Τα δράματα της κρατικής σκοπιμότητας

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

 

Σε πολλά πολιτικά κείμενα και δημοσιογραφικές γεωστρατηγικής φύσεως αναλύσεις των τελευταίων ετών, η έννοια της Κεντρικής Ευρώπης εμφανίζεται με τον ένα ή άλλο τρόπο ολοένα και συχνότερα. Η λογοτεχνία με όλες τις εκφάνσεις της φυσικά δεν θα μπορούσε, με τη σειρά της,  να μείνει ουδέτερη, αφού προχώρησε στη δημιουργία ενός  ιδιόρρυθμου  μεταμοντέρνου τοπίου. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεταμοντέρνας Κεντρικής Ευρώπης είναι, αναμφίβολα  το βιβλίο του Κλάουντιο Μάγκρις,  ‘Δούναβης’, που δημοσιεύθηκε το 1986 (στην ελληνική γλώσσα από τις εκδόσεις Πόλις, 2001 και 2015, σε μετάφραση του Μπάμπη Λυκούδη και κατατοπιστική εισαγωγή του Νίκου Μπακουνάκη). Ο Κλάουντιο Μάγκρις είναι καθηγητής της Γερμανικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Τεργέστης στην Ιταλία. Έχοντας αυτό κατά νου, εξηγείται καλύτερα και σε μεγάλο βαθμό γιατί ο Μάγκρις προσδιορίζει την Κεντρική Ευρώπη με τα εδάφη εκείνα που κάποτε ανήκαν στην αυτοκρατορία των Αψβούργων. Ο ‘Δούναβης’ μπορεί να θεωρηθεί ως ένα είδος λογοτεχνικής καταγραφής της διαδρομής που επιχειρήθηκε από τον συγγραφέα, κατά μήκος του ποταμού Δούναβη στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Το βιβλίο, είναι περιττό να τονίσουμε ότι προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση και τράβηξε την προσοχή πολλών προσωπικοτήτων σε όλη την Ευρώπη, ενώ παράλληλα μεταφράστηκε και σε πολλές γλώσσες. Αυτό δείχνει ότι η εκπροσώπηση της Κεντρικής Ευρώπης έτσι όπως προέκυψε μέσα σε αυτό το βιβλίο, θεωρήθηκε ένα θέμα άξιο να ασχοληθεί κάποιος όχι μόνο στις δεκαετίες που μεσολάβησαν από την έκδοσή του, αλλά και στις μέρες μας. Σε αυτή την εμβληματική προσπάθεια του Κλάουντιο Μάγκρις,  ο ‘Δούναβης’ παρουσιάζεται ως ενθύμιο της εποχής του, δηλαδή από τον πολιτιστικό ήδη διάλογο της δεκαετίας του 1980, και δείχνει περίτρανα το πώς ο συγγραφέας προβάλλει εμμέσως τις μεταμοντέρνες του ιδέες πάνω στο τοπίο της κεντρικής Ευρώπης.

Ο όρος ‘μεταμοντέρνος’ χρησιμοποιείται σε διάφορα πλαίσια και σε σχέση με διάφορους τομείς πολιτιστικής δραστηριότητας. Ομιλούμε και αναφερόμαστε σε ‘μεταμοντέρνα’ τέχνη, μουσική, αρχιτεκτονική και λογοτεχνία, και ακόμα για  μεταμοντέρνα φιλοσοφία και έρευνα. Το επίθετο χρησιμοποιείται επίσης στις περιγραφές των κοινωνικών και πολιτικών στάσεων και ιδεολογιών, καθώς και για την περιγραφή ενός τύπου συνείδησης που είναι χαρακτηριστική της μεταβιομηχανικής κοινωνίας. Η έννοια του μεταμοντέρνου πολιτισμού χρησιμοποιείται στη συνέχεια σε μια πολύ ευρεία έννοια σε σχέση με το κυριαρχούν ρεύμα στην πολιτιστική ζωή τα τελευταία τριάντα χρόνια, και αναδείχτηκε σε αντίθεση με τις βασικές έννοιες και τις αξίες του μοντερνισμού. Ένας τέτοιος ορισμός με τις πολλές του απλοποιήσεις και γενικεύσεις που συνεπάγεται, αποτελεί και τη βάση για περαιτέρω  συζήτηση εάν θελήσει κάποιος να ψάξει και   εντοπίσει μερικά από τα μεταμοντέρνα χαρακτηριστικά του βιβλίου του Κλάουντιο Μάγκρις.  Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της μεταμοντέρνας κουλτούρας είναι ότι διαψεύδει τα ιδανικά του Διαφωτισμού και κάποιων σύγχρονων εννοιών, όπως Λόγος, Αιτία, Ορθολογισμός, Αλήθεια, Πρόοδος και Νεωτερικότητα. Το βιβλίο  ‘Δούναβης’, για να επανέλθουμε, είναι διαποτισμένο με πάμπολλες αναφορές και  ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τις έννοιες του Ορθολογισμού και της Κληρονομιάς. Μία από τις βασικές αντιθέσεις του βιβλίου, είναι η σχέση μεταξύ της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Αυτοκρατορίας των Αψβούργων και της Γερμανίας με την Πρωσία επικεφαλής. Η πρώτη συμβολίζεται από το Δούναβη, η τελευταία από το Ρήνο. Ο Δούναβης αντιπροσωπεύει τη μεγάλη πλειοψηφία, ένα χωνευτήρι  λαών και πολιτισμών που χαρακτηρίζεται από την ειρωνεία, τον αυτοσαρκασμό   και την καχυποψία έναντι όλων των πραγμάτων, ενώ ο Ρήνος με τη σειρά του, αντιπροσωπεύει τη θέληση να διαχωρίσει και να καθαρίσει, ακόμη και από φυλετική άποψη,  μια κουλτούρα που έχει εμμονή με την πίστη στην τάξη και τις καθολικές αξίες που πρέπει να ισχύουν απαρέγκλιτα παντού. Οι γερμανοί αποικιοκράτες που για αιώνες ήταν αναπόσπαστο και σημαντικό στοιχείο του πολιτισμού της Κεντρικής Ευρώπης, θεωρούσαν τους εαυτούς τους, σύμφωνα με τον Μάγκρις, φορείς και κατανεμητές των αξιών αυτών, δηλαδή για την τάξη, την πρόοδο και τον ορθολογισμό.  Αυτό τους έδωσε την αίσθηση της ανωτερότητας και κατέστησε σε αυτούς δύσκολη την ιδέα να εξομοιωθούν με τους γύρω λαούς.

Στο βιβλίο του Μάγκρις, παρουσιάζονται  τα ίχνη της πορείας της εξαφάνισης του γερμανικού πολιτισμού στην Κεντρική Ευρώπη, όπως για χαρακτηριστικό παράδειγμα, το κεφάλαιο για τους Γερμανούς στην Τρανσυλβανία. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο ναζισμός και η ήττα του, σήμαναν ένα τέλος γι’  αυτόν τον πολιτισμό, και δεν είναι τυχαίο ότι οι ίδιοι παράγοντες σήμαναν  και το τέλος για το έργο της μοντερνικότητας και των ιδανικών της. Οι φορείς εκείνου του πολιτισμού κατέληξαν να διαπράττουν τα σοβαρότερα ίσως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Τον εικοστό αιώνα, η πίστη στην αξία του πολιτισμού, συγκλονίστηκε από  τα θεμέλιά της. Ωστόσο, μέχρι περίπου τα μέσα του αιώνα, η ιδέα που κυριάρχησε ήταν ότι οι ωμότητες των δύο Παγκοσμίων Πολέμων αποτελούσαν μια έκφραση του ανθρώπινου πρωτογονισμού και των χαμηλότερων ενστίκτων. Μετά τη δεκαετία του 1950, προέκυψε σιγά-σιγά μια ολοένα και πιο ισχυρή πεποίθηση ότι οι ωμότητες του εικοστού αιώνα ήταν η συνέπεια του θριάμβου του ορθολογισμού πάνω από τους ηθικούς προβληματισμούς της σύγχρονης ζωής.

Ένας αριθμός μεταμοντέρνων στοχαστών, έχουν γράψει για το σύγχρονο άνθρωπο που αρνείται τη δική του ηθική ευθύνη για τα άλλα ανθρώπινα όντα, παραπέμποντας στην επιστημονική αυθεντία ή στις κοινωνικές θεωρίες, οι οποίες, με λογικά επιχειρήματα, εξηγούν τι είναι χρήσιμο για την κοινωνία.  Εδώ θα μπορούσαμε αβίαστα να αναφέρουμε τον Γαλλοεβραίο φιλόσοφο Λιθουανικής καταγωγής  Εμανυέλ Λεβινάς (Emmanuel Levinas,1906 –1995), τον Πολωνό κοινωνιολόγο, συγγραφέα και στοχαστή Ζίγμκουντ Μπάουμαν (Zygmunt Bauman, 1925-2017), και ακόμα τον Βρετανό κοινωνιολόγο και πολιτικό Άντονι Γκίντενς (Anthony Giddens, 1938- ).

Στο βιβλίο του, ο Μάγκρις ενώνει αυτούς τους στοχαστές και παρουσιάζει το γερμανικό πολιτισμό ως έναν σχηματισμό που ενσωματώνει τις σύγχρονες αξίες, ενώ εκείνος των  Αψβούργων, δηλαδή της Κεντρικής Ευρώπης, αντιπροσωπεύει τις μεταμοντέρνες αξίες. Αυτό αποδεικνύεται σαφώς από τα δύο θεατρικά έργα που συνοψίζει σε κάποιες σελίδες του ‘Δούναβη’ ο συγγραφέας.  Το πρώτο έργο (1855) είναι του Γερμανού ποιητή και δραματουργού Κρίστιαν Φρίντριχ Χέμπελ  (Christian Friedrich Hebbel, 1813– 1863), που  αφηγείται την ιστορία της Αγνής Μπερνάουερ  (Agnes Bernauer), μιας όμορφης κόρης ενός κουρέα από το Άουγκσμπουργκ, η οποία πνίγηκε στο Δούναβη στα 1435 με διαταγή του Ερνέστου, δούκα της Βαυαρίας. Με τον τρόπο αυτό ο Δούκας ήθελε να αποτρέψει τις δυναστικές συγκρούσεις οι οποίες θα υπονόμευαν το Δουκάτο της Βαυαρίας, αφού ο γιος του Δούκα ήταν παντρεμένος με την Αγνή, ένα ανάρμοστο συνοικέσιο. Η Αγνή Μπερνάουερ θυσιάστηκε για κρατικούς καθαρά λόγους κι ο Χέμπελ δικαιολογεί τη βία κατά της Αγνής,  καταστέλλοντας ταυτόχρονα τη συμπάθεια για το μεμονωμένο θύμα. Είναι ολοφάνερο φυσικά εδώ, ότι η ‘αναγκαιότητα της ιστορίας’, προέχει κατά πολύ της ατομικής!

Αυτό το  γερμανικό έργο, έρχεται σε αντίθεση με την ‘Εβραία του Τολέδο’ (Die Jüdin von Toledo, 1851), έργο του Αυστριακού θεατρικού συγγραφέα Φρανς Γκριλπάρτζερ (Franz Seraphicus Grillparzer (1791-1872), ένα δράμα για την κρατική σκοπιμότητα. Η δράση ετούτου επικεντρώνεται γύρω από τη δολοφονία της όμορφης Εβραίας Ραχήλ, μιας ερωμένης του βασιλιά της Καστίλης. Οι φέροντες τους αριστοκρατικούς τίτλους των Μεγιστάνων (Grandees)  της Ισπανίας, την σκότωσαν επειδή θεώρησαν ότι, λόγω της αγάπης του για εκείνη, στην ουσία ερωτικής του εμμονής, ο βασιλιάς δεν ήταν σε θέση να είναι συνεχώς δραστήριος,  ενώ το βασίλειο ήταν εκτεθειμένο  σε εχθρικές επιθέσεις, τον πόλεμο, τη σφαγή και τον όλεθρο. Το έργο του Φρανς Γκριλπάρτζερ, δεν υπερασπίζεται τους δράστες.  Ένα έγκλημα δεν είναι λιγότερο έγκλημα,   ακόμα κι όταν αυτό γίνεται για κρατικούς λόγους, κι ο Φρανς Γκριλπάρτζερ δεν δικαιολογεί κανέναν. Οι Μεγιστάνες της Ισπανίας, επεδίωξαν το καλό, αλλά όχι το δίκαιο, κι όπως μας εξομολογείται ο Μάγκρις, ‘… αναγνωρίζουν ότι είναι ένοχοι και δολοφόνοι,  ζητούν μόνο τη συχώρεση από έναν Θεό απόμακρο και μυστηριώδη’.

Ο πολιτισμός της Κεντρικής Ευρώπης, όπως παρουσιάστηκε από τον Κλάουντιο Μάγκρις, φιλοδοξεί, όπως και η μεταμοντέρνα κουλτούρα, να υπερασπιστεί το άτομο, και απορρίπτει κάθε πίστη στην αναγκαιότητα της ιστορίας, σε οποιαδήποτε μορφής ‘Weltgeist’. Αυτή η νοοτροπία και κουλτούρα δεν είναι τυφλωμένες από την εγγελιανή αναγνώριση της πραγματικότητας και ορθολογισμού. Ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. Η μεταμοντέρνα κουλτούρα απομυθοποιεί τις μεγάλες αφηγήσεις του μοντερνισμού, όπως η διαλεκτική του πνεύματος, η ταξική πάλη και τη δικτατορία του προλεταριάτου, η πίστη στη διαρκή εξέλιξη ή το όνειρο ενός κράτους πρόνοιας κατασκευασμένο  σύμφωνα με τους κανόνες της κοινωνικής μηχανικής.

Θα κλείσουμε επιστρέφοντας στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Η φράση ‘θυσίες των Ελλήνων πολιτών’ τα τελευταία χρόνια των μνημονίων,  βρίσκεται στα χείλη πολλών, αλλά κυρίως των πολιτικών της χώρας μας οι οποίοι και τις δρομολογούν, χωρίς να ζητήσουν τη γνώμη και τη συναίνεση του λαού, σύμφωνα με τα αποφασισμένα στο καθεδρικό ιερατείο των Βρυξελών με κεντροευρωπαϊκό κατά κύριο λόγο δάκτυλο και με τη δική τους βεβαίως συναίνεση και ανεξίτηλη υπογραφή. Δεν είναι τυχαίο πάντως ότι αποφεύγεται η διατύπωση ή η όποια αναφορά της φράσης ‘κρατική σκοπιμότητα’! Η λέξη ‘θυσία’ παραπέμπει σε ηθελημένη ενέργεια του ελληνικού λαού να υποστεί τις όποιες θυσίες, και φυσικά όχι την όποια βίαιη επιβολή άνωθεν, ενώ η έννοια της κρατικής σκοπιμότητας αποκρύπτεται τεχνηέντως.

 

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here