στα Ρωσικά στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Το έργο του Μουσείου, το οποίο είναι μοναδικό στην περιοχή της Βαλτικής, επιτρέπει να συλλέγονται αντικείμενα και έγγραφα, τα οποία συμβολίζουν και σηματοδοτούν τη συγκεκριμένη εποχή και να καταγράφει τα απομνημονεύματα και τις μαρτυρίες αυτών που παρέμειναν και είναι βεβαίως ακόμα ζωντανοί.

Φυσικά προστάτης του έργου αυτού από τα πρώτα του βήματα, ήταν ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Εσθονίας, Lennart Meri. Ο στόχος των δραστηριοτήτων σήμερα πέρα απ’ αυτά που αναφέρθηκαν, είναι και να απαντηθούν βασικά ερωτήματα σχετικά με την πρόσφατη ιστορία της Εσθονίας, όπως ποιος ήταν συγκεκριμένα ο ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Εσθονίας στην περίοδο εκείνη και ακόμα ποια ήταν και πώς διαμορφωνόταν η κατασταλτική, η αγροτική αλλά και η πολιτιστική πολιτική των Σοβιετικών εδώ στη χώρα τους, παράλληλα με την ανάλογη συμπεριφορά και την πολιτική, γενικότερα,  των ναζί τα χρονικά διαστήματα που βρέθηκαν εκεί.

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here