Το ταξίδι της  κοκαΐνης μέσα στα μπλουζ

 

Του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΧΟΡΕΤΣΑΝΙΤΗ

Έχει τονισθεί επανειλημμένως ότι με τα μπλουζ, η υποβαθμισμένη κουλτούρα των μαύρων στις Ηνωμένες Πολιτείες, ειδικά στις αρχές του προηγούμενου πλέον αιώνα, είχε και έχει βεβαίως ακόμα αλλά σε μικρότερο βαθμό,  τα δική της λαϊκή μουσική. Οι καθημερινές δυσκολίες, οι συγκινήσεις, η προσωπική και οικογενειακή ανασφάλεια, η αναγκαστική περιπλάνηση και εσωτερική μετανάστευση για βιοποριστικούς σκοπούς και οι συνεχείς μετακινήσεις τους γιατί είτε τσακώθηκαν με το αφεντικό ή τον ιδιοκτήτη κάποιου κέντρου, είτε μίλησαν άσχημα σε κάποιο λευκό προστάτη τους, είτε κακοπληρώνονταν, η εγκατάλειψη κάποιων αγαπημένων προσώπων με ότι αυτό συνεπαγόταν και γι’ αυτούς που έφευγαν, αλλά και για εκείνους που έμεναν πίσω, η κοινωνική διαμαρτυρία εκφρασμένη τις περισσότερες φορές συγκεκαλυμμένα, και βεβαίως η απελπισία του έρωτα, όλα αποτυπώνονται εκεί μέσα στους στίχους των μπλουζ, με την απλότητα, την αγριότητα και τον υπαινιγμό στα νοήματα που πολλές φορές τα χαρακτηρίζει.

Μέσα σ’ όλα αυτά, σε εκείνη τη πραγματικότητα στο συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, όπως και σε περιόδους διάλυσης του κοινωνικού ιστού, βίαιης ή στοχευμένης αποσάρθρωσης κάποιων κοινωνικών ομάδων, είναι ευνόητο ότι το θέμα των ναρκωτικών έρχεται αυτόματα στο προσκήνιο, και μάλιστα  σε καινούργιες βάσεις, αν και το τελικό αποτέλεσμα ήταν το ίδιο, και δεν είναι άλλο παρά οι αυτοκαταστροφικές τάσεις των εμπλεκομένων και κυρίως των υποταγμένων αμαχητί σε αυτά.  Η τέχνη, και κυρίως το τραγούδι, δεν μπορούσε να μένει αμέτοχη και ευτυχώς πάντα συνέπλεε με τα παραπάνω φαινόμενα, σε όλες τις γωνιές αυτού του πλανήτη, καταγράφοντας και  τοποθετώντας το θέμα στις πραγματικές του διαστάσεις, αλλά και απομυθοποιώντας το ταυτόχρονα.  Οι άνθρωποι που δημιούργησαν  και ανέδειξαν το μπλουζ, οι πρωταγωνιστές του φαινομένου, της τελευταίας ίσως δημώδους μουσικής, όπως τονίστηκε πολλάκις,  άντρες και γυναίκες, από την εποχή των κλασσικών μπλουζ, δηλαδή τη δεκαετία του ’20 του εικοστού αιώνα, είχαν το σθένος, και μπόρεσαν και αποτύπωσαν με περίσσεια τόλμη όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού ετούτου προβλήματος,  όπως την ψυχική ευφορία των χρηστών των ναρκωτικών ουσιών, όποιες κι αν ήταν αυτές πρόσφορες, και όλες τις γνωστές μας παραληρηματικές και ψυχεδελικές καταστάσεις, είτε από  βιωμένες προσωπικές  εμπειρίες, είτε από αναφορές φίλων και γνωστών. Το φαινόμενο, βέβαια, αν το δούμε ιστορικά και θελήσουμε να το προεκτείνουμε λίγο, επαναλήφθηκε κάμποσες δεκαετίες αργότερα, με αναμεμιγμένους όμως εδώ, τους εκφραστές του ροκ. Η κοκαΐνη, λοιπόν για να επανέλθουμε στην ιστορική εκείνη περίοδο, ήταν μια από τις ουσίες που χρησιμοποιήθηκαν από πολλούς μαύρους σε μια προσπάθεια ‘επίλυσης’ κάποιων σοβαρών προβλημάτων που τους βασάνιζαν. Πολλοί  λοιπόν στίχοι των μπλουζ, αναφέρονται σ’ αυτή, περιγράφοντας με τον τρόπο τους αυτά που βίωσαν  οι, άμεσα ή έμμεσα, εμπλεκόμενοι.

Το  ‘‘Cocaine blues’’, ίσως είναι το πιο διάσημο μπλουζ  που αναφέρεται στα ναρκωτικά. Η ηχογράφηση έγινε τον Ιούνιο του 1957 στην Νέα Υόρκη. Ο Reverend Gary Davis (1896-1972), είπε ότι έμαθε το τραγούδι το 1905 από κάποιο μουσικό περιοδεύοντος θιάσου, με το όνομα Porter Irving.  Αυτή η έκδοση αποτελείται από δίστιχα με ομοιοκαταληξία, που ακολουθούνται από το ρεφρέν ‘Η κοκαΐνη, που τρέχει σε όλο το μυαλό μου’ (Cocaine, running all around my brain). Το τραγούδι μερικές φορές είναι γνωστό και ως Coco Blues. Έγινε ευρέως γνωστό στη δεκαετία του ’60 από τον Reverend Blind Gary Davis (1896-1972), αλλά από κει και πέρα βρίσκεται σε διάφορες εκδοχές και ηχογραφήσεις τις οποίες μπορεί να αναζητήσει σε βιβλία και διάφορες ιστοσελίδες, κυρίως, ο απαιτητικός αλλά και υπομονετικός, θα έλεγα, αναγνώστης και ερευνητής. Ο Reverend Gary Davis τραγουδούσε στίχους σαν κι αυτούς:

‘Come, my baby, dressed in white/Hey, baby, won’t you stay the night/Cocaine all around my brain.

Come, my baby dressed in red/Hey, baby, won’t you come to bed/Cocaine all around my brain.

Hey, baby, won’t you please come quick/This old cocaine is making me sick/Cocaine all around my brain.

Come, my baby dressed in green/Hey, baby, can’t be seen/Cocaine all around my brain….’.

Ο Reverend Gary Davis, γνωστός και ως  Blind Gary Davis (1896–1972), ήταν τραγουδιστής και κιθαρίστας των μπλουζ και γκόσπελ, αλλά εξίσου καλός στο μπάντζο και τη φυσαρμόνικα. Ο τρόπος παιξίματος της κιθάρας του, επηρέασε πολλούς άλλους καλλιτέχνες και  μαθητές του στη Νέα Υόρκη, στους οποίους περιλαμβάνονται οι γνωστοί μας σε κάποιο βαθμό, Stefan Grossman, David Bromberg, Roy Book Binder, Larry Johnson, Woody Mann, Nick Katzman, ο Dave Van Ronk, Tom Winslow, Rory Block, Ernie Hawkins, κι ακόμα τους Bob Dylan και Grateful Dead. Γεννήθηκε στο Laurens, στη Νότια Καρολίνα, και τυφλώθηκε σε πολύ μικρή ηλικία. Ο ίδιος ανέφερε πως ο πατέρας του σκοτώθηκε στο Μπέρμιγχαμ της Αλαμπάμα, όταν αυτός ήταν δέκα χρονών, ενώ κάποια στιγμή αργότερα είπε πως  πυροβολήθηκε από τον σερίφη  της πόλης. Ακολούθησε κατά τα λεγόμενά του, μια  περίοδος  κακομεταχείρισης από την μητέρα του, αν και  πριν από το θάνατό του, ο πατέρας του τον είχε δώσει στη φροντίδα της γιαγιάς του. Στα μέσα της δεκαετίας του 1920, μετανάστευσε στο Durham της Βόρειας  Καρολίνα, ένα σημαντικό κέντρο μαύρης κουλτούρας εκείνη την εποχή, όπου συνεργάστηκε με μια σειρά από άλλους καλλιτέχνες. Το 1937 κατά την παραμονή του εκεί, ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, κι άρχισε να εκφράζει την προτίμησή του για την εμπνευσμένη μουσική των γκόσπελ. Στη δεκαετία του 1940, η σκηνή μπλουζ του  στο Durham άρχισε να παρακμάζει και μετανάστευσε στη Νέα Υόρκη. Η δεκαετία του 1960 αναζωπύρωσε ξανά την καριέρα του, με εμφανίσεις και ηχογραφήσεις. Πέθανε τελικά τον Μάιο του 1972, από καρδιακή προσβολή στο  Νιού Τζέρσεϊ.

Ένα πρωτοποριακό  τραγούδι για την εποχή του υπήρξε  το “Cocaine habit blues” της Hattie Hart και των Memphis Jug Band. Την εποχή εκείνη, η  Hattie Hart ήταν μέλος των Memphis Jug Band κι είχε αντικαταστήσει την Memphis Minnie. Το συγκεκριμένο κομμάτι ηχογραφήθηκε στις 17 Μαΐου 1930, οι στίχοι είναι αρκετά απλοί, στοχεύοντας κατευθείαν στο στόχο, χωρίς υπονοούμενα, συγκεκαλυμμένες έννοιες και άλλα παρεμφερή λεκτικά τεχνάσματα:

‘Η εξάρτηση που έχω από την κοκαΐνη είναι πολύ κακή/Είναι η χειρότερη συνήθεια απ’ όσες είχα ποτέ/ Έι γλύκα σε κερνάω ένα σνιφάρισμα/ Πήγα στου Mr. Beaman τρέχοντας, κι είδα ένα σημάδι στο παράθυρο που έγραφε ‘όχι άλλη πρέζα’/ Έι γλύκα, πάρε μια μυρωδιά από μένα (…)/ Μ’ αρέσει το ουίσκυ, γουστάρω το τζιν/ αλλά ο τρόπος που αγαπάω την κοκαΐνη είναι μεγάλη πληγή(…)’.

(Cocaine habit mighty bad/It’s the worst old habit that I ever had/ Hey, hey, honey take a whiff on me./I went to Mr Beaman ‘s in a lope/Saw a sign on the window said no more dope/ Hey, hey, honey take a whiff on me./If you don’t believe cocaine is good/ Ask Alma Rose at Minglewood/Hey, hey, honey take a whiff on me./I love my whiskey and I love my gin/But the way I love my coke is a doggone sin/Hey, hey, honey take a whiff on me…)

Η κοκαΐνη  ήταν παράνομη στις ΗΠΑ το 1914 με το νόμο περί Ναρκωτικών. Από το 1930 αναγνωρίστηκε ως επικίνδυνο φάρμακο και δεν χρησιμοποιούνταν πλέον όπως στα τέλη του δέκατου ένατου και στις αρχές του εικοστού αιώνα, που  ήταν νόμιμη.   Βέβαια στους κύκλους των νέγρων, στις φτωχοσυνοικίες και όχι μόνο, κυκλοφορούσε αρκετά στα τέλη της δεκαετίας του ’20 και αρχές του ’30,   τουλάχιστον τόσο όσο χρειαζόταν για να γραφτούν υπέροχα τραγούδια και να μας  μείνουν πολιτιστικό κληροδότημα από αυτή τη μεγάλη δημώδη μουσική.  Ο Luke Jordan ήταν από τη Βιρτζίνια. Η δική του εκδοχή (1927) στο ‘Cocaine Blues’ ήταν κάπως διαφορετική.  Πολλές όμως από τις εκτελέσεις και διασκευές του μπλουζ ‘Cocaine Blues’, εμφανίστηκαν και καταγράφηκαν ως παραδοσιακές, ενώ άλλες με διάφορα ονόματα, όπως και του Jordan. Ο Luke Jordan (1892-1952) πάντως, ήταν ο πρώτος που ηχογράφησε τραγούδι με τίτλο Cocaine blues, στη Charlotte της Βόρειας Καρολίνας, στις 16 Αυγούστου  1927. Η επαγγελματική του καριέρα ξεκίνησε στην ηλικία των τριάντα πέντε ετών, όταν ανακαλύφτηκε από την εταιρεία Victor Records. Το 1927, εκτός της προαναφερομένης ηχογράφησης, έκανε και κάποιες  άλλες, όχι πολλές.

Ας δούμε, όμως, κάποιους στίχους του δικού του ‘Cocaine blues’:

‘…..Τώρα βρήκα μια κοπέλα που εργάζεται στην αυλή μιας λευκής/Μου φέρνει φαγητό, μπορώ να ορκιστώ και λίγο λαρδί/ Μου φέρνει κρέας, μου φέρνει λαρδί/ Μου φέρνει τα πάντα ορκίζομαι που μπορεί να κλέψει/ Τώρα ήρθε ένα τσίρκο στην πόλη/Είχαν μια χορεύτρια που φαινόταν καλή και σκουρόχρωμη/
Δεν ήξεραν ότι ήταν παράνομο/Αλλά η μαϊμού σταμάτησε σε ένα καλό φαρμακείο/Περπατήσαμε γύρω από τη γωνία  ένα λεπτό αργότερα/ Ένας άλλος καθόταν εκεί στη μεγάλη πίσω πόρτα/ Εγώ είμαι απλά άγριος ​​για την  καλή μου κοκαΐνη….’.

(Now I got a girl, she works in the white folk   ‘s yard/She brings me meal, I can swear she brings some lard/ She brings me meat, she brings me lard/ She brings everything I swear that she can steal/Now Barnum Bailey Circus came to town/They had a dancer looking good and brown/They didn’t know it was against the law/ But the monkey stopped at a Fine drugstore/Stepped around the corner just a minute too late/ Another one sitting there at the big back gate/I’m simply wild about my good cocaine…).

Αυτά λέει ο τραγουδιστής. Είναι απλώς άγριος για την  καλή και καινούργια κοκαΐνη του. Παρά τις λίγες ηχογραφήσεις του ο Luke Jordan, άσκησε τελικά μεγάλη επιρροή στους δικούς του γύρω από Βιρτζίνια και την Ανατολική Ακτή.

Ο Charley Patton (1891-1934)  ήταν ο μεγαλύτερος μουσικός μπλουζ του Δέλτα του Μισισιπή το 1920, και κατά πολλούς ο θεμελιωτής τους,  ένα κλασσικό παράδειγμα μπλούζμαν που ζούσε  ως ημιεπαγγελματίας καλλιτέχνης, που κάποτε βρισκόταν στην ευχάριστη θέση να ξεφεύγει από την σκληρή εργασία στις βαμβακοφυτείες και τα χωράφια. Κάποια στιγμή όταν η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της περιοχής του, του επετράπη να φύγει από τη φυτεία που δούλευε και προσελήφθηκε από τον George Kirkland, έναν άλλο ιδιοκτήτη φυτείας μόλις λίγα μίλια πιο πέρα, ο οποίος και του ανέθεσε να εργάζεται πλέον ειδικά ως μουσικός και τον απελευθέρωσε από τις άλλες αγροτικές του υποχρεώσεις.  Ο Charley Patton κατέγραψε την άποψη του για τον εθισμό στην κοκαΐνη το 1929, στο  ‘A Spoonful Blues’. Μετά την πρώτη γραμμή του τραγουδιού, ο Patton   ποτέ δεν ξαναλέει τη λέξη spoonful  με τη φωνή του, αλλά αφήνει αυτή τη δουλειά για την κιθάρα του. Είναι λιγότερο θιασώτης της κοκαΐνης σε σχέση με μερικούς από τους άλλους τραγουδιστές. Μέσα σε αυτό τραγούδι, ζει πραγματικά την ένταση του εθισμού σε αυτή.  Τραγουδάει ‘…Το μόνο που θέλω σε αυτό τον κόσμο,  είναι μια κουταλιά. Θα σκότωνες έναν άνθρωπο; Ναι,  θα σκοτώσω σχεδόν για μια κουταλιά’:

‘….It’s all I want, in this creation is a…/I go home (spoken: wanna fight!) about a…/ Doctor’s dying /About a…/These women going crazy every day in their life about a…/Would you kill a man dead? (spoken: yes, I will!) just about a…/ Oh babe, I’m a fool about my…/Don’t take me long!) to get my…/ Hey baby, you know I need my…/ I go to bed, get up and wanna fight about a…/Would you kill a man?/Yes I would, you know I’d kill him just about a…’.

Ο Charley Jordan (1890-1954) ηχογράφησε τη δική του εκδοχή του τραγουδιού της κοκαΐνης για τη δισκογραφική Vocalion το 1930, με τον τίτλο ‘Μόνο  μια κουταλιά’ (Just a Spoonful).

‘Το μόνο που επιθυμώ σε αυτή την πλάση, είναι μεγάλα μουλάρια, μια μικρή φυτεία και μια κουταλιά. Θέλω λίγο, μόλις μια κουταλιά. Χαστούκισα τον δικαστή και πάω φυλακή για μια κουταλιά. Θα πάω στη φυλακή, δεν θέλω καμία εγγύηση για μια κουταλιά… Περπατώ στο δρόμο όλη τη νύχτα ψάχνοντας για την κουταλιά μου… Η αστυνομία με συνέλαβε, με χτύπησε κάτω για μια κουταλιά. Πήρα το τραίνο κι έφυγα απ’ την πόλη για μια κουταλιά’.

(All I crave, this creation is a spoonful/Big fat mules, little plantation and a spoonful/I want some, just a spoonful/Just a spoonful, just a spoonful/ I smacked the judge and I go to jail for a spoonful/I go to jail, I don’t want no bail for a spoonful… I walk the street all night long looking for my spoonful… Police caught me, he knocked me down for a spoonful. I caught the train, I left the town for a spoonful).

Αυτά τα τραγούδια  σηματοδότησαν και το τέλος της εποχής της κοκαΐνης από τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, δεδομένου ότι πολλά άλλα ναρκωτικά έκαναν την εμφάνισή τους στις πιάτσες και απέκτησαν  ιδιαίτερη δημοτικότητα, μέχρι την επανεμφάνισή της στη δεκαετία του ’60 και την πλήρη άνθηση δημοτικότητάς της στη δεκαετία του εβδομήντα και του ογδόντα, όταν πια γράφτηκαν κι άλλα τραγούδια γι αυτή, αλλά εκείνη τη φορά από άλλους.

Ένα άλλο κλασικό τραγούδι, που αναφέρεται στο καθημερινό πρόβλημα της κοκαΐνης είναι και το Take a whiff on me του Lead Belly  (1888-1949), το οποίο ηχογράφησε για πρώτη φορά αυτός ο μαέστρος του αμερικανικού λαϊκού τραγουδιού μέσα στο σωφρονιστήριο Αγκόλα της Λουϊζιάνα, τον Ιούλιο του 1933, με την βοήθεια των Lomaxes. Οι στίχοι έλεγαν τα παρακάτω:

‘Περπατάω πάνω κάτω στο Έλλουμ ( σημ. συνοικία στην πόλη του Ντάλας του Τέξας)  και έρχομαι κάτω στο Μέιν (σημ. κεντρικός δρόμος της ίδιας πόλης). Προσπαθώντας να κονομήσω τίποτα  σεντς για ν’ αγοράσω κοκαΐνη. Έ γλύκα, πάρε μια μυτιά, κερνάω εγώ… Πήγα στον κ. Lehman τρέχοντας, και μια ταμπέλα στο παράθυρο έγραφε: όχι πια κοκαΐνη… / Περπατάω από τη State Street έως το Μέιν/ ψάχνοντας τη γυναίκα που κάνει χρήση κοκαΐνης… / Η κοκαΐνη είναι για τα άλογα, μου είπε ο γιατρός, και όχι για τους ανθρώπους/ Θα σε σκοτώσει μου είπε, αλλά δεν μου εκμυστηρεύτηκε πότε…’.

 

(Walked up Ellum and I come down Main/Tryin’ to bum a nickle, just to buy cocaine/Ho, ho, honey take a whiff on me…/Went to Mr. Lehman’s on a lope/ Sign in the window said: «No more coke»…/ Goin’ up State Street, comin’ down Main/Lookin’ for the woman that uses cocaine…/ Cocaine’s for horses and not for men/Doctors sat t’will kill you but they don’t say when….)

Ο Χάντυ Ουΐλιαμ Λεντμπέτερ (Hudy William Ledbetter, 1888-1949), αυτός ο μεγάλος μουσικός του μπλουζ, με το δυνατό τραγούδι και την επιδεξιότητά του στη δωδεκάχορδη κιθάρα του, έμεινε περισσότερο γνωστός στην ιστορία των μπλουζ, ως Ληντμπέλυ (Leadbelly). Πέρα από τη δωδεκάχορδη κιθάρα, ήταν επίσης καλός πιανίστας, ενώ έπαιζε ακόμα μαντολίνο, βιολί, φυσαρμόνικα και ακορντεόν. Περιπλανήθηκε στη ζωή του σε αρκετές πόλεις, όπως άλλωστε οι περισσότεροι συνάδελφοί του,  ενώ για ένα διάστημα συνεργάστηκε με τον Μπλάιντ Λέμον Τζέφερσον. Το 1918, φυλακίστηκε, αλλά του   δόθηκε χάρη έξι χρόνια αργότερα, από τον κυβερνήτη της Πολιτείας του Τέξας, όταν ο τελευταίος επισκέφτηκε τη φυλακή και τον άκουσε να τραγουδάει. Καταδικάστηκε για δεύτερη φορά το 1930 για απόπειρα ανθρωποκτονίας, εκτίοντας την ποινή του σε φυλακή της Λουιζιάνας, όπου ανακαλύφθηκε από τους Τζον και Άλαν Λόμαξ κατά τη διάρκεια της μοναδικής τους έρευνας  για μία συλλογή τραγουδιών για τη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου. Χάρη στις επίμονες προσπάθειές τους και εγγυήσεις, ο Ληντμπέλυ αφέθηκε ελεύθερος το 1934 και έτσι τα επόμενα χρόνια κατόρθωσε να πραγματοποιήσει πολυάριθμες ηχογραφήσεις, με θέματα που κάλυπταν σχεδόν όλα τα καθημερινά θέματα που απασχολούσαν τη γενιά του, όπως γυναίκες, δουλεία, ποτό, ρατσισμό, εργασία, κι ένα σωρό άλλα.

Η  Lillian ‘Lil’ Green (1919–1954) ήταν μια σημαντική παρουσία στο  γυναικείο μπλουζ προς τα τέλη της δεκαετίας του ’30 και στα επόμενα χρόνια μέχρι τον πρόωρο δυστυχώς θάνατό της, τόσο ως τραγουδίστρια όσο και ως τραγουδοποιός. Γεννημένη με το όνομα  Lillian Green, στην Πολιτεία του Μισισιπή, μετά τον πρόωρο θάνατο των γονιών της, έφυγε και πήγε στο Σικάγο του Ιλλινόις, όπου θα κάνει κι όλες τις ηχογραφήσεις της. Ήταν μόλις δεκαοκτώ ετών  όταν ηχογράφησε για πρώτη φορά με αμοιβή 35 σεντς για την εταιρεία Bluebird, θυγατρική της  RCA. Στη δεκαετία του 1930 αυτή και ο Big Bill Broonzy διατηρούσαν μαζί νυχτερινό κέντρο. Μάλιστα ο τελευταίος μιλώντας γι αυτή είπε πως ήταν βαθιά θρησκευόμενη γυναίκα, η οποία δεν είχε καπνίσει, ούτε πιει, ποτέ, κι ότι ήταν μια πραγματική φίλη με πολύ ζεστή καρδιά. Στις  μεγαλύτερες επιτυχίες της κατατάσσονται   η δική της σύνθεση ‘Romance in the Dark’ (1940), κι ακόμα το ‘Why Don’t You Do Right?’. Το 1951, τη βρήκε σε κακή κατάσταση υγείας, και τελικά το 1954, πέθανε στο Σικάγο από πνευμονία, στην  ηλικία των 34 ετών.

Το ‘Knockin’myself out’ της Lil Green (1919-1954) είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό χασικλίδικο μπλουζ, που ηχογραφήθηκε ποτέ. Αυτό έλαβε χώρα  στις 21 Ιανουαρίου του 1941, στο Σικάγο, σε μια   συνάντηση όπου  συμμετείχαν ακόμη οι Simeon Henry στο πιάνο, Big Bill Broonzy στην κιθάρα κ.ά. Οι στίχοι του τραγουδιού πήγαιναν κάπως έτσι:

‘Ακούστε κορίτσια και  αγόρια, πήρα ένα τσιγαριλίκι
Δώσε μου ένα σπίρτο και αφήστε με  να κάνω ένα σνιφάρισμα  στα γρήγορα
Θα γίνω τύφλα στη μαστούρα,  θααυτοκτονήσω

Θα ξεκάνω τον εαυτό μου, σιγά-σιγά…..

Δεν συνήθιζα να καπνίζω, ούτε και να πίνω τέτοια πράγματα
Αλλά ο άνθρωπος μου με εγκατέλειψε  και αυτό  άλλαξε το μυαλό μου

Γι ‘αυτό θα ξεκάνω τον εαυτό μου, θα τον σκοτώσω  σιγά-σιγά…..

Πάω να χτυπήσω αυτή, είναι  αμαρτία και ντροπή
Αλλά είναι το μόνο πράγμα που μαλακώνει  την καρδιά  για τον άνθρωπό μου…’

(Listen girls and boys I got one stick/Give me a match and let me take a whiff quick/I’m gonna knock myself out, I’m gonna kill myself/I’m gonna knock myself out, gradually by degrees/I used ta didn’t blow gage, drink nothin’ of the kind/But my man quit me and that changed my mind/That’s why I’m knockin’ myself out/Yes I’m get killin’ myself/I’m knocking myself out, gradually by degrees…I’m gonna blow this jive, it’s a sin and a shame/But it’s the only thing that ease my heart about my man…).

 

Βιβλιογραφία

  • Charters Samuel: Η ποίηση των μπλουζ. Μετάφραση: Ελένη Πουλλά. Εκδόσεις Απόπειρα. 1982. Αθήνα.
  • Σαββόπουλος Πάνος: Ρεμπέτικα και μπλουζ: Δρόμοι παράλληλοι. Περιοδικό Οδός Πανός. Τεύχος 163. Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2014. Σελίδες 3-12. Αθήνα.
  • Bogdanov Vladimir, Woodstra Chris, Erlewine Thomas Stephen: All Music Guide to the Blues: The Definitive Guide to the Blues. Backbeat Books. 2003.
  • Russel Tony: The Blues: From Robert Johnson to Robert Cray. Schirmer Trade Books.
  • Oliver Paul: Blues Fell This Morning: Meaning in the Blues. Cambridge University Press; 2nd edition. 1990.
  • Wolfe Charles, Lornell Kip: The Life and Legend of Leadbelly. Da Capo Press  1999.
Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here