Toυ ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Π​​ριν από έναν αιώνα, το 1917, στον έκτο τόμο της «Λαογραφίας», περιοδικού της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, ο Γεράσιμος Καψάλης, ανάμεσα στις πολλές παροιμίες που παρέθετε στο δοκίμιό του «Λαογραφικά της Μακεδονίας», δημοσίευε και μία της Βέροιας: «“Είνι Βούλγαρους ανάλατους και κρουμμυδοκέφαλους”. Περί των ανοήτων εν γένει». Είκοσι σελίδες παρακάτω ο λαογράφος κατέγραφε το εξής περίπαιγμα: «Οι Βουλγαρόφωνοι Ελληνες περιπαίζονται από τους Ελληνοφώνους ως κρεμμυδοκέφαλοι, βοϊδοκέφαλοι και χοντροκέφαλοι. Διηγούνται δε οι Ελληνόφωνοι ότι είναι οι Βουλγαρόφωνοι χοντροκέφαλοι, διότι ο αρχαιότερος των προγόνων των εζήτησεν από τον Θεόν κατά την εορτήν της βαπτίσεως του Χριστού κατά λάθος ένα κοιλό χρήματα. Ωσαύτως περιπαίζονται διά την αφυϊαν των». Αφυϊα είναι βέβαια η έλλειψη φυσική αρετής, δεξιοτήτων κ.λπ., το δε κοιλό ήταν μέτρο χωρητικότητας επί δημητριακών, ισοδύναμο περίπου με 24 οκάδες.

Ωστε λοιπόν ανόητοι οι Βούλγαροι. Ποιος το λέει όμως αυτό; Το λένε Ελληνες για Ελληνες: οι ελληνόφωνοι Ελληνες για τους βουλγαρόφωνους Ελληνες. Δεν είναι πάντως αυθαίρετη η σκέψη ότι την ελληνικότητα των βουλγαρόφωνων Ελλήνων (όπως και των σλαβόφωνων, των πομακόφωνων, των βλαχόφωνων, των αρβανιτόφωνων, των τουρκόφωνων) δεν τη θεωρούσαν δεδομένη, γνήσια και υψηλής στάθμης όλοι οι ελληνόφωνοι Ελληνες. Και πρώτα πρώτα η ίδια η πολιτεία, η οποία και τους «εξελλήνιζε» διά του στρατού και της εκπαίδευσης ή και διατάζοντας τους χωροφύλακές της να τσακίζουν τις γκάιντες τους, στα μετεμφυλιακά χρόνια. Δεν είναι, επίσης, τοπικό φαινόμενο η σαρωτική φυλετική υποτίμηση των Βουλγάρων. Στον επόμενο τόμο της «Λαογραφίας», το 1923, ο Σίμος Μενάρδος δημοσιεύει την εξής κυπριακή παροιμία: «“Σαν τον Βούρκαριν ή εν τέλεια Βούρκαρις”, σημαίνει είναι κακός, άγροικος και προ πάντων αφιλόξενος, εν Πάφω δε και Μεσαρεά η προσφώνησις

Βούρκαρε, δηλαδή Βούλγαρε, θεωρείται υβριστική. Τους Βουλγάρους εγνώρισαν οι Κύπριοι ως μισθοφόρους των Φράγκων ρηγών, ίσως δε και προτού, των Ελλήνων δουκών, οίτινες και αυτοί μετεκάλουν έξωθεν αλλοφύλους στρατιώτας, καθώς κατόπιν οι πασάδες Τουρκαλβανούς». Δεν είναι καν αποκλειστικό γνώρισμα της ελληνικής γλώσσας και νοοτροπίας η υποτίμηση αυτή. «Η λέξις Βούλγαρος», έγραφε ο Στίλπων Κυριακίδης στην «Ελληνική λαογραφία» του, «ισοδυναμεί παρά τοις Ελλησι προς το χονδροκέφαλος, ενώ παρά τοις Ευρωπαίοις η λέξις Bougre από του μεσαιώνος εδήλου τον αιμοχαρή και βάρβαρον, η λέξις Βλάχος και Μπαστουνόβλαχος δηλοί τον χονδροειδή τούς τρόπους, αι λέξεις Κατελάνος, Σαρακηνός είναι επίσης υβριστικαί, δηλούσαι τον ωμόν, τον τύραννον». Ας προσθέσουμε τις απαξιωτικής χρήσης λέξεις Βάνδαλοι, Κάφροι, Γύφτοι, Οβριοί. Αλλά και τους νεότερους Πάκηδες (τους Πακιστανούς), τις Φιλιππινέζες και τους Αλβανούς, οι οποίοι ως γνωστόν δεν θα αναβαθμιστούν ποτέ σε Ελληνες. Ελληνες; Μα και το εθνώνυμο «Ελληνες» κυκλοφορούσε κάποτε σε λεξικά της Δύσης με αρνητική σημασία, ως συνώνυμο των απατεώνων.

Εύκολο και παρηγορητικό είναι να λέμε πως «οι λαοί δεν έχουν τίποτε να τους χωρίζει», αλλά δυστυχώς έχουν. Εχουν την Ιστορία κατ’ αρχάς (πώς δεν χωρίζει τίποτε κατακτητές και κατακτημένους;), τις προκαταλήψεις έπειτα, οι οποίες, ακόμα κι όταν έχουν κάποια ιστορική ρίζα, αυτονομούνται σταδιακά και, με τη μεσολάβηση της εκπαίδευσης, της λογοτεχνίας, της Εκκλησίας, της δημοσιογραφίας και όσων άλλων μηχανισμών επενεργούν σαν θαλπτήρια της μισαλλοδοξίας, γίνονται σύμβολα τυφλής πίστεως. Την καλλιέργεια της φυλετικής εχθροπάθειας και τη διαβρωτική επίδραση των προκαταλήψεων τη στηλίτευε σαρκάζοντας ο Κωστής Παλαμάς στο άρθρο του «Εθνικά μίση», δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Ακρόπολις Εσπερινή», στις 7.9.1897, με το ψευδώνυμο Διαγόρας. Αποσπασματικά:

«Κάθε φορά που εξεχείλιζε μέσα μας ο πατριωτισμός, ποσάκις ήκουσα να διατυπώνονται, το εν του άλλου ευφραδέστερον, παράπονα, τι λογής παράπονα; Παράπονα πως δεν μισούμεν όσον πρέπει και καθώς πρέπει τους εχθρούς μας· παράπονα πως δεν μισούμεν αρκετά τον Τούρκον, τον Βούλγαρον, τον Σλάβον, τον Αρμένην αυτόν. […] Παράπονα πως η πολιτεία, πως η παιδεία, πως η φιλολογία δεν λαμβάνουν τα μέτρα των διά να τραφή και να ζωντανέψη εις τα βάθη της εθνικής ψυχής η κατακαθισμένη φωτιά του μίσους. […]

»Ονειροπολούσαμεν και είμεθα ανυπόμονοι να μετρηθώμεν προς τον Τούρκον, και ενομίζαμεν ιεράν υποχρέωσιν να τρέφωμεν περί αυτού την αισχίστην ιδέαν, να τον καταφρονώμεν, να τον εχθρευώμεθα και να τον συχαινόμεθα, ως το βδέλυγμα της ερημώσεως· να μιλούμεν περί αυτού ως θα ωμίλει ο αετός δι’ ένα σκώληκα. Και το κατά του Τούρκου μίσος το υπεθάλπομεν δι’ όλων των μέσων του προφορικού και του γραπτού λόγου.

»Περί Σέρβων, κάθε φοράν που έβγαιναν και αυτοί εις την μέσην διά να διεκδικήσουν δεν γνωρίζω ποία δικαιώματα εις την Μακεδονίαν, δεν ελέγαμεν παρά αυτό και μόνον συνοπτικώτατα: “οι Σέρβοι, οι χοιροβοσκοί!” Και εξωφλούσαμεν.

»Οι Βούλγαροι; Χυδαίοι και βάρβαροι· απόγονοι του Κρούμου, χωρίς κανένα Περικλή, κανένα Παρθενώνα!

»Οι Ρώσοι; Μουζίκοι! “Εάν δεν είσαι άνθρωπος, τότε θα είσαι… Ρώσος!” ανέκραζεν ο ποιητής Παράσχος, και πόσοι θα ευρέθησαν αποθαυμάζοντες τον ανόητον στίχον ως το άκρον άωτον της εθνικής εμπνεύσεως. […]

»Μπορεί, υπό μίαν έποψιν, και χρησιμοποιούμενα εις την ώραν των, όλα αυτά, να είναι καλά και άγια. Το δυστύχημα είναι ότι δεν μας ωφέλησαν διόλου μέχρις ώρας. Και νομίζω ότι ήλθεν ο καιρός να θέσωμεν κατά μέρος, επαναλαμβάνω, τα εθνικά αυτά μίση, τα οποία περισσότερον μας απομακρύνουν από τους μισουμένους, κατορθώνουν ώστε να συλλαμβάνωμεν περί των αντιζήλων μας λαών φανταστικάς και κωμικάς ιδέας, και καμμίαν πραγματικήν οπωσδήποτε γνώσιν, ενεργούν ακριβώς εναντίον του συμφέροντός μας, και εις το τέλος αποδεικνύονται βλαπτικώτατα. Τα μίση αυτά μάς απομακρύνουν, ως από λεπρούς, από τους λαούς εκείνους, τους οποίους, προ πάσης ενεργείας εναντίον των, προ παντός μετρήματος, προ πάσης εξοφλήσεως λογαριασμών, έχομεν ανάγκην να γνωρίσωμεν όσον το δυνατόν λεπτομερέστερον και αληθινώτερον· τα μίση αυτά είναι αντεθνικά».

Και καταλήγει ο Παλαμάς: «Τώρα είναι καιρός να καταλάβωμεν ότι οι εχθροί και οι αντίζηλοι λαοί, αν χρειάζεται να τους αποστρεφώμεθα, αν είναι απαραίτητον να τους πολεμώμεν, χρειάζεται προ τούτου να τους γνωρίσωμεν. Και προς τούτο, περισσότερον από τα τύμπανα και τα βούκινα των κατηχήσεων του εθνικού μίσους, χρειαζόμεθα μάτια και αυτιά γερά και γυαλιά και μολύβια και χαρτιά και ταξείδια και βιβλία, και ησυχίαν απόλυτον και μελέτην επίμονον, διά να τους αντιληφθώμεν με το νυ και με το σίγμα τους λαούς αυτούς… Η εθνική μας ανάπλασις, αν είμεθα ικανοί να την επιχειρήσωμεν, δεν θα βασίζεται πλέον επί του μίσους, αλλ’ επί της γνώσεως». Αυτά από έναν «συντηρητικό» και «σωβινιστή», πριν από 120 χρόνια. Σε χρονιά-πληγή για την Ελλάδα.

Από Καθημερινή

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here