The Giant-Ενα σκοτεινό βασκικό παραμύθι, χωρίς μαγεία

 

Σκηνοθεσία: Aitor Arregi, Jon Garaño

Ηθοποιοί: Ramón Agirre, Iñigo Aranburu, Iñigo Azpitarte

 

 

Οι Βάσκοι σκηνοθέτες Αϊτόρ Αρέγκι και Τζον Γκαράνιο αφηγούνται με όρους σκοτεινού παραμυθιού μια πραγματική ιστορία της πατρίδας τους η οποία, παρά την τεχνική αρτιότητα και την ενδιαφέρουσα πολιτισμική της διάσταση, χάνει τη μαγεία της ήδη από τα μισά της διαδρομής της

Όντας το μεγάλο φαβορί και έχοντας τελικά συλλέξει δέκα βραβεία της Ισπανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου (γνωστά και ως Βραβεία Γκόγια) το νέο φιλμ των Βάσκων σκηνοθετών Αϊτόρ Αρέγκι και Τζον Γκαράνιο μας μεταφέρει σε μια απομονωμένη αγροτική περιοχή της πατρίδας τους τον 19ο αιώνα, περιγράφοντας την βασισμένη σε αληθινά γεγονότα ιστορία δύο αδερφών, ένας εκ των οποίων πάσχει από γιγαντισμό. Δίνοντας έμφαση στον μοναδικό πολιτισμικό χαρακτήρα της περιοχής τους (η ταινία είναι εξ ολοκλήρου γυρισμένη στη βάσκικη γλώσσα) και επιδεικνύοντας εντυπωσιακή τεχνική επιμέλεια, οι δύο δημιουργοί καταφέρνουν ως έναν βαθμό να μετατοπίσουν το ενδιαφέρον μακριά από το προβλέψιμο στόρι, του οποίου η ομοιότητα με τον «Άνθρωπο Ελέφαντα» του Ντέιβιντ Λιντς λειτουργεί καταλυτικά εις βάρος του.

Παρότι η σχέση ανάμεσα στον Μαρτίν και τον Χοακίν αποτελεί τον αφηγηματικό πυρήνα της ταινίας, είναι το θεόρατο σώμα, το οστεώδες πρόσωπο και το επιβλητικά αργόσυρτο βάδισμα του δεύτερου που βρίσκονται σχεδόν πάντοτε στο επίκεντρο, δίνοντας την εντύπωση ότι, οξύμωρα, το φιλμ τελικά υποκύπτει σε αυτό που προσπαθεί να αποφύγει: μια στερεοτυπική αποτύπωση της διαφορετικότητας, εστιασμένη σε έναν άνθρωπο-θύμα μιας ολόκληρης εποχής σκοταδισμού και δεισιδαιμονιών. Είναι ελάχιστες οι στιγμές στις οποίες η ταινία αποφασίζει να μπει λιγάκι πιο βαθιά, στο μυαλό και την καρδιά του τεράστιου Χοακίν, αφήνοντας στην άκρη την εξωτερική του μορφή. Μοιραία λοιπόν, το ιδιαίτερα ενδιαφέρον πρώτο μέρος που αφηγείται την αναγκαστική στράτευση του Μαρτίν στον λεγόμενο «Καρλικό» εμφύλιο πόλεμο του 1830 ο οποίος του αφήνει ως λάφυρο ένα παράλυτο χέρι, την μετέπειτα επιστροφή του στο χωριό και την επανένωση με τον αδερφό του που εν τω μεταξύ έχει γίνει διπλάσιος σε μέγεθος, δίνει τη θέση του σε μια σχετικά συμβατική συνέχεια γεμάτη επεισοδικές σκηνές που απεικονίζουν την εκμετάλλευση του «ξεχωριστού» αδερφού του από τον ίδιο και έναν ιμπρεσάριο, ο οποίος μοιάζει να χρησιμοποιείται μόνο για λόγους δραματικής ενίσχυσης. Οι τρεις τους ταξιδεύουν αρχικά σε όλη την Ισπανία (η φήμη του φτάνει έως το παλάτι, χαρίζοντας μια από τις πιο αυθεντικά παράξενες και χιουμοριστικές σκηνές του φιλμ) και στη συνέχεια σε πολλές χώρες της Ευρώπης εκθέτοντας την ατραξιόν τους κάτω από συνθήκες ελαφρώς καλύτερες από εκείνες του τσίρκου.

Το μόνο που μοιάζει να εξελίσσεται από εκεί και πέρα είναι το μέγεθος του Χοακίν καθώς, πέρα από την αδιαμφισβήτητα σπουδαία φωτογραφία που εναλλάσσει πανοραμικά πλάνα χορταριασμένων λόφων με αγροτικά υποφωτισμένα δωμάτια -φέρνοντας στο νου πίνακες Φλαμανδών ζωγράφων- η ταινία δείχνει να επιμένει στο συμβατικό περιεχόμενό της και όχι σε μια πιο λυρική προσέγγιση του τι σημαίνει να είσαι διαφορετικός. Αναμφίβολα μπορεί κανείς να εντοπίσει σκηνές απαράμιλλης ομορφιάς και θεσπέσιας ποιητικότητας, όπως αυτή στην οποία ο εξουθενωμένος Χοακίν αφήνει το τεράστιο κορμί του στην αγκαλιά και τη γαλήνη της θάλασσας πλαισιωμένος από τη διακριτικά παρούσα μουσική επένδυση του φιλμ. Κι αυτές όμως μοιάζουν να εγκαταλείπονται γρήγορα, θαρρείς και οι σκηνοθέτες νιώθουν ότι παραστράτησαν από το στόχο τους που δεν είναι άλλος από την καταγραφή των ιστορικών γεγονότων.

Συνοψίζοντας, ο «Γίγαντας» είναι μια ταινία που θα μπορούσε να προσφέρει πολλά περισσότερα, αλλά τελικά επιλέγει συνειδητά να μην το κάνει. Πολλοί από τους υπαινιγμούς της μένουν ανολοκλήρωτοι (από το αχρείαστο voice-over έως την υπόγεια σύνδεση των δύο αδερφών μέσω των αναπηριών τους), τα συναισθηματικά κίνητρα και οι συγκρουόμενοι εσωτερικοί κόσμοι των πρωταγωνιστών μένουν αδικαιολόγητα στο υπόβαθρο και η χρήση της ίδιας της ιστορίας ως μια αλληγορία για την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της χώρας προέλευσής της, παρότι θα μπορούσε να αποδειχθεί ιδιαιτέρως αποδοτική, φαίνεται να μην ενδιαφέρει καθόλου. Παρόλα αυτά η ταινία κατορθώνει να ανατρέψει σε στιγμές τα εις βάρος της προγνωστικά, κυρίως μέσω της εξαιρετικής της κατασκευής και των στιγμών εκείνων όπου αφήνει τον εαυτό της να λειτουργήσει ελεύθερα. Που ανατάσσεται και κοιτά το αντικείμενό της στα μάτια, όπως σε εκείνη τη συμβολική σκηνή στην οποία ο άτυχος Χοακίν καταλαβαίνει ότι τελικά δεν είναι ο μόνος που αντικρίζει ετούτο τον κόσμο από τόσο ψηλά.

2.5/5 αστέρια

Πάνος Αχτσιόγλου

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here