Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Όλα ξεκίνησαν άθελά μου,  προσπαθώντας να διαχειριστώ στην ουσία τοπογραφικά τα καινούργια μου βιβλία, αποκτήματα των γιορτινών ετούτων ημερών. Κάποια αγοράστηκαν αποκλειστικά  από μένα, άλλα χαρίστηκαν από φίλους και συναδέλφους, με αποτέλεσμα να έρθω σε εμφανές, για ακόμα μια φορά, αδιέξοδο. Ούτως ή άλλως ένα παλιό μου όνειρο και αέναη προσπάθεια να μπορέσω επιτέλους κάποτε να ξεχωρίσω τα αυστηρά επαγγελματικά μου βιβλία από όλα τα άλλα, εκείνα που τα συνόδευαν σε όλη αυτή τη μακρόχρονη πορεία μου, παράλληλα, με την  έννοια δημιουργίας δεύτερου ανεξάρτητου γραφείου, έπεσε στο απόλυτο κενό για πολλούς και ευνόητους λόγους, με κυριότερο αυτό της ανεύρεσης ικανού χώρου. Και τα πρώτα απ’ αυτά,  είναι ομολογουμένως πολλά. Σαράντα πάνω κάτω χρόνια, διακονώντας και επιβιώνοντας μέσα απ’ αυτή τη λίαν απαιτητική και δύστροπη από πλευράς ωραρίου εργασία και λειτούργημα, δεν έχει εδώ και τόση σημασία πως ονομάζεται, αλλά τόσο όμορφη στα μάτια άλλων, εκείνων που πρόστρεχαν σε μένα για βοήθεια, συγκέντρωσαν αναρίθμητους τόμους στο μονίμως ακατάστατο γραφείο, με τα κάπως λυγισμένα ράφια της έρμης βιβλιοθήκης μου ακόμα να μην διαμαρτύρονται, αλλά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.  Χάος, σε βαθμό που πολλές φορές αμφέβαλα αν μπορούσα να διαχειριστώ ικανοποιητικά κάποια άλλα απλούστερα  πράγματα στη ζωή μου!

Πρωινή ήσυχη ώρα ξεκίνησα να βάλω πάλι στοιχειώδη έστω τάξη, μια μικρή ακόμα συμβολή  στη διαρρύθμισή τους. Είχα ήδη  υιοθετήσει κάποιες παλιότερες  σκέψεις  μου και προβεί σε μερικές απαραίτητες ενέργειες εδώ και λίγο καιρό. Τα παλιά και αρκετά πρόσφατα επαγγελματικά μου βιβλία, άρχισα σιγά-σιγά να τα χαρίζω σε νεότερους συναδέλφους και σε ειδικές βιβλιοθήκες, κι’ αυτό με γέμισε χαρά και ικανοποίηση, όχι μόνο γιατί εξασφάλισα χώρο αλλά κυρίως γιατί εκείνοι οι μικρότεροι είναι που θα συνεχίσουν ότι τους δώσαμε, τους διδάξαμε  και τους εμπνεύσαμε εμείς οι μεγαλύτεροι, όταν σε πολύ λίγα χρόνια θα μπορέσουμε πια να πάρουμε επιτέλους το αναμενόμενο διαζύγιο, χωρίς να είναι απόλυτο βέβαια ότι το επιθυμούμε,  από τη μέγαιρα ‘σύζυγό’ μας η οποία δεν μας επέτρεπε άλλα ξεστρατίσματα όσο καιρό συμβιώναμε  μαζί της.  Ίσως, οφείλω εδώ να εξομολογηθώ,  να μην υπήρξα από αυτής της πλευράς πιστός ‘σύζυγος’, και ιδού το τελικό και αθροιστικό αποτέλεσμα πάνω στα ράφια, το γραφείο, τις γωνιές, τα τραπεζάκια, τα κομοδίνα, τα πατώματα κάπου -κάπου, παντού! Το ένα βιβλίο πάνω στο άλλο, αλληλοεπικάλυψη χαρτιού, στην ουσία παρέλαση συγκεκριμένων εποχών, ιδιαίτερων επαγγελματικών περιόδων, με σημασία όχι ιστορική αποκλειστικά, αλλά περισσότερο προσωπική και συναισθηματική! Σε μια από τις πρώτες σελίδες των βιβλίων που έρχονταν στην κατοχή μου, πάντοτε είχα τη συνήθεια να γράφω το όνομά μου, σε καθαρεύουσα γλώσσα που υπήρχε αναγκαστικά στο προσκήνιο τότε, την ημερομηνία και τον τόπο  που αποκτήθηκαν από μένα και τη βιβλιοθήκη μου, κάτι που έμεινε στη συνέχεια όταν γράφω ή αναφέρω το όνομά μου. Την ίδια τακτική εφάρμοσα και στους δίσκους βινυλίου οι οποίοι ατάραχοι, σε νεκρική σιγή τα τελευταία χρόνια,  και σκονισμένοι  καταλαμβάνουν άθελά τους σεβαστό χώρο στα ράφια των τοίχων, αναμένοντας την επανάκαμψη. Ξεσκονίζοντας κάποιες γωνιές έπεσα σε περιόδους δύσκολες. ‘Famagusta. June ’73’, διάβασα στις μέσα σελίδες του δίσκου ‘Goats head soup’ των Rolling Stones, φέροντας στο νου μακρυνές γωνιές που χάθηκαν στη λήθη μαζί με κάποια ονόματα σε παραλίες και μακρυνούς λειμώνες στη Μεσαορία. Στην προσπάθειά μου να βγάλω την προστατευτική ζελατίνα που συνήθως αγόραζα για προστασία των πολύτιμων και αισθητικά υπέροχων εξωφύλλων, σταμάτησα αφού παρατήρησα γεμάτος τρόμο να ξεφλουδίζονται ορισμένα σημεία του χαρτιού σαν να μην ήθελε το σύμπλεγμα να ταρακουνηθεί και να αλλάξουν κάποιες ισορροπίες αποτέλεσμα της ‘συμβίωσης’ δεκαετιών.

Τακτοποιώντας  και ξεσκονίζοντας κάποια από αυτά τα βιβλία, βρήκα αφιερώσεις φίλων και συναδέλφων οι οποίοι δυστυχώς είχαν εγκαταλείψει τα εγκόσμια, άλλων προσώπων  που  είχαν εξοστρακισθεί με τον ένα ή άλλο τρόπο  απ’ τη ζωή μου, χωρίς πάντα δική μου υπαιτιότητα, κάποια άλλα που είχαν αγορασθεί δύο και τρεις φορές, μερικά με την τιμή τους στην αρχή ή το τέλος και μάλιστα σε δραχμές, κάποτε! Κάποια μου υπενθύμισαν αγαπημένα μέρη και προορισμούς στους οποίους είχα βρεθεί για άλλοτε άλλο χρονικό διάστημα, ορισμένα τα είχα διαβάσει, κάποια άλλα περίμεναν υπομονετικά και αδιαμαρτύρητα τη σειρά τους η οποία ομολογουμένως δεν ήρθε ποτέ, όλα μου έστρεψαν την προσοχή ή το ενδιαφέρον σε κάτι μέσα μου, βαθύ και πολύ προσωπικό!

Προσπάθησα είναι αλήθεια, για ώρες,  να κρατήσω σε ξεχωριστά ράφια όσα μου χάρισαν αγαπημένα πρόσωπα, αλλά εις μάτην, γιατί κάτι τέτοιο σκόνταφτε σε άλλες κατατάξεις και τακτοποιήσεις που αφορούσαν και περιελάμβαναν το είδος της γραφής και το αντικείμενο. Περίοπτο και πολύτιμο χρόνο αφιέρωσα με το βλέμμα μου καρφωμένο στο πολύτομο και πολυσέλιδο  ‘Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο’ του Μαρσέλ Προύστ, από τις εκδόσεις της Εστίας, και σε μετάφραση του Παύλου Ζάννα, ξεφυλλίζοντας  ενδεικτικά μερικές απ’ τις αναρίθμητες σελίδες του. Είχα διαβάσει κατά καιρούς διάφορα τμήματα και ποτέ ολοκληρωμένα, αλλά σκέφτηκα πως θα γινόταν πραγματικότητα ένα τέτοιο εγχείρημα  άραγε και τι θα απαιτούσε από μεριάς μου;  Κι’ ακόμα χειρότερα, είναι ότι δεν ξέρω αν θα μπορέσω ποτέ να υλοποιήσω αυτό το όνειρο! Πόσος χρόνος χρειάζεται για κάτι τέτοιο, σκέφτηκα. Αρκετός, είπα μέσα μου,  ο χρόνος δυστυχώς περνάει, συλλογίστηκα ξανά με κάποια δόση υφέρπουσας μελαγχολίας κοιτώντας ετούτη τη φορά έξω απ’ το παράθυρό μου, και ίσως να μην προλάβω ή να μη βρω τον απαραίτητο χρόνο.  Αλλά μήπως εμείς περνάμε στην πραγματικότητα απ’ εδώ κατέληξα έντρομος,  κι’ όχι αυτός;

Η ψιλή βροχή που έπεφτε ακόμα, δεν σταμάτησε όλη νύχτα!

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here