Τασούλα Μαρκομιχελάκη: Χάνδακας της μυθοπλασίας και της ιστορίας

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

Η πόλη του Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο, η πρωτεύουσα του «Βασιλείου της Κρήτης» στα χρόνια της βενετοκρατίας (13ος-17ος αι.), υπήρξε σημαντικό εμπορικό, καλλιτεχνικό και πνευματικό κέντρο της Ανατολικής Μεσογείου. Ποιητές και πεζογράφοι, ντόπιοι ή περαστικοί, εγκωμίασαν την πόλη, έγραψαν για τις διασκεδάσεις της, μίλησαν για την αμαρτωλή ζωή των κατοίκων της αλλά και για τη θρησκευτική τους πίστη, θρήνησαν για καταστροφές της ή την έκαναν σκηνικό στα θεατρικά τους έργα ανάμεσα σε δύο οδυνηρά γι’ αυτήν ορόσημα: τη φοβερή πανούκλα του 1348 και την άλωσή της από τους Οθωμανούς το 1669.

«Χαρτογραφώντας» με τα κείμενά τους τον Χάνδακα, τον μεταμόρφωσαν από πραγματικό σε λογοτεχνικό τόπο. «Εδώ, εις το Κάστρον της Κρήτης…, ένας λογοτεχνικός χάρτης του βενετσιάνικου Χάνδακα» της Τασούλας Μαρκομιχελάκη, University Studio Press

-Μιλήστε μας για το νέο σας βιβλίο «Εδώ, εις το Κάστρον της Κρήτης»…..

Είναι ένα βιβλίο που αξιοποιεί σχεδόν το σύνολο της λογοτεχνικής παραγωγής της περίφημης Κρητικής Λογοτεχνίας των χρόνων της βενετοκρατίας στο νησί, έργα που γράφτηκαν από τα τέλη του 14ου ως τα τέλη του 17ου αιώνα, για να εξετάσει το πώς είδαν, έζησαν και περιέγραψαν οι λογοτέχνες την πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης, το Κάστρο ή Χάνδακα.

-Ένας λογοτεχνικός χάρτης στην πρωτεύουσα του «Βασιλείου της Κρήτης» επί βενετοκρατίας;

Ακριβώς αυτό: Ένας μεταφορικός χάρτης, που ωστόσο εστιάζει και κυριολεκτικά σε τοπόσημα της πόλης, όταν αυτά αναφέρονται από τους λογοτέχνες για να ορίσουν την κίνηση των ηρώων τους. Ένας «χάρτης» που μας μεταφέρει σε τρόπους ζωής μέσα στην πόλη, σε συμπεριφορές κατοίκων, σε ιστορικά γεγονότα.

-Χάνδακας του μύθου και της ιστορίας δηλαδή;

Ναι. Αν και θα έλεγα καλύτερα Χάνδακας της μυθοπλασίας και της ιστορίας. Το πρώτο, γιατί η πόλη χρησιμοποιήθηκε και για να πλαισιώσει φανταστικά γεγονότα (όπως όταν γίνεται το «σκηνικό» θεατρικών έργων της εποχής), το δεύτερο, γιατί η πόλη έζησε συνταρακτικά ιστορικά γεγονότα, τα οποία αποτυπώθηκαν, όπως είναι φυσικό, στο έργο των λογοτεχνών της.                   

-Ποια ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα σημάδεψαν την περίοδο αυτή την πόλη;

Η πόλη πέρασε πολλά στους τέσσερις και πλέον αιώνες της βενετικής κυριαρχίας, όσο ήταν μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της Μεσογείου, και πρωτεύουσα της σπουδαιότερης κτήσης των Ενετών. Θα σας δώσω τρία παραδείγματα απ’ αυτά που εντυπωσίασαν τους λογοτέχνες και έγιναν θέμα ολόκληρων έργων, τα οποία εξετάζονται στο βιβλίο: ο καταστρεπτικός σεισμός του 1508, που σχεδόν ισοπέδωσε τον Χάνδακα, η μεγάλη πανούκλα, που αποδεκάτισε τον πληθυσμό κατά την τελευταία δεκαετία του 16ου αιώνα, και βέβαια –τρίτο και χειρότερο⎼ η εικοσάχρονη πολιορκία και εντέλει η άλωσή της από τους Τούρκους το 1669, που γύρισε εντελώς σελίδα στην ιστορία της.

-Μια πόλη που έθετε προκλήσεις στους λογοτέχνες;

Όπως φαίνεται ναι, πολλές. Κι εγώ η ίδια, ξεκινώντας να γράφω το βιβλίο, ενώ επί χρόνια συγκέντρωνα υλικό και νόμιζα πια ότι είχα εντοπίσει όλα τα κείμενα που θα μπορούσαν να με πληροφορήσουν για την πόλη, εντυπωσιάστηκα ανακαλύπτοντας στην πορεία είτε άγνωστα σε μένα προηγουμένως έργα είτε πτυχές έργων που δεν τις είχα συνδέσει με την πόλη. Κι όπως φαίνεται, ακόμη δεν εξαντλήθηκαν όλες οι διαθέσιμες πηγές που δείχνουν ακριβώς αυτές και άλλες πτυχές. Νέες ιδέες εξακολουθούν να γεννιούνται, επιπλέον των 9 θεμάτων του βιβλίου, τα οποία αναφέρονται σε ισάριθμες «προκλήσεις προς τους λογοτέχνες», όπως λέτε.

-Ποια είναι τα θέματα αυτά;

Προτίμησα το βιβλίο να μην ακολουθήσει μία στεγνή χρονολογική εξέλιξη των πραγμάτων, δηλαδή από τον παλιότερο προς τον νεότερο ποιητή ή πεζογράφο, αλλά θεματική. Εξετάζεται η πόλη ως πλαίσιο αυτοβιογραφικής διήγησης λογοτεχνών, ως πόλη της αμαρτίας αλλά και της Παναγίας, ως πόλη-σκηνικό θεατρικών έργων, όπως ανέφερα και παραπάνω∙ επίσης περιγράφεται ο τρόπος που η αστική ζωή αντιπαρατίθεται στη ζωή της υπαίθρου, ο τρόπος που η πόλη γλεντάει, που αποκτά φωνή και προσωποποιείται∙ και τέλος ο θρήνος για την πόλη και το εγκώμιό της.

-Ποιοί πλέκουν το εγκώμιο της πόλης;

Το εγκώμιο της πόλης είναι το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, και εστιάζει κυρίως στον έπαινό της από τον κωμωδιογράφο Μαρκαντώνιο Φόσκολο, ο οποίος γράφει ενώ ο Χάνδακας πολιορκείται από τους Τούρκους (άρα θέλει να τονώσει τους κατοίκους αυτή τη δύσκολη ώρα). Αλλά βλέπουμε ακόμη πώς μίλησαν επαινετικά γι’ αυτόν άλλοι ποιητές, λιγότερο γνωστοί όπως ο Λινάρδος Ντελλαπόρτας, ή διάσημοι όπως ο Βιτσέντζος Κορνάρος, που κρύβει τον Χάνδακα πίσω από την αλληγορική (και όχι την ομώνυμη υπαρκτή) πόλη Γόρτυνα.

-Από εδώ πέρασε και ο Βιτσέντζος Κορνάρος;

Ναι, βέβαια. Παρόλο που είναι γνωστό πως η καταγωγή του είναι από τη Σητεία, και ο ίδιος μάς λέει ότι εκεί έγραψε τον περίφημο Ερωτόκριτο, ο ίδιος μάς πληροφορεί επίσης ότι «στο Κάστρον επαντρεύτηκε», όπως έχει επαληθευτεί και από ένα γαμήλιο συμβόλαιο που βρέθηκε στα βενετσιάνικα αρχεία για κάποιον Βιτσέντζο Κορνάρο, από την εποχή που εικάζουμε ότι έζησε ο ομώνυμος ποιητής.

-Περιγράψτε μας το βίωμα της πόλης στον βενετσιάνικο Χάνδακα.

Όπως φαίνεται από το υλικό που αξιοποιείται στο βιβλίο, ο Χάνδακας ήταν μια πολύβουη πόλη, ένα εμπορικό λιμάνι («πόρτο») με μεγάλη κίνηση, είχε έντονη νυχτερινή (και παράνομη) ζωή, με τυχερά παιχνίδια, πόρνες, μπράβους, καντάδες, μαχαιρώματα… Είχε όμως και περισσότερες από 130 εκκλησίες, ορθόδοξες και καθολικές, και μεγάλη ευσέβεια προς τη μορφή της Παναγίας. Ήταν μια πόλη που υπερδιπλασίασε τον πληθυσμό της και την έκτασή της στα χρόνια της βενετοκρατίας. Οι ποιητές υμνούν τα δυνατά τείχη της, τόσο τα παλιά, αυτά που βρήκαν οι Βενετοί όταν πήραν την Κρήτη, όσο και εκείνα που έχτισαν, και δεσπόζουν μέχρι σήμερα στην πόλη. Ο κόσμος κινούνταν στην κεντρική πλατεία (αυτή που σήμερα λέμε «Λιοντάρια»), στα στενά (που από τότε χαρακτήριζαν τον οικιστικό ιστό της), την αγορά και το λιμάνι. Είχε και μεγάλη εβραϊκή συνοικία, με πολύ πληθυσμό.

-Αναγνωρίζει ο αναγνώστης σήμερα, τοπόσημα από την περίοδο αυτή;

Ναι, φυσικά, αρκετά. Ωστόσο, κάνω κι εγώ συνδέσεις με τις σημερινές ονομασίες των ίδιων σημείων, για να καταλάβει καλύτερα ο αναγνώστης. Μία έλλειψη πάντως που μου παρατήρησαν στο βιβλίο, και είναι σωστή η παρατήρηση, είναι ότι λείπει ένας πραγματικός χάρτης της σημερινής πόλης, που να τοποθετεί τα παλιά τοπωνύμια στα αντίστοιχα σημεία, ώστε να προσανατολίζεται καλύτερα όποιος διαβάζει το βιβλίο και γνωρίζει ή επισκέπτεται την πόλη. Δηλαδή, ενώ στον τίτλο μιλούμε για «χάρτη» (μεταφορικά), λείπει ο κυριολεκτικός χάρτης. Ελπίζω αυτό να αποκατασταθεί σε μια μελλοντική έκδοση, αν το βιβλίο έχει αυτή την καλή τύχη.

-Γιατί φωτογραφίες σημερινές και όχι γκραβούρες της εποχής;      

Ευχαριστώ που μου δίνετε την ευκαιρία να μιλήσω για τις φωτογραφίες. Ήταν μια επιθυμία μου να μη χρησιμοποιηθούν γνωστές γκραβούρες και απεικονίσεις της εποχής, που μπορεί κανείς να τις βρει σε πλήθος άλλων βιβλίων (και σε ένα προηγούμενο δικό μου), αλλά να τραβηχτούν φωτογραφίες ειδικά για το βιβλίο, που να δείχνουν τα βενετσιάνικα μνημεία, ή λεπτομέρειές τους, όπως αποτελούν σήμερα κομμάτι της ζωής των κατοίκων. Π.χ. σημεία των τειχών με μια παιδική χαρά μπροστά ή με συνθήματα επάνω, κρήνες με τραπεζάκια καφενείου δίπλα, περαστικοί να περνούν βιαστικά από πύλες, κ.ο.κ. Τραβήχτηκαν βέβαια πολλές φωτογραφίες, από τη βραβευμένη ηρακλειώτισσα φωτογράφο Χαρά Μαρκάκη, που ωστόσο δεν μπορούσαν να χωρέσουν όλες.

-Στη μνήμη του Στυλιανού Αλεξίου;

Ναι. Αλλά όχι μόνο του Στυλιανού Αλεξίου∙ και της γυναίκας του, Μάρθας Αποσκίτη. Η οφειλή είναι πολλαπλή: τον πρώτο τον είχα δάσκαλο στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, και συνεχίσαμε να έχουμε επικοινωνία μέχρι τις παραμονές του θανάτου του για θέματα επιστημονικά και άλλα, αλλά νιώθω ότι μαθήτευσα και κοντά στη γυναίκα του, με τις συζητήσεις που είχαμε και με τις εκδόσεις κειμένων που χρησιμοποιώ στο βιβλίο, που τις έκανε μόνη ή με τον Αλεξίου. Στα έργα και των δύο ανατρέχω συνεχώς μέσα στη σελίδες του Λογοτεχνικού Χάνδακα, όπως θα παρατηρήσει κανείς.

-Πώς νιώθει για την πόλη του Χάνδακα, την πατρίδα της, μια κάτοικος του βορρά;

Δεν θα πω νοσταλγία, από τη στιγμή που ήταν μια συνειδητή επιλογή να φύγω από την πόλη στη συγκεκριμένη στιγμή της ζωής μου, και να γυρίσω σελίδα σε διάφορα θέματα. Ωστόσο, η λογοτεχνική πόλη του Χάνδακα θα είναι πάντα μια ιδέα, μια πόλη ορόσημο στην επιστημονική μου πορεία, όπως η πραγματική πόλη του Ηρακλείου θα είναι πάντα η γενέτειρα, η πόλη στην οποία θα επιστρέφω για τους δικούς μου ανθρώπους.

Πείτε μας δυο λόγια για τα προηγούμενα βιβλία σας και εάν θα ακολουθήσουν άλλα.

Κατά μία σύμπτωση (άραγε;) και τα δύο προηγούμενα αναφέρονται πάλι στον Χάνδακα: προηγήθηκε η έκδοση των ενθυμήσεων του κουρέα και ποιητή Μανόλη Δερμιτζάκη από τη ζωή στο Κάστρο στις αρχές του 20ού αιώνα, πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών, και ακολούθησε, πέρυσι, η έκδοση σε ένα μικρό βιβλίο ενός ποιήματος περίπου 300 στίχων για τον καταστρεπτικό σεισμό του 1508, τον οποίο ανέφερα και πιο πάνω. Για το μέλλον, μία μονογραφία για τον μείζονα ρεθυμνιώτη θεατρικό συγγραφέα Γεώργιο Χορτάτση, τον ποιητή της Ερωφίλης, είναι πάντα μέσα στα σχέδια, αλλά αυτό θα γίνει, για να παραφράσουμε λίγο τον Κορνάρο, «όπου, και όταν, ο Θεός ορίσει».

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here