Του Βλάση Αγτζίδη (*)

Η πρωτοφανής κρίση με την κυνική εμφάνιση του τουρκικού ιμπεριαλισμού με αφορμή τις ΑΟΖ και  τους υδρογονάνθρακες, έχει αναδείξει τις (όποιες) δυνατότητες των κομμάτων εξουσίας να την διαχειριστούν ικανοποιητικά.

 

H Nέα Δημοκρατία

Όσον αφορά τη Ν. Δ. δεν είμαι πολύ βέβαιος ότι έχει δυνατότητες ισχυρών εσωτερικών αντιστάσεων απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα. Η απαισιοδοξία μεγαλώνει όταν κάποιος διαβάσει τον κατάλογο των συμβούλων  της κυβέρνησης για τα θέματα αυτά.

Επίσης, η Ν.Δ. κουβαλά κάποιες ιστορικές παρακαταθήκες από τις οποίες δεν έχει αποκοπεί πλήρως και πιθανότατα να δημιουργούν δομές στην κομματική σκέψη που δεν διευκολύνουν μια ρεαλιστική αντιμετώπιση του κινδύνου.

-Η πρώτη είναι η πολιτική του Λαϊκού Κόμματος που με τον απίστευτο ανορθολογισμό της από το Νοέμβριο του 1920, την περιφρόνηση προς τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της πρόταξης του κομματικού-μοναρχικού συμφέροντος, οδήγησε στη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, αφού λίγα χρόνια πριν (1915) εξυπηρετώντας τα τότε γερμανο-τουρκικά συμφέροντα οδήγησε την Ελλάδα στον Εθνικό Διχασμό.

-Η δεύτερη σχετίζεται με τη συνεργασία ενός τμήματός της με τους Γερμανούς ναζί κατακτητές την περίοδο 1941-1944. Το τμήμα αυτό εντάχθηκε στις μεταπολεμικές πολιτικές της εκφράσεις και αποτέλεσε τον πυρήνα του Βαθέος Δεξιού Κράτους που οδήγησε στην δικτατορία του 1967 και στην Κυπριακή Τραγωδία επτά χρόνια αργότερα.

-Η τρίτη σχετίζεται με την άρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή τον Αύγουστο του ‘74, μετά την κατάρρευση της χούντας,  να συμβάλλει αποτρεπτικά στην εξέλιξη της επιθετικής τουρκικής στάσης του Αττίλα 2 με το επιχείρημα «Η Κύπρος κείται μακράν». Μια έκφραση που ήδη έχει αποκτήσει τα συμβολικά χαρακτηριστικά  για κάθε ποντιο-πιλατική στάση. Βέβαια, αυτή η εξέλιξη υπήρξε απόρροια της αρχικής  εθελοδουλείας προς τις μεγάλες δυνάμεις και ειδικά προς τη Μεγάλη Βρετανία με την υπογραφή των Συνθηκών Ζυρίχης-Λονδίνου. Τότε με την ελλαδική υπογραφή η Τουρκία απέκτησε δικαιώματα επέμβασης, τα οποία άσκησε όταν οι νατοϊκοί της σύντροφοι της ελληνικής ακροδεξιάς χούντας, άνοιξαν την Κερκόπορτα με το πραξικόπημα του Ιουλίου.

Πιθανότατα, η σημερινή κυβερνητική αποστασιοποίηση από την Κύπρο (σχεδόν εγκατάλειψη) και την επίθεση που δέχεται από  την Τουρκία, να οφείλεται στην ιστορικά αρνητική εμπλοκή της στο Κυπριακό Ζήτημα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και κάποιες μειοψηφικές φωνές

Ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα, παρόλη τη βρώμικη επίθεση που δέχεται, φαίνεται να κρατά μια σωστή θέση περί αποτροπής του τουρκικού ιμπεριαλισμού και των επιδιώξεών του…

Έτσι κι αλλιώς είχε ξεκαθαρίσει απολύτως τη θέση του κόμματός του κατά την επίσκεψη του Ερντογάν, δηλώνοντας ότι είναι αδιαπραγμάτευτο το διεθνές δίκαιο και  η Συνθήκη της Λωζάνης:  «Η αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάννης που ρύθμισε ξεκάθαρα και οριστικά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, το καθεστώς του Αιγαίου και των νησιών του, είναι επικίνδυνη τόσο για τις σχέσεις των δύο χωρών μας όσο και για την ευρύτερη περιοχή». Εκεί ξεκαθάρισε την ελληνική θέση, ότι  είναι αδιανόητη η ισλαμοποίηση της Αγίας Σοφίας, ότι η επέμβαση της Τουρκίας το 1974 συνιστά κατάφωρη εισβολή και κατοχή. Ότι το κύριο πρόβλημα στο Αιγαίο οφείλεται στην τουρκική παραβατικότητα. Ότι είναι απαράδεκτη η  απειλή του casus belli.

Ενώ αυτή είναι η επίσημη και ξεκάθαρα διατυπωμένη θέση του Σύριζα, εμφανίζονται κάποιες μειοψηφικές φωνές εντός του, που προέρχονται κυρίως (αλλά όχι μόνο) από προσφάτως ενταγμένους είτε από το χώρο του σημιτισμού είτε από το Ποτάμι. Με απαρχή την αντίθεση στον East Med, οι εκπρόσωποι αυτής της αντιδραστικής τάσης αναπαράγουν ένα σχήμα που είναι πολύ κοντά στους τουρκικούς ισχυρισμούς και καλούν σε μια πορεία συμβιβασμού. Επί πλέον, περιορίζουν το ζήτημα της τουρκικής επιθετικότητας μόνο στα οικονομικά ζητήματα σε σχέση της επήρειας του Καστελλόριζου επί της ΑΟΖ. Αποσιωπούν εντέχνως μια σειρά ζητήματα που σχετίζονται και με ζητήματα κυριαρχίας, όπως το δικαίωμα της Ελλάδας να έχει στην επικράτειά της νησιά όπως oι Οινούσες, ο Άγιος Ευστράτιος, οι Φούρνοι, η Γαύδος, το Αγαθονήσι κ.λπ.

Αντιθέτως καλλιεργούν την ψευδαίσθηση ότι η Τουρκία θέτει μαξιμαλιστικούς στόχους και ότι θέτει το ζήτημα κυριαρχίας μόνο και μόνο για να κερδίσει μερίδιο στην εκμετάλλευση. Αυτό βεβαίως αποτελεί μια μεγάλη εξαπάτηση ή στην καλύτερη περίπτωση αυταπάτη. Γιατί είναι γνωστό ότι υπάρχει μια μεθοδευμένη προσπάθεια εδώ και χρόνια -παράλληλα με τον στρατιωτική προετοιμασία- για την τεκμηρίωση αυτών των διεκδικήσεων με διάφορους νομικισμούς που έχουν πάρει τη μορφή διδακτορικών διατριβών κ.λπ. Και αυτές οι διεκδικήσεις εξυπηρετούν την στρατηγική στόχευση για  δημιουργία ενός περιβάλλοντος ζωτικού χώρου (Lebensraum, τον αποκαλούσαν οι Ναζί), που από τη πλευρά της Ελλάδας περιλαμβάνει το ανατολικό Αιγαίο Πέλαγος.

Η έκφραση αυτής της θεώρησης μας δίνει την ευκαιρία να θυμηθούμε τις δύο αντιδιαμετρικές  ιστορικές παραδόσεις της Αριστεράς.

-Η πρώτη της περηφάνειας, είναι αυτή της ΕΑΜικής αντίστασης ενάντια στους κατακτητές. Η συγκρότηση της Εθνικής Αντίστασης υπό την πολιτική καθοδήγηση του ΕΑΜ και τη στρατιωτική έκφραση του ΕΛΑΣ,  υπήρξε η πιο μεγαλειώδης σελίδα στην ιστορία της ελληνικής Αριστεράς. Και ανέδειξε τη δυναμική που μπορεί να δημιουργηθεί όταν οι ανθρωπιστικές αξίες της ισότητας και της ελευθερίας, που ιστορικά εξέφραζε η Αριστερά, συναντηθούν στην πραγματική ζωή με τις ανάγκες και τις ευαισθησίες του λαού.

-Η δεύτερη της ντροπής  είναι τα όσα υποχρεώθηκε να υποστηρίξει μετά την ένταξη στην Κομιντέρν στο μικρασιατικό και το μακεδονικό κατά τη δεκαετία του ‘20. Η αρνητική αυτή συμπεριφορά βασίστηκε στην  ιδεολογική εξάρτηση, την απόλυτη αδιαφορία για τα πραγματικά δεδομένα και την περιφρόνηση της μοίρας ολόκληρων πληθυσμών. Αυτό το ζήσαμε, με το ντεφετισμό της παρέας του Πουλιόπουλου και του ΣΕΚΕ (και σε πλήρη αντίθεση με τη μικρασιατική και ποντιακή Αριστερά) στο Μικρασιατικό, κατά την κρίσιμη εκείνη περίοδο μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου,  που δημιουργούνταν εκ νέου ο γεωπολιτικός χάρτης ολόκληρης της Εγγύς Ανατολής. Επίσης, στα αρνητικά μπορεί να προσμετρηθεί   λίγα χρόνια αργότερα ο ντεφετισμός ενός μικρού τμήματος των τροτσκιστών κατά την περίοδο που άρχισε με την  ιταλική επίθεση (1940-1944).

Σήμερα

Το σημερινό πρόβλημα έχει να κάνει με την ιμπεριαλιστική στάση της γειτονικής μας Τουρκίας, που βρίσκεται υπό την απολυταρχική εξουσία των Αδελφών Μουσουλμάνων+των απογόνων των Νεότουρκων.

Προς το παρόν η αντιμετώπιση φαίνεται να είναι η διαμεσολάβηση μέσω του εξευμενισμού. Πάντως, η πρόσφατη γερμανική μεσολάβηση δεν φαίνεται να όρισε σαφείς γραμμές προς την τουρκική επιθετικότητα, εφόσον το «τέρας» προς το παρόν δέχτηκε να ανταλλάξει την ανακωχή με παραχωρήσεις όπως:

«…..

 -Ασκηση της επιρροής της Μέρκελ στην ΕΕ προκειμένου να υπάρξει επιπλέον χρηματοδότηση της Τουρκίας για τη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης.

-Εναρξη ευρωτουρκικών συνομιλιών για την αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης ΕΕ-Τουρκίας και για την απελευθέρωση της βίζας για τους Τούρκους πολίτες.

-Καμία κύρωση από την ΕΕ προς την Τουρκία για τη μετατροπή της Αγιά Σοφιάς σε τζαμί….»

Ίσως αυτή ήταν η πιο εύκολη από τις λύσεις που είχε να διαχειριστεί η κυβέρνηση. Γιατί όντως είναι η πιο εύκολη στάση  να θεωρήσεις την Τουρκία ως φυσιολογικό δυτικό κράτος και να ακολουθήσεις την πολιτική του Τσάμπερλεν (προς τη ναζιστική Γερμανια), ευελπιστώντας ότι η όρεξη της ισλαμοφασιστικής ελίτ θα κορεσθεί με τα ποσοστά των υδρογονοθράκων που θα έχει κερδίσει με την πολιτική των κανονιοφόρων..

——————–

(*) Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας-μαθηματικός

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here