Ταπεινά και ειλικρινά ευγνωμονούντες!

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

 

Κεντρικό βιβλιοπωλείο στην Πράγα.

 

Ενώ στην οικογένειά του υπήρχαν σιδηρουργοί, εκείνος μικρός επιθυμούσε  κάπου είδους αναβάθμιση, να γίνει συγκεκριμένα χρυσοχόος,  και τελικά έγινε τυπογράφος.  Ο λόγος φυσικά για τον Ιωάννη Γουτεμβέργιο (1398- 1468). Η αιτία όλων αυτών ήταν η προσπάθεια εξάπλωσης της Αγίας Γραφής με έναν κάπως πιο αποτελεσματικό τρόπο απ’ εκείνον της εποχής του. Η ‘Βίβλος του Γουτεμβέργιου’ ονομάστηκε έτσι για να τιμηθεί ο δημιουργός της, Ιωάννης Γουτεμβέργιος. Πρέπει να άρχισε να τυπώνεται τον Φεβρουάριο του  1450, κι’ έτσι φέτος συμπληρώνονται αισίως 570 χρόνια βιβλιογραφικής παραγωγής.  Από εκεί και πέρα, η εξάπλωσή του υπήρξε ταχύτατη σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη μας. Μεγάλη αναμφίβολα καινοτομία με τρομακτικές επιπτώσεις στον ανθρώπινο πολιτισμό.

Σήμερα, τόσους αιώνες μετά, όλοι αισθανόμαστε πως βρισκόμαστε σε μια εποχή ανεξέλεγκτης υπερπαραγωγής βιβλίων. Όμως κάτι έχει αλλάξει, κάτι διαφορετικό δείχνει να δρομολογείται εδώ και κάποιες  δεκαετίες! Φαίνεται συγκεκριμένα  να αποτελεί  παρελθόν, σε ένα βαθμό φυσικά, η εποχή κατά την οποία τα ‘χάρτινα βιβλία’, όπως τα είχαμε γνωρίσει, βρίσκονταν δίπλα μας, γεμίζοντας και πλημυρίζοντας τη βιβλιοθήκη του γραφείου, το κρεβάτι ή το σαλόνι με ολοένα αυξανόμενο αριθμό, όγκο, γενικευμένη ακαταστασία και ύπουλη σκόνη ταυτόχρονα, ανάμεσα σε αυτά και τις σελίδες τους. Στις μέρες μας με το πανίσχυρο διαδίκτυο που οι περισσότεροι έχουμε στη διάθεσή μας και το ηλεκτρονικό βιβλίο (e-books), έχουμε πρόσβαση σε εκατοντάδες χιλιάδες σύγχρονα μυθιστορήματα και ποιήματα, εύκολα, γρήγορα, κι’ όλα αυτά μέσα στην μικρή οθόνη του υπολογιστή μας ή των μικρότερων, εύκολα μεταφερόμενων και εύχρηστων συσκευών ανάγνωσης. Ταυτόχρονα, η συλλογή των διαθέσιμων κειμένων και βιβλίων, κλασσικών και σύγχρονων συγγραφέων απ’ όλο τον κόσμο, μεγαλώνει επίσης καθημερινά. Σύντομα όμως αντιληφθήκαμε, ότι η τελευταία πραγματικότητα τείνει αναπόφευκτα να μειώσει τη σοβαρότητα με την οποία προσεγγίζουμε το κάθε συγκεκριμένο βιβλίο και εντρυφούμε στις σελίδες και τις γραμμές του.  Σίγουρο είναι, όμως,  ότι αν  δεν είχε προηγηθεί εκείνη η μεγαλειώδης εφεύρεση, αν δεν υπήρχε όλη εκείνη η ποσότητα του χαρτιού τους αιώνες που πέρασαν, εάν το κόστος της εκτύπωσης κάποιες φορές ήταν υψηλότερο, εάν ο υπολογιστής και το διαδίκτυο δεν μας είχαν ανοίξει τους ορίζοντες στους ατελείωτους και απύθμενους ωκεανούς του χώρου και του χρόνου  στον οποίο μπορούμε να περιπλανόμαστε, να χανόμαστε με δική μας φυσικά επιλογή και να γράφουμε, τα πράγματα θα ήταν χειρότερα για όλους, συγγραφείς και αναγνώστες, χωρίς φυσικά να αφήσουμε απ’ έξω τον μεγάλο αριθμό απασχολούμενων στην σύγχρονη εκδοτική παραγωγή.

Τον δέκατο όγδοο αιώνα, ο πολλαπλώς εκκεντρικός Άγγλος ποιητής Αλεξάντερ Πόουπ, εξαπέλυσε βιαιότατη μετωπική επίθεση εναντίον των πολυάριθμων εχθρών του, συγγραφέων και κριτικών, ανταποκρινόμενος σε εκείνο που παρομοίαζε ως εκκωφαντική χορωδία ανίκανων ποιητών, και μίλησε για «χιόνια χαρτιού». Κάπου έναν αιώνα αργότερα, με την αλματώδη ανάπτυξη της βιομηχανίας, γενικώς, των τυπογραφείων, ειδικότερα,  και της όλο και πιο μηχανοποιημένης διαδικασίας παραγωγής του βιβλίου, οι εκδότες προχώρησαν σε ραγδαία αύξηση του αριθμού των σχετικών τίτλων, κι ο Τόμας Καρλάιλ μπόρεσε να εκστομίσει κάποιες δύσκολες πράγματι αλήθειες, σε μια εποχή που το χαρτί εξακολουθούσε να παράγεται από ανακυκλωμένα κουρέλια: «…Εάν η προμήθεια τυπωμένου χαρτιού πρέπει να αυξηθεί τόσο πολύ ώστε να πνίξει τις εθνικές οδούς και τους δημόσιους δρόμους, τότε πρέπει κατ’ ανάγκη να προσφύγουμε σε νέα μέτρα…»!

Για να διακρίνουμε, τώρα, το  σοβαρό από το αστείο,  όσον αφορά τις  χιονοστιβάδες του χαρτιού και τον αποκλεισμό των δρόμων από το τυπωμένο χαρτί, οι κριτικοί στη λογοτεχνία ήταν και είναι πάντοτε απαραίτητοι, παρά το γεγονός ότι σπάνια συμφωνούν μεταξύ τους για τον απλούστατο λόγο ότι και οι ίδιοι αρκετές φορές έχουν διαφορετικές καταβολές, διαφορετικά διαβάσματα, άλλη εκπαίδευση, άλλες εμπειρίες, ενώ δεν παύει το ενδεχόμενο κάποιοι απ’ αυτούς  να βρίσκονται υπό πίεση από την αγορά, από τους εργοδότες τους ίσως, από τους λογοτέχνες φίλους τους και πιθανόν κάποιοι  από τους πανίσχυρους όπως αποδεικνύεται, στο διάβα του χρόνου, εκδότες.  Ο κριτικός αισθάνεται ότι εξωθείται στην ανάγκη να «δημιουργήσει» μια νέα διασημότητα, ή να παρακάμψει, ή και να εξωθήσει στο περιθώριο  έναν παλιότερο, κάτι πολύ εμφανές  στη σημερινή διεθνή λογοτεχνική αγορά.

Το χαρτί βεβαίως είναι αρκετά παλιότερο από το τυπογραφείο, και ακόμη και σε μη τυπωμένη κατάσταση ήταν η μεγάλη κινητήρια δύναμη πίσω από κάθε πτυχή του παλιότερου ή και του σύγχρονου πολιτισμού. Ήταν απαραίτητο για την οικονομία, τους λογαριασμούς, τα τραπεζογραμμάτια και τα λογιστικά βιβλία γραφείων, επιχειρήσεων και τραπεζών. Κι ακόμα, μην ξεχνάμε την απανταχού πολυδαίδαλη γραφειοκρατική δημόσια διοίκηση σε όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη ετούτου του πλανήτη. Οι επιστολές αποτέλεσαν το σκηνικό για το ξεδίπλωμα  της απόκρυφης γωνιάς  της ψυχής όσων έγραφαν, και ως δημοσιογραφικό χαρτί έγινε ένα βήμα πάνω στο οποίο πάτησε, προχώρησε και εξελίχτηκε η  πολιτική επιστήμη και διαδικασία.  Το χαρτί ήρθε από την Κίνα μέσω του αραβικού κόσμου στην Ευρώπη, όπου διείσδυσε σχεδόν σε όλες τις μορφές της  καθημερινής ζωής από τον δέκατο τρίτο αιώνα και μετά, ενώ η τεχνολογική επανάσταση του δέκατου ένατου αιώνα προετοίμασε και άνοιξε διάπλατα το δρόμο για τη δημιουργία του σύγχρονου ημερήσιου τύπου. Με  την τρομακτική εξάπλωση των ψηφιακών συσκευών, φυσικά, το χαρτί ίσως ορισμένες φορές να φαντάζει γραφικό και νοσταλγικό κατάλοιπο του παρελθόντος στους μεγαλύτερους ηλικιακά,  αλλά η ταπεινή τεχνολογία του δεν παύει να είναι από πολλές απόψεις θεμελιώδης παράμετρος του σύγχρονου πολιτισμού.

Με τα λίγα γραπτά που ήταν διαθέσιμα  στις παλιότερες εποχές, λίγοι λόγοι υπήρχαν  για τους ανθρώπους για να γίνουν εγγράμματοι. Είναι αλήθεια ότι, στις αρχές της δεκαετίας του 1300, με την ίδρυση των πρώτων μερικώς μηχανοποιημένων χαρτοβιομηχανιών στην Ιταλία, άρχισε να κυκλοφορεί μια κάπως πιο γενναιόδωρη ποσότητα χαρτιού και ο αριθμός των ατόμων που μπορούσαν να γράψουν, άρχισε να αυξάνεται γρήγορα και αισθητά. Ο μόνος τρόπος, όμως,  να βρεθούν διαθέσιμα  περισσότερα από ένα αντίγραφα του συγγραφέα, ήταν να το γράψει ο ίδιος και πάλι, ή να πληρώσει κάποιον άλλο για να το κάνει για λογαριασμό του, μια περίεργη, χρονοβόρα και πανάκριβη διαδικασία για όλους.   Οι περιορισμοί αυτοί, φυσικά, ενθάρρυναν δεόντως τους ανθρώπους να επενδύσουν σοβαρά στη διαδικασία  της γραφής. Για αιώνες, αν αυτό που είχε γράψει κάποιος ήθελε να το γνωστοποιήσει στους άλλους, έπρεπε να το  τοποθετήσει σε μια βιβλιοθήκη, συνήθως στους χώρους μιας εκκλησίας όπου σύχναζαν οι πιθανοί, ενδιαφερόμενοι και υποψήφιοι αναγνώστες. Ο μόνος τρόπος, λοιπόν, με τον οποίο ο καθένας θα μπορούσε να πληροφορηθεί για ένα νέο κομμάτι της λογοτεχνίας, ήταν αν ο ίδιος ο συγγραφέας το ανακοίνωνε προσωπικά, κ αυτό ελάμβανε χώρα σε κάποιου είδους κοινωνικές σχέσεις, συναθροίσεις και επαφές μεταξύ του φιλόδοξου συγγραφέα και των υποψήφιων αναγνωστών του. Στην καλύτερη περίπτωση, εκείνος θα μπορούσε να απευθυνθεί σε μια εγγράμματη ελίτ, που μοιραζόταν  μαζί του την ίδια γραπτή γλώσσα, τα λατινικά συγκεκριμένα, που ήταν όμως, απρόσιτα για τις πλατιές και στην ουσία αμόρφωτες μάζες. Βεβαίως, όπως είναι ευνόητο,  δεν μπορούμε να συζητήσουμε για την όποια  φήμη ταλαντούχου συγγραφέα στην εποχή που ζούσε, γιατί αυτό ήταν κάτι που γινόταν στην  πραγματικότητα, μερικούς αιώνες αργότερα.  Σε γενικές γραμμές, οι προϋποθέσεις για την υποστήριξη οποιουδήποτε ανεξάρτητου επαγγελματία συγγραφέα που ήθελε να κερδίσει τα προς το ζην από την πνευματική του μόνον εργασία, απλώς δεν υπήρχαν,  ούτε διαφαίνονταν στον ορίζοντα. Στην καλύτερη περίπτωση, θα μπορούσε κανείς να ελπίζει ότι η εργασία του θα βρισκόταν κάποια στιγμή  κάτω από την αιγίδα ενός ενδιαφερόμενου και καλλιεργημένου βασιλιά, ή της επίσημης πολιτείας ή της εκκλησίας, ή οι παραπάνω φορείς να του αναθέσουν να γράψει μια πραγματεία ή μια ιστορία. Και προφανώς βέβαια, εξυπακούεται ότι δεν θα ήταν εύκολο να γράψει κάποιος για πράγματα με το περιεχόμενο των οποίων οι όποιοι προστάτες του δεν συμφωνούσαν!

Με την άφιξη της εκτύπωσης στα τέλη του δέκατου πέμπτου αιώνα, ξαφνικά όλοι άρχισαν να σκέφτονται ένα μαζικό αναγνωστικό κοινό, και κάποια εκατομμύρια βιβλία είχαν τυπωθεί στην Ευρώπη περί το 1500.  Ωστόσο, ακόμα κι αν κάποιο  βιβλίο ήταν δημοφιλές, οι  οίκοι που το  εκτύπωναν ήταν εκείνοι που κέρδιζαν, παρά οι δύσμοιροι ανερχόμενοι συγγραφείς. Οι τελευταίοι θα μπορούσαν να γράφουν με πάθος για να εξωτερικεύσουν τις ιδέες τους, αλλά πρακτικά ποτέ για να αποκτήσουν χρήματα.  Εν τω μεταξύ, με τη δυνατότητα εκτύπωσης πολλών βιβλίων, ήταν λογικό οι εμπλεκόμενοι με το βιβλίο, να αρχίσουν να σκέφτονται όλους εκείνους που δεν γνώριζαν λατινικά, για ευνόητους λόγους. Ήταν επόμενο πια ότι θα άρχιζε σύντομα το γράψιμο στην καθομιλουμένη και οι ανάλογες εκτυπώσεις! Κι αυτό σήμαινε αναπόφευκτα ότι τα περισσότερα βιβλία έπρεπε τώρα να τυπωθούν στη γλώσσα της κοινότητάς τους. Παρουσιάστηκαν έτσι, μελετητές ικανοί να μεταφράσουν ένα βιβλίο που έκανε μεγάλη εντύπωση σε άλλη μία χώρα, στη δική τους φυσικά γλώσσα, και τανάπαλιν. Αλλά πήρε βέβαια κάποιο χρόνο, και δεν θα συνέβαινε το συγκεκριμένο γεγονός αν το βιβλίο δεν εντυπωσίαζε αρχικά τους αναγνώστες στην πρωτότυπη γλώσσα του. Εκείνοι οι πρωτόγονοι μεταφραστές, ως επί το πλείστον, δεν βρίσκονταν σε κάποιου είδους σχέση με τους εκδότες, αλλά ήταν απλοί μελετητές οι οποίοι μετέφραζαν αυτό που τους ενδιέφερε και αυτό που πίστευαν ότι άξιζε να διαδοθεί στα πλατιά στρώματα!

Το 1710, η βασίλισσα της Μεγάλης Βρεττανίας, Άννα, εισήγαγε τον πρώτο από μια σειρά νόμων που αναγνώριζε το δικαίωμα του δημιουργού να ελέγχει ποικιλοτρόπως το αντίγραφο  του έργου του. Ξαφνικά, ήρθε στο προσκήνιο η οικονομική άποψη του θέματος, κι όλοι συγγραφέας και εκδότες, ήθελαν το βιβλίο να βρίσκεται στην κατοχή όσων μπορούσαν να πληρώσουν, παρά σε μικρή ομάδα γνωστών, ήταν δηλαδή προτιμότερο να γραφτεί ένα βιβλίο που θα πουλήσει μεγαλύτερες ποσότητες από ένα άλλο που θα είχε  ενδιαφέρον μόνο για λίγους και εκλεκτούς. Και αν το έργο θα μπορούσε να πουληθεί σε άλλη χώρα, θα άξιζε τώρα να πληρώσουν έναν μεταφραστή να το μεταφράσει, ακόμη και αν ο τελευταίος  δεν   ενδιαφερόταν για το συγκεκριμένο έργο ή ακόμα το αντιπαθούσε.  Έτσι συγγραφείς, μεταφραστές και  εκδότες, εξελίχτηκαν με το χρόνο  σε ενδιαφέροντα και γιατί όχι διαπλεκόμενα επαγγέλματα, με τη λογοτεχνία να οδεύει γενικώς σε πηγή εισοδήματος, και φυσικά επιτακτικό λόγο καθιέρωσης πνευματικών δικαιωμάτων των δημιουργών. Ο Σάμιουελ Τζόνσον, γνωστός Άγγλος ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός, δημοσιογράφος, λεξικογράφος και  σημαντική φυσιογνωμία της ζωής και των γραμμάτων του 18ου αιώνα, στα 1750 είχε ήδη παρατηρήσει ότι ορισμένες φορές σε μυθιστορήματα της προηγούμενης γενιάς, ο  συγγραφέας έγραφε  ένα βιβλίο χωρίς το μόχθο της μελέτης, της φύσης,  της γνωριμίας του  με τη ζωή και το σπουδαιότερο χωρίς το φόβο της κριτικής. Έλεγε μάλιστα χαρακτηριστικά ότι, «Τα βιβλία, χωρίς την εμπειρία της ζωής, είναι άχρηστα, γιατί όλα μπορούν να μας τα μάθουν, εκτός από την τέχνη να ζούμε».

Δυόμισι αιώνες αργότερα, η αφθονία και ο τρομακτικός πολλαπλασιασμός όλων των υλικών και σύγχρονων συσκευών για ανάγνωση, έχει δημιουργήσει μια περίεργη και περίπλοκη κατάσταση, ότι δηλαδή κάποια πράγματα άλλαξαν ή τουλάχιστον πρέπει να αλλάξουν. Το λογοτεχνικό βραβείο, για παράδειγμα, είναι ίσως περιττό να πούμε ότι αποτελεί μέρος της σύγχρονης διεθνούς πραγματικότητας, με τον κάθε χορηγό να είναι πρόθυμος να  ισχυριστεί ότι αφού ανταμείφτηκε με κάποιο βραβείο ο λογοτέχνης, ο νέος νικητής της παγκόσμιας πιά σημερινής λογοτεχνικής αυτοκρατορίας, είναι ικανός και για μεγαλύτερες πωλήσεις κι αξίζει να διαβαστεί από το ενδιαφερόμενο κοινό, και να «γλιτώσει» με τον τρόπο αυτό τον αναγνώστη από τον αποπροσανατολισμό του μέσα στην πολυδαίδαλη και πολυεθνική αγορά βιβλίων. Τα μέλη της  κριτικής επιτροπής για το όποιο υποψήφιο βραβείο λογοτεχνίας, ξέρουν σε βάθος πόσο αυθαίρετη είναι συχνά η τελική  ετυμηγορία των λογοτεχνικών διαγωνισμών, η οποία εξαρτάται κατά το μάλλον ή ήττον, από το συγκερασμό και τη σύγκρουση των ανθρώπων που τυχαίνει να βρίσκονται μέσα στην κριτική επιτροπή. Αλλά ακόμα κι αν τα βραβεία ήταν ένας αξιόπιστος τρόπος να διαπιστωθεί και να τεκμηριωθεί ότι ένα βιβλίο είναι καλύτερο  από άλλα, υπάρχουν πλέον τόσα λογοτεχνικά βραβεία που είναι πραγματικά αδύνατο να διαβάσει κάποιος όλους τους νικητές των προκηρυγμένων διαγωνισμών στις διάφορες χώρες, ή και μόνο στη δική του χώρα κάποιες φορές.

Και ο τελικός αποδέκτης, ο αναγνώστης,  πώς θα πρέπει να  αντιδράσει, σήμερα απέναντι σε τούτη τη διαμορφωθείσα κατάσταση υπερπαραγωγής βιβλίων, έντυπων και ψηφιακών; Παραμένοντας προσκολλημένος στην παράδοση, ή με την επιλογή των δεύτερων σε βάρος των πρώτων, ζητώντας αναγκαστικά και ταπεινά συγνώμη από τον Ιωάννη Γουτεμβέργιο για τους κόπους, τις ιδές του  και την αποφασιστική του συμβολή στην υπόθεση της τυπογραφίας;  Όπως και να έχει το πράγμα, όμως, ένα είναι σίγουρο. Πέρα από συναισθηματισμούς και σκεπτικισμούς, οι κριτικοί, οι εκδότες και το κυριότερο οι συγγραφείς, με τον ένα ή άλλο τρόπο μόχθησαν για το τελικό αποτέλεσμα που κρατάμε στα χέρια μας και πλέουμε στα πελάγη του, διαβάζοντάς το, ξένοιαστοι και ευχαριστημένοι. Ίσως για κάποια καινούργια λογοτεχνική γεύση που ουσιαστικά πηγάζει από την αδυσώπητη και προαιώνια ανθρώπινη ανάγκη  να γεμίσει έναν άδειο  χώρο μέσα μας με  ψυχολογικό  υλικό απαραίτητο για ετούτη τη ζωή. Κι η πληθώρα των διαθέσιμων βιβλίων, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έντυπο ή ψηφιακό, μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει ευχάριστο τμήμα της δικής μας αναγνωστικής εμπειρίας, πέραν όλων των άλλων πλεονεκτημάτων του!

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here