Τα «γιατί έτσι;» και τα «γιατί έτσι!»

Του Νικόλαου Τουλαντά

 

 

ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ἠγανάκτησε καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἄφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρός με, καὶ μὴ κωλύετε αὐτά· τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ (Μαρκ./10,14)      

 

 

Ο Άινσταϊν έφτασε στην σκληρή διατύπωση πως αυτός που δεν πιστεύει στο νόημα της ύπαρξης δεν είναι άξιος να την ζει. Είναι βαρύς ο λόγος αλλά, εμμέσως, κάποιος με τέτοιες πεποιθήσεις τον συνομολογεί.

Ένας ζωώδης διανοητικά άνθρωπος (που υποτίθεται «κοιτάει ψηλά») είναι ο οποιοσδήποτε ζει «κουφός» και το εσωτερικό του μιλά μόνο σε πρώτο πρόσωπο εκφράζοντας επιθυμία ή μη-επιθυμία.

Ο άνθρωπος έχει την αρετή – τη δυνατότητα να την αντιληφθεί κι ενεργοποιήσει – της αυτοεξέτασης. «Έχει τη δυνατότητα να κοκκινίζει απ’ την ντροπή του» έγραφε ένας φιλόσοφος και μη εννοώντας απλώς μία κατάσταση ξεμπροστιάσματος.

Συνείδηση κι αυτογνωσία συνεπάγονται της αυτοπαρακολούθησης. Ο Αριστοτέλης, βάζοντας τα θεμέλια της συλλογιστικής και λογικής, θα αναδείξει τη δυνατότητά μας να εξετάζουμε το πώς σκεφτόμαστε. Χωρίς αυτή – επιστρέφοντας στην εναρκτήρια παράγραφο – μοιάζουμε με οργανισμό που, χωρίς καν να το σκέφτεται – αρχή συνειδητότητας – ζει σε έναν κόσμο κατά τον οποίο «πεινώ, διψώ, φοβάμαι, νυστάζω, κουράζομαι, εγκαταλείπω» κτλ.

«Γιατί;». Μία σειρά ατέλειωτων τέτοιων («γιατί») κατακλύζει τα νήπια που ψάχνουν να βγάλουν μια κάποια άκρη στη ζωή. Ως «αεί διδασκόμενοι», τα «γιατί» μας, στην πραγματικότητα δεν τελειώνουν ποτέ. Γιατί όμως, ως επί το πλείστον, τα «γιατί» μας λιγοστεύουν έως και μηδενίζονται ποιοτικά με τον χρόνο; Μα όπως και το νόημα – η πίστη σ΄αυτό – και το μη-νόημα, αποτυπώνονται σε μία στάση κι ομολογούνται με κάποιον τρόπο. Η πίστη πως είτε δεν υπάρχει νόημα είτε και να υπάρχει δεν συλλαμβάνεται, φρενάρει αυτή την ανθρώπινη δίψα για απαντήσεις. Άρα, δικαίως κι εντίμως θα ρωτούσαμε «γιατί δε ρωτάμε «γιατί» μεγαλώνοντας»;

Μεγαλώνοντας, κοινωνικά, ο άνθρωπος νιώθει όλο και γραφικότερος με το να ρωτάει, ομολογώντας πως δεν καταλαβαίνει κάτι. Μία σοβαροφάνεια αντικαθιστά τη σοβαρότητα της περίστασης της απορίας και μία επαναληψιμότητα καθημερινότητας την έκπληξη της ανακάλυψης του ανθρώπου-εξερευνητή. Μία βιασύνη, ανεπιχειρηματολόγητη, τυφλώνει και ρίχνει το ον στη λούπα της κοινωνικής – όχι ανθρώπινης – φαινομενικά «χρήσιμης» ανάβασης. Ο εύκολος δρόμος της άμεσης εργασίας κι αποπληρωμής της, μπαζώνει λίγο-λίγο τον τάφο όπου θάφτηκε ο απορών, ο πιστεύων σε ένα νόημα που, ακριβώς επειδή δεν είναι άμεσα καταληπτό και κοινωνικά «δεν πληρώνει», όντας μη-χρηστικό, η μνήμη του, σαν νεκρού, σβήνεται. Σαν νεκρός – συνειδησιακά σίγουρα – ενδέχεται να μη μείνει ούτε ο τάφος του να μας τον θυμίζει.

Ας σκεφτούμε τί σκεφτόμαστε αποδεχόμενοι σωκρατικά ότι «ξέρουμε πως δεν ξέρουμε». Ας παραδεχτούμε πως μόνο τα δύσκολα αξίζουν κι όσοι τα ξεπέρασαν με τον αγώνα τους μας μάθαν όντως κάτι. Εφόσον χαιρόμαστε κι ευγνωμονούμε αυτούς τους τελευταίους, δεν υπάρχει δικαιολογία ώστε να μην τους μιμηθούμε. Αλλά εκεί είναι ο αγώνας και η κούραση. Κάνοντας δέκα βηματάκια καλύπτουμε μία μικρή διαδρομούλα μη αλλάζοντας κάτι, ενώ, ανεβαίνοντας προς την κορυφή ενός βουνού, ματώνοντας λίγο τα ποδάρια μας, το οξυγόνο καθαρίζει, η θέα μεγαλώνει, η ρυπαντική κοινωνία απομακρύνεται κι ο κόσμος φαίνεται πιο καθαρά. Αρά κάπου πήγαμε στη δεύτερη περίπτωση.

Τα παιδιά, που δεν έχουν να αποδείξουν κάτι, που δε πρόλαβαν να μάθουν να ντρέπονται για την αγνωσία κι ενδεχομένως αδυναμία τους, χάνοντας την πολύτιμη (;) εκτίμηση του κοινωνικού περιβάλλοντος, μοιάζουν όντως να μετέχουν ήδη αυτής της δυσνόητης ευαγγελικής «βασιλείας». Μία μυστηριώδης κίνηση, με ένταση μεγάλη, τα αποδεικνύει ανθρώπινα κι αξιοπρεπή, θέλοντάς τα να παίζουν με τις ερωτήσεις που τους τρώνε κι αρνούμενα να τις προσπεράσουν εθελοτυφλώντας. Μοιάζουν, ενώ δε ξέρουν «τίποτα», ενώ το δέχονται και το εργάζονται, να καλοπαιρνούν και να προοδεύουν. Παράδοξο, σε σχέση με τους «μεγάλους», που ξέρουν τόσα πολλά περί επιτυχίας στη ζωή αλλά η δική τους στέκεται με πολλά παυσίπονα, επαφές ψυχοθεραπευτικού τύπου και τα νεύρα τους τσατάλια.

 

Μοντιλιάνι, 1918

 

Η μωρία – η αδυναμία της ομολογίας – της απορίας των παιδιών, πιστεύω, αποτελεί την σοφή απάντηση στην ασκόπως πολυμέριμνη σοφία των κοινωνικώς ενηλικιωμένων. Τα «μη όντα» (Παύλεια έκφραση) καταργούν τα όντα (τους σημαντικούς και ώριμους) με την ταπεινή κι ελπιδοφόρα τάση τους να παραμένουν ασυμβίβαστα με το ακατανόητο. Αν και ούτε τα νήπια εξετάζουν τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται, η συνείδησή τους – η αντίληψη του κόσμου – εμπλουτίζεται εκθετικά, σε αντίθεση με τους συμβιβασμένους ράθυμους και τρομοκρατημένους από το επικριτικό δάκτυλο του επιπόλαιου κοινωνισμού μας, που τους θάβει πολύ πριν την ώρα τους, αφού συχνά, έχει εξασφαλίσει και την υπογραφή της συγκατάθεσής τους.

Το «γιατί έτσι!», ως απάντηση στην παιδική απορία, δεν είναι απάντηση. Δεν είναι ούτε επιστημονική ούτε – ακόμα χειρότερα – φιλάνθρωπη. Δε σηκώνει κανένα βάρος αποποιούμενη τις παιδαγωγικές της ευθύνες, μη ομολογώντας – άμεσα, γιατί έμμεσα το κάνει – την κοινότητα της αγνωσίας της, κάτι που βέβαια, ως καταστροφή κύρους, θα μαρτυρούσε το επίσης νηπιακό επίπεδό της επί του θέματος. Το «γιατί έτσι!» είναι που γεννά την επεισοδιακή στάση και αντίσταση των παιδιών απέναντί μας και μαζί με τα ξερά – αυτά που όντως γνωρίζουμε και θα μπορούσαμε να τους μεταδώσουμε – καίγονται και τα χλωρά εφόσον χάνουμε την εμπιστοσύνη τους διαπαντός. Η ακόλουθη τιμώρηση και καταδίκη της στάσης τους αυτής – ακραία μπορεί να ‘ναι, πάντα όμως με τα δίκια της – εκ μέρους μας, δεν είναι ανώτερη από αυτόν που κόβει το κεφάλι του για να σταματήσει ο πονοκέφαλος ή που γδέρνει τις σάρκες του για να αντιμετωπίσει τα εξανθήματα.

Είναι εκπληκτικό και τρομερό, το πόσα μαθαίνει η νεότητα μέσα στα πρώτα 15-20 χρόνια της βιωτής της, σε σχέση με το πόσα δε μαθαίνει στα υπόλοιπά της. Οι «χυδαίες», κατά τον Όσκαρ Ουάιλντ, σχέσεις και στάσεις «καθήκοντος», που συνάπτει και παίρνει ο ενήλικας, είναι ο λόγος που – πάλι κατά τον Όσκαρ – δεν έχει ούτε τη δύναμη ούτε την ικανότητα ούτε το δικαίωμα να «στεφανώνει ποιητές» – «μόνο η νεότητα», λέει – που είναι και οι χτίστες της ιστορίας (ο κόσμος θα ήταν πολύ διαφορετικός αν ο Αλέξανδρος δεν ήταν ερωτευμένος με τον Ομηρικό Αχιλλέα). Εξακολουθητικώς, τα παιδιά κι οι απορίες τους – κι οι θαυμασμοί τους βέβαια – είναι ο λόγος που η ανθρωπότητα προοδεύει κι ένας ακόμα που, χαρούμενα κι ανήξερα (χωρίς έπαρση), έχουμε κι εμείς τη δυνατότητα να πιστέψουμε και θαυμάσουμε θερμότερα το νόημά της.

Αν υπάρχει Θεός, αυτά τα «γιατί» καταλήγουν σε μία ανάπαυση ψυχής, χωρίς απαραίτητα να απαντηθούν όλα, μιας και δεν ξέρουμε καν πως αυτές οι απαντήσεις κρύβουν την όντως χαρά της ζωής, ενώ οι απορίες κι ο αγώνας προς αυτή, συνομολογούν το νόημά της εύγλωττα διαχρονικώς – είναι εξερεύνηση.

 

*Ο Νίκος Τουλαντάς είναι αυτοδίδακτος λογοτέχνης και δημιουργεί ερασιτεχνικά από την ηλικία των 16 ετών. Ασχολήθηκε με την ποίηση, τη στιχουργική κι έπειτα κυρίως με την δοκιμιογραφία. Υπάρχει και ως αρθρογράφος, από τον Ιούνιο του 2020, καθώς μία ημέρα ξύπνησε πεπεισμένος ότι μπορεί να συνθέσει πληροφορία, εκφράζοντας με αρθογραφικό τρόπο τις σημειώσεις και μελέτες του, τις οποίες πραγματεύεται αρκετά πιο αποσυμπιεσμένα κι εκτεταμένα στα κείμενά του (τα δοκιμιακά). 
Διατηρεί προσωπικό portfolio με όλα του τα αρθρογραφικά κείμενα: https://nikolaostoul.wixsite.com/grafopaignia
Έχει δύο επίσημες αναγνωρίσεις στο χώρο της λογοτεχνίας: 
Α’ Βραβείο Δοκιμίου/9ος Παγκόσμιος Διαγωνισμός Λογοτεχνίας (Ε.Π.Ο.Κ, 2018) 
Α’ Βραβείο Δοκιμίου/κατηγορία Νέων 18 έως 30 ετών/ 2ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός Πεζογραφίας (περιοδικό «Κέφαλος», 2020). 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here